Κάποτε η Ελλάδα παρήγαγε περισσότερους από 25.000 τόνους μπανάνες τον χρόνο. Οι περισσότερες έρχονταν από την Κρήτη, αλλά μπανανιές καλλιεργούνταν και στην Πελοπόννησο. Σήμερα, η ελληνική μπανάνα είναι δυσεύρετη και οι εκτάσεις της έχουν περιοριστεί σημαντικά.

Η ιστορία της ξεκινά σχεδόν έναν αιώνα πριν. Περνά από τις πρώτες μπανανιές της Άρβης, την ανάπτυξη της καλλιέργειας μετά τον πόλεμο, την προστασία της ελληνικής παραγωγής από τις εισαγωγές και τη δικαστική διαμάχη της Ελλάδας με την τότε ΕΟΚ και φτάνει μέχρι σήμερα, με την έλλειψη νερού.

Δείτε επίσης
Σύκο: Η ιστορία του φρούτου που ο άνθρωπος καλλιεργεί εδώ και 11.000 χρόνια

Οι πρώτες μπανανιές στην Άρβη

Για την άφιξη της μπανάνας στην Άρβη της Βιάννου υπάρχουν διαφορετικές αφηγήσεις. Η επικρατέστερη θέλει έναν μοναχό να φέρνει το φυτό μετά από ταξίδι στο Σινά, το 1923. Μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι το έφερε από την Αίγυπτο ο Βιαννίτης Γεώργιος Παπαμαστοράκης και το παρέδωσε σε μοναχό. Οι τοπικές καταγραφές αναφέρουν ότι μετά το 1930 υπήρχαν πέντε ή έξι μικρές μπανανιές στον κήπο του μοναχού Λουκά, απέναντι από το μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου. Αρχικά, φαίνεται ότι αντιμετωπίστηκαν περισσότερο ως καλλωπιστικά φυτά, σύντομα όμως οι κάτοικοι διαπίστωσαν ότι καρποφορούσαν κανονικά στο θερμό κλίμα της περιοχής. Οι πρώτες ποσότητες άρχισαν να πωλούνται και η καλλιέργεια εξαπλώθηκε.

Πώς έφταναν οι μπανάνες στην Αθήνα

Η μεταφορά δεν ήταν απλή. Οι μπανάνες συσκευάζονταν σε τσουβάλια με άχυρο ή κομμένο χαρτί και μεταφέρονταν με ζώα μέχρι τη Βιάννο. Από εκεί συνέχιζαν με φορτηγά για το Ηράκλειο και στη συνέχεια με πλοίο για την Αθήνα. Η ζήτηση αυξανόταν και μαζί της μεγάλωναν και οι καλλιέργειες. Από την Άρβη η μπανάνα εξαπλώθηκε αρχικά στις γειτονικές περιοχές της νότιας Κρήτης, όπως τα Τέρτσα, ο Μύρτος και η Ψαρή Φοράδα. Στη συνέχεια αναπτύχθηκαν καλλιέργειες και σε άλλα σημεία του νησιού, με τα Μάλια να εξελίσσονται σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής. Μπανανιές καλλιεργήθηκαν επίσης στη Σητεία, στο Ρέθυμνο και στα Χανιά. Ήταν μια καλλιέργεια που μπορούσε να δώσει καλό εισόδημα και αποδεικνύεται από παλιές μαρτυρίες που αναφέρουν ότι τον χειμώνα η μπανάνα έφτανε τις 25 δραχμές την οκά, όταν το ελαιόλαδο πωλούνταν περίπου 7 δραχμές. Το 1977 άρχισε η καλλιέργειά της σε θερμοκήπια, με μεγαλύτερες αποδόσεις και καλύτερη προστασία των φυτών.

