Στον Κυνίδαρο δεν θα φτάνατε αν δεν σας το είχε πει κάποιος. Ένας φίλος, ένας ντόπιος, κάποιος στο γραφείο όταν τoυ είπατε ότι θα ταξιδέψετε στη Νάξο. Μπορεί να είχατε δει κάποιο από τα θέματα που έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς. Σε κάθε περίπτωση, η ταβέρνα στου Βασιλαρακιού, είναι η αφορμή για να ανηφορίσετε, δεκαέξι χιλιόμετρα από τη Χώρα, σε ένα χωριό που λαμπυρίζει από το μάρμαρο, μυρίζει κρέας στη σούβλα και σχεδόν όλοι του οι κάτοικοι τραγουδούν καταπληκτικά.
Ο Κυνίδαρος είναι το είδος του χωριού, που η τουριστική Νάξος δεν έχει ακόμα χωνέψει πλήρως. Λατομεία, μουσικοί, πηγές. Οι κάτοικοί του, λένε, μαθαίνουν να χορεύουν πριν μάθουν να περπατούν. Έχει τη δική του λογική, τον δικό του ρυθμό. Εκεί συναντήσαμε τον Βασίλη Κλουβάτο.

Τρεις γενιές Στου Βασιλαρακιού
Η ιστορία αρχίζει το 1931 με τον παππού, Βασίλη Κλουβάτο, που γύρισε από την Αμερική μετά το Κράχ του ’29 και άνοιξε στο χωριό έναν καφενέ-χασάπικο. Δεν υπήρχε δρόμος τότε. Υπήρχαν μονοπάτια, κτηνοτρόφοι, άνθρωποι που δούλευαν με το μάρμαρο και η ανάγκη για ένα σημείο συνάντησης, που να μαζεύει τους ανθρώπους μετά τη δουλειά. Γύρω στο 1970, ο γιος του, Γιώργος, που έμεινε στην ιστορία ως «Βασιλαρακιός», γιος του Βασίλη, με την τοπική προφορά, ξεχώρισε τη ταβέρνα από το χασάπικο. Το ένα τάιζε, το άλλο προμήθευε. Και τα δύο μαζί έκτισαν αυτό που σήμερα ξέρει ο μισός γαστρονομικός κόσμος της χώρας.
Σήμερα, στο τιμόνι βρίσκεται η τρίτη γενιά: ο Βασίλης Κλουβάτος, εγγονός του ιδρυτή. Δεν είναι ο τύπος που μιλά πολύ για τον εαυτό του. Μιλά για τα ζώα του, για τον τρόπο που ωριμάζει το κρέας, για το τι σημαίνει να ξέρεις ακριβώς τι σερβίρεις γιατί το έχεις μεγαλώσει εσύ. Έχει εισαγάγει θαλάμους dry aging για τα μοσχαρίσια, πράγμα ασυνήθιστο για ορεινή ταβέρνα. Δεν το λέει για να εντυπωσιάσει. Το κάνει γιατί έτσι γίνεται καλύτερο το κρέας που σερβίρει.
Δείτε επίσης
Σεφουκλωτή: Η γλυκιά χορτόπιτα της Νάξου

Από το χασάπικο στο τραπέζι
Η είσοδος μέσα από το χασάπικο είναι κάτι που δείχνει ότι όλα είναι ανοιχτά στον επισκέπτη. Περνάς μπροστά από την ψησταριά και αμέσως μετά βλέπεις τον μπαμπά του Βασίλη, τον κ. Γιώργο, ο οποίος συνήθως ετοιμάζει σε ένα μεταλλικό δίσκο τα επόμενα κρέατα, τα οποία ο Βασίλης θα βάλει στη φωτιά. Βλέπεις τι θα φας πριν καθίσεις. Τα παϊδάκια προέρχονται από δικά τους ζώα ή από επιλεγμένους παραγωγούς της περιοχής. Τα λουκάνικα φτιάχνονται στο σπίτι. Το κοκορέτσι και το κοντοσούβλι μπαίνουν στη σούβλα νωρίς το πρωί.

Το ribeye και η picanha από σιτεμένο μοσχάρι Νάξου είναι ίσως οι πιο σύγχρονες πρότασεις του μενού, και είναι καλές. Πολύ καλές. Αλλά αν θέλετε να καταλάβετε γιατί ανεβαίνει κόσμος ως εδώ πάνω, πάρτε τα παϊδάκια και μια σαλάτα γλυκοντομάτες με ξινομυζήθρα. Οι τομάτες του Κυνίδαρου έχουν αποκτήσει στα χρόνια ένα είδος μυθολογίας στους γαστρονομικούς κύκλους. Δεν είναι υπερβολή. Το έδαφος εδώ κάνει τη δουλειά του και το αποτέλεσμα είναι γλυκό με τρόπο, που δεν το περιμένει κανείς.

Στα γαρδούμια αξίζει να σταθεί κανείς. Ναξιώτικη ιδιαιτερότητα, έντερα αρνιού πλεγμένα και ψημένα με υπομονή. Η εκδοχή του Βασιλαρακιού είναι η αφορμή που δικαιολογεί ειδικό ταξίδι. Ολόφρεσκα χόρτα, πατάτες τηγανητές Νάξου, και μία χωριάτικη με ανθότυρο που δεν μπορείς να παραλείψεις.
Ο Βασίλης έχει καταφέρει να κρατάει τα ηνία, να καθοδηγεί και να οραματίζεται το αύριο μ’ ένα τρόπο σπάνιο. Ταυτόχρονα, κάνει χώρο και εμπνέει τους νεότερους. Ο μικρότερος αδελφός, ο Άγγελος, έχει αναλάβει το κομμάτι του κρασιού. Με μία λίστα κανονικό οινικό ταξίδι στις δυνατές ετικέτες των Κυκλάδων, με ειδική κατηγορία στα Μαυροτράγανα όλου του Αιγαίου, και με φυσικά κρασιά από τους κορυφαίους του είδους, δεν θα πιστεύετε πού βρίσκεστε και τι πίνετε

Η αγάπη όλων τους για τον τόπο τους και τα προϊόντα του νησιού, έγινε οδηγός, και σε μία γωνιά της ταβέρνας υπάρχει ένα μικροσκοπικό, αλλά πλήρες deli ναξιώτικων προϊόντων. Παλαιωμένη γραβιέρα, πικάντικο αρσενικό, εκλεκτά μέλια, αλλά και μαρμελάδες και γλυκά του κουταλιού από τα περίφημα εσπεριδοειδή της Νάξου, ολοκληρώνουν τη γαστρονομική εμπειρία.
Αν χρειάζεται κράτηση; Το καλοκαίρι χρειάζεται σίγουρα όπως και τις πιο δημοφιλείς ημέρες, Αν πάλι είστε από αυτούς που η κράτηση σάς δημιουργεί μία πίεση, αξίζει να το προσπαθήσετε και έτσι. Η ευγένεια και η καλή τους διάθεση, θα σας κάνει να ευχαριστηθείτε ακόμη και αν δεν βρείτε τραπέζι. Θα έχετε, όμως, μία ωραία ευκαιρία να δείτε το χωριό. Από τη Χώρα, είναι περίπου ένα εικοσάλεπτο με αυτοκίνητο. Αξίζει και με ταξί αν θέλετε να πιείτε το κρασί σας κάπου ήσυχα.
Info
Instagram: vasilarakiou
Δείτε επίσης
10 καινούργια εστιατόρια της Αθήνας, εκεί που χτυπά ο γευστικός παλμός της πόλης