Το Nolan αποτελεί ένα γνώριμο τοπόσημο στην αθηναϊκή γαστρονομική σκηνή, συμπληρώνοντας πλέον δέκα χρόνια αδιάλειπτης και απόλυτα πετυχημένης παρουσίας. Από την στιγμή που ο Σωτήρης Κοντιζάς το σύστησε στο κοινό, στη διασταύρωση όπου η οδός Βουλής συναντά την Απόλλωνος, εισήγαγε ένα τολμηρό fusion μοντέλο, που πάντρεψε με μοναδικό τρόπο την ελληνική πρώτη ύλη με τις γευστικές παραδόσεις της Ιαπωνίας. Σήμερα, το εστιατόριο διατηρεί ατόφιο τον αρχικό του χαρακτήρα.

Πρόκειται για έναν φιλόξενο και αέρινο χώρο, ντυμένο στα λευκά, όπου οι μεγάλες τζαμαρίες και τα εξωτερικά τραπέζια ορίζουν τη ζωντανή αυτή γωνία του κέντρου. Τα γνώριμα λευκά Α3 σουπλά σε υποδέχονται στα τραπέζια διατηρώντας την ίδια οπτική ταυτότητα εδώ και μια δεκαετία. Η σάλα του συγκεντρώνει καθημερινά ένα πολυπολιτισμικό κοινό τουριστών κάθε ηλικίας και εθνικότητας, επιβεβαιώνοντας τη διάκριση Bib Gourmand που έλαβε από τον οδηγό Michelin το 2017. Η αναγνώριση αυτή ήρθε ως επιβράβευση για τη φιλοσοφία της διαρκούς αλλαγής, τη διεθνή ταυτότητα της κουζίνας την ενσωμάτωση της ελληνικότητας στα πιάτα, και την καλή σχέση ποιότητας – τιμής πλάι στο συναίσθημα του μοιράσματος στη λογική ενός πετυχημένου μπιστρό όπως αυτή εκφράζεται μέσα από ασιατικές επιρροές και ευρωπαϊκά στοιχεία, με μια comfort παρουσίαση των πιάτων σε μοντέρνα βαθιά σκεύη και επίπεδες κεραμικές επιφάνειες.

Η ατμόσφαιρα, η φιλοξενία και το σέρβις

Τα παιδιά του σέρβις κινούνται μέσα σε αυτό το ευχάριστο, ανεπιτήδευτο και φιλόξενο πλαίσιο, αποφεύγοντας τις περιττές φλυαρίες και την επιτηδευμένη ευγένεια. Κατά τη διάρκεια του δείπνου εντόπισα ορισμένες μικρές αμήχανες στιγμές, κυρίως σε κάποιες λεπτομέρειες των υλικών ενός πιάτου, οι οποίες ωστόσο δεν επηρέασαν καθόλου τη συνολική θετική εικόνα της φιλοξενίας που αποκόμισα. Στο σύνολό του, το Nolan παραμένει ένα ζεστό μπιστρό στα λευκά, αγαπημένο τόσο των Αθηναίων που εκτιμούν το καλό φαγητό όσο και των επισκεπτών της πρωτεύουσας, προσφέροντας μια εμπειρία χωρίς περιττές επισημότητες αλλά με απόλυτα προσεγμένο χαρακτήρα.

Δείτε επίσης
Οδοιπορικό στην Ήπειρο: 15 γευστικές στάσεις που αναδεικνύουν τη γαστρονομία του τόπου

Η νέα εποχή Nolan 2.0 με τον Μιχάλη Νουρλόγλου

Τα τελευταία 1,5 χρόνια, τη διεύθυνση της κουζίνας έχει αναλάβει ο σεφ Μιχάλης Νουρλόγλου, οδηγώντας το εστιατόριο στη νέα του εποχή. Ο σεφ διατηρεί με σεβασμό τον χαρακτήρα του εστιατορίου συνδυάζοντας δημιουργικά ετερόκλητες μαγειρικές κουλτούρες. Μέσα στο σύμπαν του Nolan, τα πιάτα δεν κατατάσσονται αυστηρά κατά είδος, αλλά καθοδηγούνται από την τεχνική, το συναίσθημα και τη διάθεση για διαρκή αλλαγή κάτι που διαπιστώνει άμεσα ο επισκέπτης. Το μικρό, πλην περιεκτικό νέο μενού, το οποίο αλλάζει συχνά και συνεχίζει να παρουσιάζεται πάνω σε πολύχρωμες καρτέλες, είναι ουσιαστικά ασιατικό, αρκούντος ελληνικό και παράλληλα ευρωπαϊκό. Αντανακλά αυθεντικά το φαγητό που θα περίμενε να δοκιμάσει κανείς σε ένα σύγχρονο μπιστρό οποιασδήποτε ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Στο δικό μου δείπνο επέλεξα τέσσερα διαφορετικά μεταξύ τους πιάτα, ώστε να σχηματίσω μια ολοκληρωμένη εικόνα γεύματος τόσο για έναν μοναχικό επισκέπτη όσο και για ένα ζευγάρι που θέλει να δειπνήσει, αποδεικνύοντας στην πράξη πως η ποσότητα αυτή καλύπτει επαρκώς δύο άτομα.