Δείτε επίσης
Μπανάνα: 41 zero-waste ιδέες για να μην πετάξετε ποτέ ξανά τις ώριμες

Μπανάνες δεν είχε μόνο η Κρήτη

Σήμερα η ελληνική μπανάνα έχει σχεδόν ταυτιστεί με την Κρήτη, όμως δεν ήταν πάντοτε ακριβώς έτσι γιατί υπήρχαν καλλιέργειες και στη Μεσσηνία. Μάλιστα, σε περιγραφή της μεσσηνιακής πεδιάδας από το 1930 αναφέρεται ήδη ότι εκεί «και μπανάνα ωριμάζει». Αργότερα συναντάμε μπανανοκαλλιέργειες σε διαφορετικά χωριά της νότιας Μεσσηνίας. Επιπλέον, το 1990 που ιδρύθηκε ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Κοινής Πώλησης Μπανάνας με έδρα την Άρβη, συμμετείχαν και μπανανοπαραγωγοί από τον νομό Ηλίας.

Ωστόσο, το ελληνικό κράτος εξακολούθησε και αργότερα να θεωρεί ότι η καλλιέργεια μπορούσε να αναπτυχθεί και εκτός Κρήτης. Σε αποφάσεις για τις προωθούμενες καλλιέργειες αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, η Μεσσηνία, η Λακωνία, τα Δωδεκάνησα και οι Κυκλάδες. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε παντού οργανωμένη εμπορική παραγωγή, δείχνει όμως ότι οι κατάλληλες περιοχές ήταν περισσότερες.

Όταν οι εισαγωγές μπανάνας ήταν (σχεδόν) απαγορευμένες

Η μεγάλη ανάπτυξη της ελληνικής μπανάνας συνδέεται στενά με τον τρόπο που λειτουργούσε τότε η αγορά. Από την 1η Ιανουαρίου 1981, η εισαγωγή μπανάνας στην Ελλάδα απαιτούσε ειδική άδεια. Σύμφωνα με τα αρχεία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, οι αιτήσεις για εισαγωγές από άλλα κράτη-μέλη απορρίπτονταν συστηματικά, ενώ οι εισαγωγές από τις χώρες ΑΚΕ απαγορεύονταν. Το Δικαστήριο περιέγραψε αργότερα το ελληνικό σύστημα ως «σχεδόν πλήρη απαγόρευση των εισαγωγών».

Παράλληλα, το κράτος στήριζε την εγχώρια παραγωγή. Στην απόφαση του Δικαστηρίου καταγράφονται οικονομικές ενισχύσεις για την καλλιέργεια, τεχνικές και οικονομικές μελέτες, πειραματική έρευνα, αλλά και κρατικός καθορισμός προδιαγραφών ποιότητας και τιμών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσέφυγε εναντίον της Ελλάδας και στις 25 Φεβρουαρίου 1988 το Δικαστήριο έκρινε ότι το σύστημα παραβίαζε τις υποχρεώσεις της χώρας ως μέλους της ΕΟΚ. Η ελληνική κυβέρνηση είχε υποστηρίξει ότι, αν καταργούνταν οι περιορισμοί, περίπου 50.000 τόνοι μπανάνας θα εισάγονταν κάθε χρόνο στην Ελλάδα, με «σοβαρές συνέπειες για τους εγχώριους μπανανοπαραγωγούς». Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε το επιχείρημα και έκρινε ότι η διατήρηση μιας σχεδόν κλειστής αγοράς δεν προετοίμαζε τους Έλληνες παραγωγούς για την απελευθέρωση που ούτως ή άλλως θα ακολουθούσε.

Δείτε επίσης
Αβοκάντο: Η ιστορία, η παραγωγή και η κατανάλωση πίσω από το πιο διάσημο φρούτο του 21ου αιώνα

Το άνοιγμα της αγοράς

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 η ελληνική μπανανοκαλλιέργεια βρισκόταν στην περίοδο της μεγάλης ανάπτυξής της. Οι καταγραφές των παραγωγών αναφέρουν περισσότερους από 25.000 τόνους τον χρόνο και περίπου 7.000 στρέμματα υπαίθριας και θερμοκηπιακής καλλιέργειας στην Κρήτη. Όμως, με το άνοιγμα της αγοράς η εικόνα άλλαξε γρήγορα. Οι εισαγόμενες μπανάνες μπορούσαν να διατεθούν φθηνότερα και οι Έλληνες παραγωγοί δυσκολεύονταν να ανταγωνιστούν.

