Σαν κάποιος να τραβά αργά τα λευκά σεντόνια από τα έπιπλα ενός παλιού αρχοντικού που έμεινε για καιρό σιωπηλό, ένας από τους πιο εμβληματικούς χώρους της Θεσσαλονίκης ετοιμάζεται να επιστρέψει στη ζωή της πόλης. Το εστιατόριο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού, ύστερα από μια μακρά περίοδο αδράνειας μετά το κλείσιμο του ιστορικού «Β.» στα τέλη του 2023, ετοιμάζεται να ανοίξει ξανά τις πόρτες του, μέσα από τη «Λέσχη», ένα νέο γαστρονομικό project που μοιάζει να φέρει εξαρχής κάτι περισσότερο από την προσδοκία ενός ακόμη opening.
Πίσω από το νέο εγχείρημα βρίσκονται ο βραβευμένος chef Στέφανος Σταμίδης, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες παρουσίες της σύγχρονης γαστρονομικής σκηνής της πόλης, καθώς επίσης οι Γιάννης Μπαλαφούτης, Βασίλης Σαΐτης και Γιάννης Φωτιάδης -η ομάδα πίσω από το Pelosof- οι οποίοι ενώνουν τις δυνάμεις τους με στόχο να δημιουργήσουν έναν χώρο υψηλών προδιαγραφών, αλλά ταυτόχρονα ζωντανό, οικείο και συνδεδεμένο με τον αστικό χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης.
Καθοριστικό ρόλο στη συνολική εμπειρία της «Λέσχης» θα έχει ο Γεράσιμος Θύμνιος, ένας άνθρωπος με βαθιά γνώση της σύγχρονης φιλοξενίας και σημαντική πορεία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ο οποίος αναλαμβάνει restaurant manager, με ευθύνη για τη διαχείριση της σάλας και την επιμέλεια της wine list.
O chef Στέφανος Σταμίδης
Αστική κουζίνα με ελληνικό στοιχείο, χωρίς περιορισμούς
Ο Στέφανος Σταμίδης, ως Executive Chef του Dome Real Cuisine στο ξενοδοχείο Nikopolis, συνέδεσε το όνομά του με μια σύγχρονη ελληνική κουζίνα που βασίζεται στην ισορροπία, την καθαρότητα των γεύσεων και την ουσία της πρώτης ύλης. Η φιλοσοφία του γύρω από τη γαστρονομία παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στην αυθεντικότητα και στην αποφυγή των περιττών εντυπωσιασμών.
Στη «Λέσχη» ο ίδιος επιχειρεί να μεταφράσει αυτή τη λογική σε μια κουζίνα με αστικό χαρακτήρα, χωρίς στεγανά και περιορισμούς. Όπως μας εξήγησε, το μενού θα βασίζεται πρωτίστως στις πρώτες ύλες, με ιδιαίτερη έμφαση στη βορειοελλαδίτικη παραγωγή: ιδιαίτερα κρέατα και ψάρια, τυριά, βιολογικά λαχανικά και προϊόντα μικρών παραγωγών
από τη Μακεδονία θα αποτελέσουν τον βασικό πυρήνα της κουζίνας.
«Θέλω να δώσω έναν χαρακτήρα αστικής κουζίνας χωρίς φραγμούς, με έντονο το ελληνικό στοιχείο και τα προϊόντα από μικρούς παραγωγούς της Μακεδονίας. Απλό, κατανοητό φαγητό. Με φρεσκάδα, καθαρές γεύσεις και έμφαση στην πρώτη ύλη», δήλωσε στο Cantina ο Στ. Σταμίδης.
Το μενού θα αλλάζει διαρκώς, ακολουθώντας την εποχικότητα και τη διαθεσιμότητα των προϊόντων, ενώ η συνολική προσέγγιση θα κινείται γύρω από μια λογική απλότητας, καθαρών γεύσεων και understated πολυτέλειας, μακριά από τις επιτηδευμένες fine dining υπερβολές.

