Η γενιά που διαμορφώνει τάσεις και πιθανότατα θα επηρεάσει την εικόνα της αγοράς στο μέλλον δείχνει μια σαφή προτίμηση στα κακώς λεγόμενα «φυσικά» κρασιά, ωσάν τα υπόλοιπα να είναι αφύσικα. Θα έχει διάρκεια αυτή η επιλογή;

Υπάρχει ένας κοινωνικός –ας τον πούμε– νόμος που θέλει κάθε γενιά να καταβάλλει προσπάθεια ώστε να διαφοροποιηθεί από την προηγούμενη. Σε κάθε επίπεδο, κάθε τομέα και κάθε εποχή. Από το ντύσιμο και τον τρόπο ομιλίας μέχρι τις προτεραιότητες και τις επαγγελματικές κατευθύνσεις. Και από τους έφηβους Σπαρτιάτες που δήλωναν προς τους πρεσβύτερους «άμμες δε γ’ εσσόμεθα πολλώ κάρρονες» (εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροι από εσάς), μέχρι τους αμφισβητίες του ’60 που ήθελαν να φτιάξουν έναν κόσμο χωρίς πολέμους. Τώρα τι πέτυχαν και τι δεν πέτυχαν ή πόσο καλύτεροι έγιναν είναι μια μακριά ιστορία, που προφανώς άπτεται άλλων γνωστικών αντικειμένων.

κρασιά

Λίγο Millenials, λίγο Zeders

Τούτη η προσπάθεια διαφοροποίησης των γενεών δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο τον χώρο του κρασιού. Επίσης διαχρονικά. Όμως αν θελήσουμε να δούμε το σήμερα, η γενιά που διαμορφώνει τάσεις και πιθανότατα θα επηρεάσει την εικόνα της αγοράς στο μέλλον είναι αυτοί που τώρα βρίσκονται στις ηλικίες γύρω από τα τριάντα. Ξέρω ότι ο όρος δεν είναι δόκιμος, μιας και δεν αναφέρεται στον επικρατούντα, αλλά και σε έναν βαθμό αυθαίρετο, «κοινωνιολογικό» διαχωρισμό των γενεών σε Baby Boomers (γεννημένους μεταξύ 1946 και 1964), Generation X (1965-1980), Millennials (1981-1996), Generation Z (1997-2012) και Generation Alpha (2013-2024). Ας το εξηγήσω.

Για μάλλον προφανείς λόγους, που συνοψίζονται στη σοφή λαϊκή παροιμία «παλιός γάιδαρος, καινούρια περπατησιά δεν μαθαίνει», ή για να το πούμε με politically correct τρόπο, «έχουν παγιωμένες προτιμήσεις, που δύσκολα μεταβάλλονται», θα πρέπει να εξαιρέσουμε τους Baby Boomers και τους Generation X, αλλά και ένα μέρος των Millennials, που βρίσκονται στο ψηλότερο ηλικιακό όριο. Για επίσης προφανείς λόγους, εξαιρούνται και όσοι ανήκουν στην Generation Alpha, αλλά και οι νεότερες ηλικιακές ομάδες της Ζ. Επομένως τι μένει; Οι «πέριξ των τριάντα». Άνθρωποι στο ξεκίνημα της επαγγελματικής τους διαδρομής ή και της οικογενειακής, που «προβάλλουν» τη γενικότερη στάση ζωής τους και στον τρόπο που αντιμετωπίζουν το κρασί. Εξοικειωμένοι με το Διαδίκτυο και τα  ψηφιακά Μέσα, αντλούν πληροφόρηση -και ενίοτε χειραγωγούνται- από αυτά. Έχουν οικολογικές ανησυχίες και είναι ευαίσθητοι σε λέξεις όπως «φυσικό», «αυθεντικό», «παραδοσιακό», «υγιεινό», «χωρίς πρόσθετα» και άλλες, συχνά κενές περιεχομένου, που επινοούν οι ευφάνταστοι διαφημιστές. Προσέχουν τη διατροφή τους, ακολουθούν, αυτοβούλως, διατροφικούς κανόνες και προτιμούν προϊόντα που υπόσχονται ευεξία.