Η δοκιμή των πιάτων: Από το καβούρι στο πιλμένι

Όπως σε κάθε εστιατόριο που επισκέπτομαι, έτσι κι εδώ ξεκινώ με την αναφορά στο ψωμί (6€). Προζυμένιο, όμορφα καψαλισμένο και συνοδευόμενο από ένα ενδιαφέρον βούτυρο κεφίρ, καταφθάνει σε ποσότητα ικανή για να καλύψει δύο άτομα.

Η αρχή έγινε με το καβούρι (17€), μια πρόταση των παιδιών του σέρβις που οπτικά και γευστικά αποτελεί μια απροσδόκητη σύνθεση. Μια τραγανή μαρέγκα πασπαλισμένη με πούδρα κόκκινων φρούτων καλύπτει την καβουροσαλάτα. Η φρέσκια ψίχα καβουριού με ασιατικές νότες από λάιμ, λίτσι και τσίλι συνδυάζεται αρμονικά με ένα αρωματικό κονσομέ βατόμουρου και τριαντάφυλλου. Αν και εκ πρώτης όψεως το σύνολο των υλικών και προσθήκη ενός στοιχείου που παραπέμπει σε επιδόρπιο προκαλεί επιφύλαξη, το αποτέλεσμα ήταν απόλυτα ισορροπημένο. Παρά την πολυπλοκότητα των υλικών, η μαρέγκα προσφέρει μια ήπια γλυκύτητα και μια τραγανή υφή που λειτουργεί απρόσμενα αρμονικά στο στόμα.

Στη συνέχεια, το πιλμένι (18€) με ταξίδεψε νοερά στη Γεωργία και την παραδοσιακή κουζίνα της. Το πιάτο κερδίζει αρωματικά χάρη στον άφθονο φρέσκο κόλλιανδρο και το δροσερό κρεμμύδι. Τα ραβιόλι είναι γεμιστά με ψάρι και γαρίδα, ενώ σερβίρονται μέσα σε ένα βαθιά νόστιμο μοσχαρίσιο κονσομέ, το οποίο αρωματίζεται με λέμονγκρας, προσφέροντας μια ευχάριστη ισορροπία ανάμεσα στη γήινη νοστιμιά και τη θαλασσινή φρεσκάδα.

Δείτε επίσης
Αξιολογώντας τη μαγειρική του Πλυτά: Η ουσία πίσω από τον θόρυβο

Οι αμηχανίες της σφυρίδας και η πρόταση του Burger

Στον αντίποδα, η σφυρίδα (26€) μου δημιούργησε μια αίσθηση γευστικής αμηχανίας. Το ίδιο το ψάρι ήταν εξαιρετικά ψημένο, με τραγανή πέτσα και συνοδευόταν από μια νόστιμη μελιτζανοσαλάτα. Ωστόσο, η λευκή σάλτσα τύπου mole blanco με λευκή σοκολάτα, που κάλυπτε το μισό πιάτο, δεν δικαίωσε τις προσδοκίες. Η συγκεκριμένη παρασκευή στερούταν την ένταση, το βάθος, τη συμπαγή υφή και τον γήινο χαρακτήρα των καβουρδισμένων ξηρών καρπών, του σκόρδου και των πιπεριών τσίλι. Εμφανίζοντας ένα πιο ελαφρύ και αρωματικό προφίλ, κατέληξε να είναι μια μάλλον άτονη προσθήκη δίπλα στο ψάρι.

Από το τραπέζι μου δεν έλειψε και το δημοφιλές burger (18€). Με μπιφτέκι από κρέας ωρίμανσης, (όχι smashed) κρεάτινο και λιγότερο λιπαρό, λεπτοκομμένο αγγούρι για δροσιά και μια spicy μαγιονέζα από καραμελωμένα κρεμμύδια και καυτερή πάστα gochujang, το πιάτο επιβεβαίωσε τη φήμη μιας παιχνιδιάρικης μπουκιάς με διεθνή χαρακτηριστικά. Αν και παρουσιάζεται σε μάλλον μετρημένο μέγεθος για τα 18 ευρώ του, η συμπυκνωμένη ένταση της γεύσης του αποζημιώνει όσους το επιλέξουν, έστω κι αν η σχέση ποσότητας και τιμής επιδέχεται δεύτερη ανάγνωση.

Η οινική πρόταση και ο λογαριασμός

Στο κομμάτι των ποτών, η λίστα κρασιών δίνει έμφαση στον ελληνικό αμπελώνα και διατηρεί μια απόλυτα λογική τιμολόγηση, ενώ η κάρτα των κοκτέιλ περιλαμβάνει κλασικές αλλά και πιο ιδιαίτερες προτάσεις στα 13€. Όσον αφορά το κόστος, για δύο άτομα που μοιράζονται τέσσερα πιάτα, ο λογαριασμός διαμορφώνεται γύρω στα 80+ ευρώ, ποσό που φαντάζει λογικό για την ποιότητα και το ύφος του εστιατορίου. Ωστόσο, αν ένας επισκέπτης επιλέξει αυτόνομα τρία πιάτα, το κόστος ανεβαίνει στα 50 με 60 ευρώ, επηρεάζοντας διαφορετικά τον τελικό προϋπολογισμό.

info
Βουλής 31 – 33, Αθήνα, τηλ. 21 0324 3545

Δείτε επίσης

Βαγγέλης και Αλέκος: Για κοκκινιστά κεφτεδάκια σε μια κρυφή αυλή στη Φραντζή

Αξιολογώντας την κουζίνα στo 1890: Αναζητώντας την ουσία πίσω από το άφθονο μαγειρικό ταλέντο