Η έξοδος φαγητό είναι πλέον ένα ολόκληρο πρότζεκτ, άμεσα συνυφασμένο με την κοινωνική ανάγκη επιβεβαίωσης, τις οικονομικές συνθήκες και τη μετατροπή της γαστρονομικής εμπειρίας σε καλομελετημένη παράσταση.
Το έχεις νιώσει λίγο πριν κλείσει πίσω σου η πόρτα, αφού το να βγεις για φαγητό, δεν είναι απλή υπόθεση -πλέον μοιάζει σαν να πρόκειται για παράσταση. Όλα συναινούν, άλλωστε, προς τα εκεί: στο να ταυτιστείς με αυτό που η σκηνοθεσία του μαγαζιού έχει ορίσει για σένα, να μπεις σε έναν χώρο που θα σου χαρίσει πρωταγωνιστικό ρόλο και όπου οι κουβέντες θα κυλήσουν σαν το κρασί που δεν θα θέλεις να τελειώσει. Το εστιατόριο έχει γίνει η νέα έξοδος -όχι γιατί το ορίζει κάποιο πρωτόκολλο, αλλά γιατί το επιβάλλουν οι κοινωνικοοικονομικές περιστάσεις, όπως επίσης μια ζωή που πασχίζει να χωρέσει στα ενδιάμεσα. Εν ολίγοις, η επίσκεψη στα εστιατόρια έχει γίνει επίσημη έξοδος επειδή συμπυκνώνει την οικονομική πίεση, την κοινωνική ανάγκη για επιβεβαίωση και την επιθυμία του υπάρχειν -με άλλα λόγια, την ανάγκη για μια παράσταση που θα είναι μόνο δική σου.
Η νέα τάση στη διασκέδαση των Ελλήνων
Το πόσο σημαντική είναι για τους Έλληνες η έξοδος για φαγητό το δείχνουν τα πρόσφατα επίσημα στοιχεία. Σύμφωνα με την ελληνική Στατιστική Αρχή, η δαπάνη των νοικοκυριών για την εστίαση αυξήθηκε κατά 11,2% το 2024, ενώ η κίνηση στα εστιατόρια της Αττικής ανέβηκε κατά 18% σε σχέση με το 2019, σύμφωνα με τα δεδομένα της Cardlink.
Μάλιστα μια περσινή έρευνα της Deloitte, δείχνει ότι το 62% των Ελλήνων δηλώνει ότι «το φαγητό είναι η νέα μορφή κοινωνικοποίησης», ενώ το 48% το θεωρεί ως «τον πιο εύκολο τρόπο να νιώσεις ότι κάνεις κάτι για τον εαυτό σου». Καθώς φαίνεται, στην έξοδό μας για φαγητό επενδύονται όλες οι προσδοκίες από μια ολοένα και πιο σκληρή καθημερινότητα, σε σημείο που να καθίσταται ένα κίνητρο, μικρό αλλά τόσο ικανό ώστε να μπορούμε να συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε ότι η ζωή μας μπορεί, εν τέλει, να είναι μια άλλη.
Δείτε επίσης
10 νεο-καφενεία σε όλη στην Αθήνα που παντρεύουν το παλιό με το σύγχρονο
Από την αυθορμησία της ταβέρνας στο fomo
Η σύγχρονη ζωή και η περιοριστική οικονομική πραγματικότητα έχουν μετατρέψει την απλή πράξη της εξόδου για φαγητό σε κάτι που φαντάζει ως μικρή κοινωνική τελετή. Εκεί που κάποτε η έξοδος στη γειτονική ταβέρνα ήταν μια αυθόρμητη κίνηση και μια πρόχειρη λύση, σήμερα ακριβώς η ίδια απόφαση προϋποθέτει χρόνο, σχεδιασμό, χρήματα και κυρίως την πεποίθηση ότι αξίζει τον κόπο.
Ενδεχομένως αυτό έχει να κάνει με την απαιτητική καθημερινότητα που καθιστά την έξοδο για φαγητό συνειδητή απόφαση, αλλά και με την οικονομική συνθήκη που απαιτεί από τον καθένα να κάνει τις επιλογές του. Όταν ένα απλό δείπνο σε μια ταβέρνα μπορεί στην καλύτερη των περιπτώσεων να κοστίσει 25 ευρώ, τότε η απόφαση αυτή παύει να είναι αυθόρμητη. «Σίγουρα το οικονομικό παίζει τον κυρίαρχο ρόλο, καθώς και η επίσκεψη στη γειτονική ταβέρνα, που πλέον έχει πολύ καλή ποιότητα, θεωρείται επίσημη έξοδος, αλλά δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος» μας λέει η Ζωή Μπελούκα, η οποία από τη θέση της ιδιοκτήτριας της εταιρείας Beluga Associates S.A., μια από τις ισχυρότερες εταιρείες επικοινωνίας στα χρόνια της ευμάρειας, γνωρίζει όλο το φάσμα της νυχτερινής εξόδου και των υψηλών συνισταμένων της.