Δείτε επίσης:
20 κρασιά με γυναικείο «άγγιγμα» που ξεχωρίσαμε

Όλα είναι (;) μόδα

Πώς μεταφράζονται όλα αυτά στο κρασί; Ειλικρινά δεν ξέρω τι ποσοστό των «πέριξ των τριάντα» έχει σοβαρή σχέση με το αντικείμενο και δεν ακολουθεί απλώς τάσεις που διαμορφώνονται και αναπαράγονται στο Διαδίκτυο, αλλά σίγουρα υπάρχει μια υπολογίσιμη μερίδα τους που στρέφεται σε «εναλλακτικούς» τύπους κρασιών. Έτσι, προτιμούν ετικέτες που δηλώνουν ή υπαινίσσονται «φυσικές» διαδικασίες και απουσία παρεμβάσεων, είτε στο αμπέλι είτε στο οινοποιείο. Ή προσδιορίζονται με «εξωτικούς» όρους όπως πορτοκαλί ή μπλε (τούτο πέρασε ως διάττων αστέρας αλλά δεν έμεινε), ήπιας παρέμβασης ή vegan. Και να μην παραλείψουμε βέβαια τα χαμηλής ή μηδενικής περιεκτικότητας σε αλκοόλ, τα οποία ξεκινούν τη ζωή τους ως κανονικά κρασιά και στη συνέχεια υφίστανται επεξεργασία ώστε να μειωθεί ή να μηδενιστεί ο οινοπνευματικός τους τίτλος.

Αφύσικα και φυσικά κρασιά; 

Ελκυστικότερα όμως όλων, μοιάζουν να είναι όσα χαρακτηρίζονται από τους παραγωγούς τους ως «φυσικά». Ένας χαρακτηρισμός που στην πραγματικότητα δεν έχει κανένα περιεχόμενο, μια και δεν αποτελεί αναγνωρισμένο όρο σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα, με άλλα λόγια δεν έχει ούτε προδιαγραφές, ούτε, πολύ περισσότερο, μηχανισμό ελέγχου για την τήρησή τους.

Μόνο στη Γαλλία, σχετικά πρόσφατα, αναγνωρίστηκε μια Ένωση που τα μέλη της επιτρέπεται να χρησιμοποιούν την ένδειξη «Vin Méthode Nature» (Κρασί με Φυσική Μέθοδο) υπό την προϋπόθεση ότι ακολουθούν τις δεσμεύσεις που επιβάλλει –και ελέγχει– η ίδια η Ένωση. Ποιες είναι αυτές; Μεταξύ άλλων, τα σταφύλια πρέπει να προέρχονται από πιστοποιημένους αμπελώνες βιολογικής ή βιοδυναμικής καλλιέργειας και να έχουν συλλεγεί αποκλειστικά με το χέρι. Η ζύμωση πραγματοποιείται μόνο με ιθαγενείς ζυμομύκητες, ενώ δεν επιτρέπεται η χρήση κανενός οινολογικού πρόσθετου, εκτός από μια πολύ μικρή ποσότητα θειώδους, μετά την ολοκλήρωσή της. Δεν επιτρέπονται, επίσης, αρκετές διαδεδομένες τεχνικές, που σε μεγάλο βαθμό βελτιώνουν τα χαρακτηριστικά του κρασιού, όπως η κρυοεκχύλιση και το φιλτράρισμα. Από την άλλη, απαγορεύεται απολύτως η χρήση του όρου «φυσικό κρασί».

Δείτε επίσης:
Κρασί: 20 επιλογές μέχρι €12 για το καθημερινό τραπέζι

Τι συμβαίνει στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας και του περίπου ή του ό,τι δηλώσεις, είσαι; Χωρίς αναγνώριση,  προδιαγραφές και φορέα ελέγχου, όλα επαφίενται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Προτού προχωρήσω, όμως, να διευκρινίσω ότι αντιπαθώ βαθύτατα τον όρο «φυσικό κρασί» γιατί ρίχνει μια βαριά σκιά σε όλα τα άλλα, θεωρώντας τα «αφύσικα», όπως αντιπαθώ και τις κακοφτιαγμένες εκδοχές τους, οι οποίες δυστυχώς περισσεύουν. Προτιμώ, όπως και πολλοί σοβαροί οινοποιοί, το «κρασιά ήπιας παρέμβασης», που και περισσότερο ακριβές είναι και δεν προσβάλλει τους συναδέλφους τους που κάνουν διαφορετικές επιλογές.

Πέρα όμως από τη «διαμάχη» των όρων, η πραγματικότητα είναι πως τα κρασιά ήπιας παρέμβασης δεν αποτελούν εύκολη υπόθεση γιατί προϋποθέτουν γνώση, εμπειρία και κουράγιο… να δεχθείς την αποτυχία, που μόνο σπάνια δεν είναι. Γεγονός που, σε έναν βαθμό, εξηγεί τις μάλλον τσιμπημένες τιμές τους.

