Το MANNA στην Αρκαδία γεννήθηκε μέσα από το πολυετές όραμα του Στρατή Μπατάγια να αναστήσει ένα ιστορικό σανατόριο στο Μαίναλο. Μια συνέντευξη για τη μνήμη, την αρχιτεκτονική, τη φύση και μια διαφορετική αντίληψη γύρω από τη φιλοξενία και την πολυτέλεια.

Στη νότια είσοδο της παλιάς πτέρυγας, που ήταν μάλλον η κεντρική, όταν λειτουργούσε ακόμα ως σανατόριο, δεσπόζει μια διπλή, πέτρινη σκάλα. Στη βάση του αριστερού της σκέλους, δύο έλατα έχουν ξεφυτρώσει αυθάδικα, ταϊσμένα από το εύφορο χώμα της αρκαδικής γης και την ευεργετική ανθρώπινη απουσία για δεκαετίες. Εμποδίζουν ολοσχερώς την πρόσβαση. Αλλά στέκουν ακόμα ανενόχλητα.

Η είσοδος του ΜΑΝΝΑ έχει μεταφερθεί στη νέα πτέρυγα. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ξενοδοχείο. Είναι μια προσωπική εμμονή που μεταμορφώθηκε σε μια αρχιτεκτονική και πολιτισμική κιβωτό. Δεν υπερβάλλω. Το ΜΑΝΝΑ στην Αρκαδία δεν εντυπωσιάζει επειδή είναι πολυτελές. Εντυπωσιάζει επειδή πίσω του κρύβεται ένα σπάνιο, σχεδόν ρομαντικό όραμα: η ιδέα ότι η φιλοξενία, ακόμα και αυτή που προϋποθέτει εμπορική συναλλαγή, μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη μνήμης, θεραπείας και επανασύνδεσης με τον τόπο.

Ο άνθρωπος πίσω από το όραμα λέγεται Στρατής Μπατάγιας. Και στην πραγματικότητα, η ιστορία του ΜΑΝΝΑ δεν ξεκινά με επενδυτικά σχέδια και amortisation plans. Ξεκινά με ένα παιδί δέκα ετών που περνούσε τα καλοκαίρια του κατασκηνώνοντας στα Μαγούλιανα, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το εγκαταλελειμμένο σανατόριο που αργότερα θα άλλαζε τη ζωή του. Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, όταν το κτίριο βγήκε στην αγορά, ο Μπατάγιας είδε σ’ αυτό μια υπόσχεση στον εαυτό του που όφειλε να τηρήσει.

Δίνουμε ραντεβού στο γραφείο του και συναντώ έναν άνθρωπο που δείχνει πολύ νεότερος από την ηλικία του και γεμάτος αδιοχέτευτη ενέργεια. Του μιλάω για τα πράγματα που μου έχουν κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση στους κοινόχρηστους χώρους. Τα βιβλία.

«Τα βιβλία δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Είναι δωρεά του εγγονού της Άννας Μελά (ναι, της γνωστής οικογένειας του μακεδονομάχου Μίκη Ζέζα) και ήρθαν κατευθείαν από τη βιβλιοθήκη τους. Η παιδική εγκυκλοπαίδεια, οι κλασικοί της λογοτεχνίας, όλα είναι αυθεντικά κομμάτια. Ακόμα και τα βιβλία στα δωμάτια, είναι παλιές εκδόσεις, αγορασμένες από παλαιοπωλεία στη Γαλλία».

Εκτιμάει την ιστορία που κουβαλάνε τα παλιά αντικείμενα. Αλλά και τη λειτουργικότητά τους. Του δείχνω το καταδιοπτικό τηλεσκόπιο που είναι στημένο στο τρίποδό του, ακριβώς από πίσω του:

«Τα καλοκαίρια το βγάζουμε έξω και κάνουμε ερασιτεχνική αστροπαρατήρηση. Είμαστε τόσο ψηλά, τόσο μακριά από τη φωτορύπανση της πόλης, που βλέπουμε με γυμνό μάτι τον γαλαξία».

Στη μυθολογία, γαλαξίας είναι το γάλα που χύθηκε από το μαστό της Αμάλθειας, της κατσίκας – τροφού του Δία στο Ιδαίο Άντρο, εκεί που τον είχε κρύψει η μητέρα του Ήρα για να τον προστατεύσει από τον πατέρα του, τον Κρόνο και την κακή συνήθειά να τρώει τα αρσενικά παιδιά του ώστε να μη σφετεριστούν την εξουσία του. Έτσι τουλάχιστον λέει ο μύθος. Μυθική όμως είναι και η ιστορία του κτιρίου. Χτίστηκε ως «σανατόριο Μάνα» με πρωτοβουλία της Άννας Μελά, αδελφής του Παύλου, για τη θεραπεία φυματικών στρατιωτών των Βαλκανικών Πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Σε μια εποχή που η καθαρότητα του αέρα θεωρείτο θεραπευτική, το Μαίναλο ήταν ιδανικό: 1200 μέτρα υψόμετρο, πυκνό ελατόδασος, σχεδόν μεταφυσική ηρεμία. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε η πενικιλίνη και το σανατόριο εγκαταλείφθηκε για να παραμείνει έρημο μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.