«Παλιότερα συνηθίζαμε να ταυτίζουμε την έξοδο για φαγητό με τη νυχτερινή διασκέδαση, κάτι που έχει αλλάξει ριζικά μετά τον COVID, καθώς βγαίνουμε αργά το απόγευμα, ακολουθώντας την ευρωπαϊκή λογική» μας επισημαίνει, μιλώντας για τις μεταστροφές στις κοινωνικές συνήθειες που επέφερε η μετα-COVID εποχή. «Αυτό έχει συμπαρασύρει τόσο την επίσημη ενδυμασία, που συνόδευε τέτοιου είδους εξόδους, αλλά και όλο το σκεπτικό. Συνήθως, όλοι όσοι έβγαιναν νωρίς ήταν στελέχη επιχειρήσεων και δεν το έβλεπαν ως έξοδο, αλλά ως corporate συνάντηση. Βοηθούσε σε αυτό και το γεγονός ότι κάθε εταιρεία εξασφάλιζε free benefits για το προσωπικό της. Τώρα, όμως, αυτά φαίνονται, κατά κάποιο τρόπο να ταυτίζονται, αν και με πολύ μικρότερο κόστος, κάτι που διαφαίνεται και από τη μεγάλη πτώση στο κουβέρ, όπως παρατηρούμε στο εστιατόριό μας, στην La Pasteria στο Mall» παρατηρεί η κ. Μπελούκα.
Δείτε επίσης
Πέντε εστιατόρια για σοβαρή ψαροφαγία μία ώρα από την Αθήνα

Ωστόσο, αυτό που θεωρεί πιο κεντρικό είναι η διαφοροποίηση στον τρόπο κοινωνικοποίησης. «Τις παλιότερες δεκαετίες ήταν πολύ βασικό -για να μην πω απαραίτητο- να αναπτύσσουμε διαπροσωπική σχέση τόσο με τους ίδιους τους σεφ όσο και με τους ιδιοκτήτες, που τις περισσότερες φορές ήταν το ίδιο πρόσωπο. Ήταν πολύ σημαντικό για εμάς να ξέρουμε, πηγαίνοντας στο συγκεκριμένο εστιατόριο, που γινόταν τελικά στέκι, τον άνθρωπο που θα μας φροντίσει – και θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι μια τέτοια σχέση είχα αναπτύξει, για παράδειγμα, με τον Λευτέρη Λαζάρου. Τώρα, πώς θα πετύχεις τον εκάστοτε σεφ όταν, εκτός από το δικό του μαγαζί, επιμελείται πόσα άλλα μενού και βρίσκεται ταυτόχρονα σε πολλά μέρη, ενώ μπορεί να κάνει και εμφανίσεις στην τηλεόραση;» συνεχίζει η Ζωή Μπελούκα.
Θέμα ταυτότητας
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εξόδου ως κοινωνική συνήθεια έχουν διαδραματίσει οι εκπομπές στην τηλεόραση, οι οποίες συνδέουν το φαγητό με την ταυτότητα και την απόκτηση κοινωνικού κύρους. Η γαστρονομία έχει εισαγάγει ένα νέο lifestyle που συνδέεται με τη μεταμόρφωση της ταξικής συνθήκης και με την επιθυμία – και εν τέλει με τη διαμόρφωση συγκεκριμένης ταυτότητας. Σε αυτό το ζήτημα είχε αναφερθεί σε προηγούμενή μας συζήτηση ο αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Παναγής Παναγιωτόπουλος, ο οποίος είχε κάνει λόγο για επιτέλεση πολιτιστικού τύπου με την οποία είναι συνυφασμένο το fine dining: «Ο σεφ είναι που κάνει τη μαγειρική να ακούγεται ως κάτι εκλεκτό και εξεζητημένο, στο οποίο έχουν πρόσβαση οι λίγοι, επενεργώντας στο φαγητό ως καλλιτέχνης υπό την αιγίδα της προσωπικής έκφρασης. Οπότε το να βγαίνει κανείς σε ένα εστιατόριο είναι ταυτοτική συνθήκη, συνώνυμη με την απόκτηση κύρους».