Στην Κρήτη οι καταγραφές μιλούν για εκρίζωση περισσότερο από του 90% των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Σε πολλά θερμοκήπια οι μπανάνες αντικαταστάθηκαν από πρώιμα κηπευτικά, κυρίως ντομάτες και αγγούρια, με τα τελευταία να αποκτούν όλο και μεγαλύτερες εκτάσεις.

Τους ανάγκασαν να ξεριζώσουν τις μπανάνες;

Στη Μεσσηνία οι παλαιότεροι αναφέρουν πως οι παραγωγοί κάποτε «αναγκάστηκαν να ξεριζώσουν» τις μπανανιές τους. Αν και δεν υπήρξε υποχρεωτική απόφαση ειδικά για τη Μεσσηνία, υπήρξε οικονομικό κίνητρο για την οριστική εγκατάλειψή τους. Το 1993 η Ευρωπαϊκή Κοινότητα θέσπισε πρόγραμμα οριστικής εγκατάλειψης της μπανανοκαλλιέργειας. Όποιος παραγωγός επέλεγε να ενταχθεί έπαιρνε εφάπαξ ενίσχυση και αναλάμβανε να εκριζώσει τις μπανανιές του, ενώ παράλληλα, δεσμευόταν να μην ξαναφυτέψει μπανάνες στην ίδια εκμετάλλευση για 20 χρόνια.

Ποια είναι η ελληνική μπανάνα

Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει μία μοναδική «ελληνική ή κρητική ποικιλία». Ο παραδοσιακός κλώνος που συνδέθηκε περισσότερο με την Άρβη αναφέρεται σε ελληνικές γεωπονικές πηγές ως Dwarf Cavendish nana ή «ντόπια Άρβης». Στην Κρήτη καλλιεργήθηκαν επίσης Grand Nain, Williams και άλλοι τύποι της ομάδας Cavendish. Η «ντόπια μπανάνα Άρβης» ξεχωρίζει για τους εύγευστους αλλά μικρού μεγέθους, με ιδιαίτερα γλυκιά γεύση και έντονο άρωμα.

Από τους χιλιάδες τόνους στους 757 του 2025

Η παραγωγή δεν σταμάτησε μετά το άνοιγμα της αγοράς αλλά έμεινε όμως πολύ μακριά από τα επίπεδα της δεκαετίας του 1980. Πιο συγκεκριμένα, το 1987 καταγράφονταν στην Κρήτη περίπου 6.500 στρέμματα και παραγωγή 16.000 τόνων. Το 1996 είχαν απομείνει περίπου 1.500 στρέμματα και 6.000 τόνοι. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000 η ετήσια παραγωγή είχε πέσει κάτω από τους 3.000 τόνους. Στα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2025, για την Ελλάδα καταγράφονται μόλις 757 τόνοι. Οι αριθμοί δείχνουν καθαρά πόσο μικρή είναι πλέον η ελληνική παραγωγή.

Μια καλλιέργεια που τείνει να εξαφανιστεί

Στην Άρβη η μπανάνα εξακολουθεί να καλλιεργείται, αλλά οι παραγωγοί έχουν πλέον να αντιμετωπίσουν και το υψηλό κόστος παραγωγής. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε πόσες μπανανιές θα καλλιεργούνται στην Ελλάδα τα επόμενα είκοσι χρόνια. Μένουμε στα δεδομένα που έχουμε σήμερα και στηρίζουμε τους παραγωγούς που συνεχίζουν μια καλλιέργεια σχεδόν εκατό ετών και ένα προϊόν με ανώτερη γευστική ταυτότητα.

Δείτε επίσης

Σουλτανίνα, φράουλα, ροζακί: Οι ποικιλίες του σταφυλιού, οι συνδυασμοί και η εικόνα της παραγωγής

Μυζήθρα: Τα είδη, νόστιμα tips και η εγχώρια παραγωγή σε αριθμούς

Μάνγκο: Η ιστορία, οι ποικιλίες, τα food miles και οι καλύτεροι τρόποι να το απολαύσετε