Δείτε επίσης:
Ένα καφενείο, ένας φούρνος και ένα τυροκομείο που κρατούν την παράδοση στην ορεινή Αρκαδία

«Από τότε που αποφάσισα ότι θα το μετατρέψω σε ξενοδοχείο, δεν κοίταξα ποτέ μου πίσω. Καθυστερήσεις; Πολλές. Αναποδιές. Αδιάκοπες. Αλλά όσο μου έβαζαν εμπόδια τόσο πείσμωνα. Δεν σκέφτηκα ούτε για μια στιγμή να εγκαταλείψω. Ήξερα ότι θα το ολοκληρώσω».

Και το έκανε. Σε συνεργασία με το αρχιτεκτονικό γραφείο K-Studio. Και την απαίτηση να παραμείνει ανέπαφο ό,τι είχε απομείνει όρθιο. Να ξαναχτιστεί η γκρεμισμένη πτέρυγα, με οδηγό τη μοναδική εικόνα από μια παλιά γκραβούρα και κάποιες ξεθωριασμένες φωτογραφίες. Με τις ίδιες πέτρες από τα χαλάσματα.

Τον ρωτάω αν η μαξιμαλιστική αυτή προσέγγιση αποθάρρυνε σε κάποια φάση πιθανούς επενδυτές.

«Δεν απευθύνθηκα ποτέ σε επενδυτές. Το πήρα όλο επάνω μου. Ήξερα τι ήθελα και ήξερα ότι δε θα μπορούσα ποτέ να συμβιβαστώ με ρασιοναλιστικές προτάσεις για μειώσεις κόστους, εξοικονόμηση χρόνου και άλλες τέτοιες “λογικές απαιτήσεις” που θα έθετε κάποιος που ρισκάρει τα χρήματά του».

Μου μιλάει συνέχεια για την ενέργεια που αποπνέει το κτίριο, ο περιβάλλων χώρος, αλλά εγώ επιμένω στην προσοχή στη λεπτομέρεια. Αυτή που με πείθει ότι τίποτα εδώ μέσα δεν βρίσκεται στη θέση του, τυχαία.

«Όλα τα έπιπλα είναι επιλεγμένα, ένα προς ένα. Ξέρω ότι ο όρος eco friendly έχει υποστεί τεράστια κατάχρηση αλλά για μένα, κάποιες συνθήκες είναι αδιαπραγμάτευτες, δεν είναι θέμα trend. Στο ξενοδοχείο δε θα βρεις ούτε ένα γραμμάριο πλαστικού μιας χρήσης. Δε χρησιμοποιούμε πετρέλαιο. Στη θέρμανση του κτιρίου συμβάλλει η γεωθερμία και η τρομερή, φυσική του μόνωση. Εχουμε φυσικά βιολογικό καθαρισμό. Και τα προϊόντα μας έρχονται όλα από τη γύρω περιοχή, σε συνεργασία με τους ντόπιους παραγωγούς».

Δείτε επίσης:

Ο Μιχάλης Χάντζος και η ανεπιτήδευτη κουζίνα του Manna Arcadia

Το μενού διαμορφώνεται τακτικά, με την εποπτεία του γνωστού σεφ Αθηναγόρα Κωστάκου. Η ποιότητα όλων των πιάτων του είναι υποδειγματική. Νέες συνταγές δοκιμάζονται, εποχικά προϊόντα αξιοποιούνται κατάλληλα, αλλά…

«Δύο πράγματα δε θα φύγουν ποτέ από τον κατάλογο: το αρνάκι, αυτή η συνταγή που φωνάζει κυριακάτικο τραπέζι, και η καρυδόπιτα μας».

Του επισημαίνω τις επαναλαμβανόμενες εξαγγελίες του εκάστοτε υπουργού τουρισμού για την «επέκταση της τουριστικής περιόδου» και αναρωτιέμαι αν πιστεύει πως έχει συμβάλλει, έστω και συμβολικά, σ’ αυτήν.