Γιατί τα επιλέγουν οι «πέριξ των 30»; 

Εκτός της προφανούς «διέγερσης» των οικολογικών αντανακλαστικών, μπορώ να δω δύο ακόμα λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την ανάγκη διαφοροποίησης από τις επιλογές των πατεράδων τους, που κατά κανόνα ανήκουν στη γενιά των Baby Boomers. Μια γενιά που ταυτίστηκε με αυτό που περιγράφουμε ως «επανάσταση του ελληνικού κρασιού», αφήνοντας πίσω της τα οξειδωμένα λευκά και κόκκινα, με τα «καμένα» αρώματα και την τσιμπημένη πτητική οξύτητα. Οι φροντισμένες οινοποιήσεις, η αξιοποίηση της τεχνολογίας, τα αναγνωρίσιμα αρώματα, η αρμονία στη γεύση, η καθαρή έκφραση, η πολυπλοκότητα υπήρξαν, μεταξύ άλλων, τα ζητούμενά της. Κάποτε με υπερβολές, αλλά και με τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου. Θέλοντας να ξεχωρίσουν λοιπόν από τους γεννήτορές τους, προτιμούν να μοιάζουν στους παππούδες τους. Σεβαστό. Διότι ως γνωστόν «περί ορέξεως… κολοκυθόπιτα».

Ο δεύτερος λόγος είναι πιο πρακτικός ή μάλλον εμπορικός. Διάφοροι χώροι, κυρίως wine bars τόσο στην Αθήνα όσο και στην περιφέρεια, αισθάνονται την ανάγκη να επιβεβαιώσουν την εξειδίκευση και την «επιστημοσύνη» τους. Έτσι, υπερπροβάλλουν – χρησιμοποιώντας τον όρο «φυσικά» χωρίς κανέναν ενδοιασμό– ετικέτες αυτής της κατηγορίας, κάποτε μάλιστα αποκλείοντας οποιαδήποτε άλλη επιλογή. Πέρα όμως από τις καλές προθέσεις, αν υπάρχουν, ίσως κρύβεται και μια εμπορική σκοπιμότητα, που οι παλιοί της αγοράς θα θυμούνται από τη δεκαετία του ’80 και του ’90, όταν εμφανίστηκαν οι λεγόμενοι «μικροί παραγωγοί». Καθώς, λόγω περιορισμένης παραγωγής, τα κρασιά δεν ήταν διαθέσιμα στα ράφια των σούπερ μάρκετ και ως εκ τούτου η σύγκριση τιμών δεν ήταν εύκολη, το βασικό επιχείρημα ήταν «μπορείς να το πουλήσεις όσο θέλεις». Δεν ισχυρίζομαι πως κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα, αλλά όταν συναντάς μονοθεματικούς καταλόγους, με παντελώς άγνωστες ετικέτες και σε τιμές που δεν μπορείς να δεις τη «λογική» τους, όσο να είναι κάνεις πονηρές σκέψεις.

Αρκετές έρευνες, σε μεγάλες αγορές όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Κίνα και η Αυστραλία, που καταγράφουν τη στροφή των νεότερων καταναλωτών προς τα «εναλλακτικά» κρασιά, εντοπίζουν έναν ακόμα λόγο. Την ευκολία και την απλότητα, τόσο στην παραγγελία όσο και στην αναγνώρισή τους. Χαρακτηριστικά, που η εθισμένη στη γρήγορη ενημέρωση του Διαδικτύου γενιά των «πέριξ των 30» εκτιμά ιδιαίτερα.

Τι κρύβει το μέλλον για τα φυσικά κρασιά;

Για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Είτε για επαγγελματικούς λόγους είτε από επιλογή έχω δοκιμάσει πολύ ωραία δείγματα κρασιών «ήπιας παρέμβασης» που πραγματικά αξίζουν την προσοχή μας. Όμως, από την άλλη, ομολογώ πως για την ώρα οι απογοητεύσεις υπερτερούν. Επίσης στα «εναλλακτικά» δεν περιλαμβάνω, σε καμιά περίπτωση, τα πιστοποιημένα βιολογικά κρασιά ή όσα προέρχονται από αμπελώνες βιολογικής γεωργίας, που υπόκεινται σε κανόνες και ελέγχους σύμφωνα με τους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εν κατακλείδι, στο ερώτημα αν τα διάφορα «εναλλακτικά» κρασιά αποτελούν παροδική μόδα που θα σβήσει προοδευτικά, όπως και αρκετές άλλες στο παρελθόν ή μια «σχολή» που ήρθε για να μείνει, η απάντηση δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε προφανής. Πάντως, για την ώρα, οι έρευνες δείχνουν πως οι νεότερες γενιές, όπως και αν τις ονομάσουμε, Millennials, Generation Z ή πέριξ των 30, τα αποδέχονται και τα εντάσσουν στις συνήθειές τους, ενώ οι μεγαλύτερες ανθίστανται ή αδιαφορούν.

Δείτε επίσης:

Europe ’s 50 Best Bars 2026: Δύο ελληνικά μπαρ στις δύο πρώτες θέσεις απ’ όλη την Ευρώπη

Τα πιο εύκολα καλοκαιρινά cocktails με 3 υλικά