Αυτό που με άλλα λόγια προσδίδει το φαγητό ως πολιτιστικό, πλέον, κεφάλαιο είναι μια στιγμή αναγνώρισης από την κοινωνική ομήγυρη. Είναι η προσδοκία του να ανήκει κανείς σε μια συγκεκριμένη ομάδα και να οικειοποιείται συγκεκριμένα ταξικά χαρακτηριστικά, καθώς ταυτόχρονα διαμορφώνει μια κοινότητα που συναντιέται πάνω από ένα πιάτο. «Πρόκειται για την απόλυτη πλήρωση όλων των συνθηκών της επιτέλεσης, μια που το εστιατόριο γίνεται σκηνή και οι πρωταγωνιστές υιοθετούν κοινώς αναγνωρισμένες, οικείες χειρονομίες. Τα ποτήρια υψώνονται σαν μικρές δηλώσεις ύπαρξης και το τραπέζι μεταμορφώνεται σε οντολογική συνθήκη. Αντίστοιχα, οι φωτογραφίες που ανεβαίνουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν δείχνουν ακριβώς τι φάγαμε, αλλά το γεγονός ότι ήμασταν όντως εκεί».
Οι κοινωνιολόγοι μιλούν έτσι πλέον για μια «μετατόπιση του δημόσιου χώρου», καθώς μετά την πανδημία οι άνθρωποι αναζητούν χώρους που θα τους προσφέρουν ασφάλεια, προβλεψιμότητα και μικρές δόσεις πολυτέλειας. Το εστιατόριο είναι το μέρος όπου μπορεί να έχει κανείς τον έλεγχο, επιβεβαιώνοντας τη φράση του Τρούμαν Καπότε από το «Πρόγευμα στο Τίφανις», που έλεγε ότι κάποια τέτοια μέρη σου δίνουν την αίσθηση ότι εκεί δεν μπορεί να σου συμβεί τίποτα κακό.
Δείτε επίσης
Δέκα διευθύνσεις για καλό φαγητό στην Πάρο

Το εστιατόριο προϋποθέτει τελετουργία
Αυτό, για τον Νεκτάριο Ντάλλα, Chief Operating Officer της S-One Hospitality, δεν είναι απαραίτητα κακό. «Το εστιατόριο δεν είναι απλώς ένα χώρος, είναι μια παύση, ένα πλαίσιο αναφοράς, που μας κάνει κι εμάς να είμαστε άλλοι, να προσφέρουμε την καλύτερή μας έκφραση, μακριά από ό,τι μας βασανίζει. Είναι σαν να διαδραματίζουμε έναν συγκεκριμένο ρόλο και να υπακούμε σε μια γλώσσα που δεν είναι αποστειρωμένη, αλλά δημιουργική. Κυρίως μεταφράζεται σε μια ολόκληρη διαδικασία, η οποία ταυτίζεται με την τελετουργία: έχει κανόνες που οφείλει κανείς να ακολουθεί ως άνθρωπος ο οποίος δέχεται την προσφορά, αλλά και την τεχνογνωσία από την πλευρά αυτού που την προσφέρει. Αυτό ακριβώς προσπαθούμε να προσφέρουμε κι εμείς ως όμιλος Στασινόπουλου, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι πλέον η έξοδος για φαγητό δεν είναι κάτι απλό, είναι ολόκληρο πρότζεκτ».
Γι’ αυτό, όπως υποστηρίζει, προσπαθούν να μετατρέψουν για τον επισκέπτη την εκάστοτε έξοδο σε ανεπανάληπτη εμπειρία, γιατί αυτό προέχει πλέον, όχι μόνο με τα υψηλού επιπέδου πιάτα, αλλά με όλο το σύνολο: «Να προσφέρουμε τη δέουσα θεατρικότητα γνωρίζοντας ότι οι άνθρωποι για να επισκεφτούν το εστιατόριο έχουν προετοιμαστεί ανάλογα, έχουν διαθέσει ένα ανάλογο ποσό και θέλουν να απολαύσουν μια ξεχωριστή τελετουργία πίνοντας ωραίακρασιά».
Δείτε επίσης:
Το σουβλάκι από την αρχαιότητα ως σήμερα – Πώς έγινε το απόλυτο ελληνικό street food