«Τη δεκαετία του ’60, ο κόσμος έκανε καλοκαιρινές διακοπές στο βουνό. Τα νησιά ήταν ξερότοποι χωρίς μία σκιά – και σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ούτε ανεμιστήρες ο κόσμος κυνηγούσε τη δροσιά του βουνού. Σήμερα, μαζί με τα κλιματιστικά, ήρθε και η κλιματική αλλαγή – και ο “θερινός τουρισμός του υψομέτρου”. Από αυτή την άποψη, πιστεύω πως ναι, το ΜΑΝΝΑ συνεισφέρει στο σκοπό αυτό».

Σε κάθε ερώτηση, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της, η συζήτηση επιστρέφει στο σεβασμό του για το φυσικό περιβάλλον. Του διαβάζω, γελώντας, το επικριτικό σχόλιο που έχει αφήσει ένας επισκέπτης: «Ωραίο το ξενοδοχείο αλλά ο χώρος γύρω από τη λίμνη είναι εντελώς απεριποίητος, γεμάτος αγριόχορτα και ζιζάνια».

Θυμάμαι το πάρκο δίπλα στο τελευταίο σπίτι μου, στις Βρυξέλες. Ένας χώρος του έχει αφεθεί επίτηδες «απεριποίητος», για να μαθαίνει ο επισκέπτης πώς η φύση τραβάει το δικό της δρόμο, μακριά από χλοοκοπτικά και μπορντουροψάλιδα. Και επειδή υπάρχουν κι εκεί επισκέπτες που δεν πιάνουν το νόημα, ο Δήμος έχει αναρτήσει σχετική, επεξηγηματική ταμπέλα. Του προτείνω, αστειευόμενος, να κάνει το ίδιο.

«Καταλαβαίνω γιατί κάποιος θα έκανε ένα τέτοιο σχόλιο. Για πολύ κόσμο “φύση” είναι το γκαζόν και οι τριμαρισμένοι πράσινοι φράκτες. Δε με ενδιαφέρει καθόλου αυτή η εικόνα. Θέλω να είμαστε μέσα στο δάσος».

«Ξέρεις ποια ήταν η πιο δύσκολη απόφαση που πήρα; Να κόψω δύο δέντρα. Δύο έλατα που είχαν ριζώσει τόσο κοντά στο κτίριο ώστε να απειλούν τη στατικότητά του. Θέλω ο επισκέπτης να θυμηθεί πώς είναι να ακούς το δάσος. Να βλέπεις πραγματικό σκοτάδι το βράδυ. Να μυρίζεις το βρεγμένο χώμα και το νοτισμένο ξύλο».

Κι έτσι καταλαβαίνω, γιατί στη βάση του αριστερού σκέλους, της διπλής, πέτρινης σκάλας, στη νότια είσοδο της παλιάς πτέρυγας, τα δύο έλατα στέκουν ανενόχλητα. Γιατί εμποδίζουν αλλά δεν ενοχλούν. Γιατί είναι οι κρίκοι μιας αλυσίδας που συνδέει το ξενοδοχείο με το περιβάλλον. Την ιστορία. Και μια Ελλάδα που σπάνια προβάλλεται διεθνώς.

«Τελικά, Στρατή, είσαι το enfant terrible του ελληνικού τουρισμού;»

Γελάει. «Δεν ξέρω αν είμαι. Ξέρω όμως ότι χωρίς διαφήμιση, με την πληροφορία να διακινείται από στόμα σε στόμα, ξεκινήσαμε την πρώτη μέρα της λειτουργίας μας, δυόμισι χρόνια τώρα, με πληρότητα, χωρίς να προλάβουμε να κάνουμε ένα, έστω, soft opening. Για να καταλάβεις, υπάρχουν ακόμα λεπτομέρειες που δεν έχω στρώσει, εκκρεμότητες που δεν έχουν διευθετηθεί».

Ξέρω εγώ. Ξέρω ότι σε έναν κόσμο όπου η φιλοξενία μαζικοποιείται και γίνεται ολοένα και πιο απρόσωπη, ο Στρατής Μπατάγιας δημιούργησε – ή μάλλον ξανάδωσε πνοή – σε κάτι σπάνιο: ένα χώρο που κουβαλά ακόμα ανθρώπινη πρόθεση.

«Μάννα», όχι εξ ουρανού αλλά εκ της γης. Ίσως τελικά, αυτή να είναι η πραγματική πολυτέλεια του 21ου αιώνα.

 

Φωτογραφίες: Όλγα Δέικου

 

Δείτε επίσης:

Αθηναγόρας Κωστάκος: Δεν μαγειρεύω για να εντυπωσιάσω, μαγειρεύω για να θυμηθείς

Ένα οδοιπορικό σε 6 ταβέρνες της ορεινής Αρκαδίας – Εκεί που το φαγητό έχει μνήμη