O restaurant manager Γεράσιμος Θύμνιος
Αυθεντική φιλοξενία υψηλού επιπέδου
Έτερος πυλώνας της εμπειρίας στη «Λέσχη» θα είναι ο Γεράσιμος Θύμνιος, ένας άνθρωπος με βαθιά γνώση της φιλοξενίας, του service και του κρασιού. Η επί σειρά ετών παρουσία του στο πλευρό του Λευτέρης Λαζάρου και της ομάδας του Varoulko Seaside αποτέλεσε σημαντικό κεφάλαιο στη διαδρομή του. Πλέον επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, με την οποία διατηρεί βαθιά σύνδεση, καθώς για χρόνια υπήρξε Restaurant Supervisor-Maître στο Salonica Restaurant του Makedonia Palace, συνεργαζόμενος στενά με τον Executive Chef Σωτήρη Ευαγγέλου.
«Το σέρβις και η κουζίνα έχουν έναν κοινό σκοπό: ο πελάτης να ζήσει μια μοναδική εμπειρία και να θέλει να επιστρέψει. Στη «Λέσχη» Θέλουμε να παρέχουμε αυθεντική φιλοξενία με απώτερο σκοπό να γίνει προορισμός των Θεσσαλονικέων -και όχι μόνο» μας είπε.

Αίσθηση «fin du siècle»
Οι άνθρωποι της «Λέσχης» ετοιμάζονται πυρετωδώς αυτό το διάστημα, καθώς το εστιατόριο αναμένεται να ανοίξει τις πόρτες του μέσα στις επόμενες ημέρες και ήδη συγκαταλέγεται στα πιο πολυαναμενόμενα openings της πόλης. Κατά τη θερινή περίοδο θα λειτουργεί ως bar-restaurant, αξιοποιώντας και την αυλή του χώρου, ενώ τον χειμώνα θα μετατρέπεται σε ένα ολοκληρωμένο εστιατόριο με lunch και dinner υπηρεσίες.
Η wine list θα δίνει βαρύτητα κυρίως στον ελληνικό αμπελώνα, ενώ η cocktail list θα κινείται σε πιο κλασικές και διαχρονικές γραμμές. Ωστόσο, οι άνθρωποι πίσω από το project επιμένουν ότι η «Λέσχη» δεν αφορά μόνο το φαγητό, αλλά τη συνολική εμπειρία του χώρου.
Όπως λένε οι ίδιοι, στόχος τους είναι να δημιουργήσουν ένα σύγχρονο αστικό στέκι με αίσθηση «fin du siècle» (τέλος της παρακμής), μια ατμόσφαιρα εκλεπτυσμένη αλλά όχι βαριά, όπου η αισθητική, η φιλοξενία και η εμπειρία συνυπάρχουν ισότιμα με την κουζίνα. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς ο ίδιος ο χώρος και η γειτνίασή του με το μουσείο απαιτούσαν, όπως εξηγούν, μια προσεκτική ισορροπία ανάμεσα στη διαχρονικότητα, τη σύγχρονη αισθητική και τον σεβασμό προς το περιβάλλον στο οποίο εντάσσεται.
Το αποτέλεσμα, όπως είδαμε κατά τις ετοιμασίες του εστιατορίου, κινείται σε μια λογική διακριτικής πολυτέλειας: πολύ μάρμαρο, ξύλο, φυσικά στοιχεία και minimal γραμμές συνθέτουν ένα περιβάλλον σύγχρονο αλλά όχι επιτηδευμένο. Σίγουρα πάντως μακριά από τη λογική των γαστρομπιστρό, όπως λένε.
Δείτε επίσης
Πέντε εστιατόρια για σοβαρή ψαροφαγία μία ώρα από την Αθήνα

Η αλληλεπίδραση με το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού
Το ενδιαφέρον γύρω από τη «Λέσχη» σχετίζεται αναπόφευκτα και με την ιστορία του ίδιου του χώρου. Στο συγκεκριμένο σημείο λειτουργούσε από το 2004 το ιστορικό «Β.», το οποίο θεωρήθηκε από τα πρώτα εγχειρήματα στην Ελλάδα που ανέδειξαν το museum dining σε εμπειρία υψηλών προδιαγραφών.
Επιπλέον, η στέγη της «Λέσχης» είναι το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, ένα από τα σημαντικότερα μουσεία της Ελλάδας και διεθνώς αναγνωρισμένο για τη βυζαντινή τέχνη και ιστορία, που αποτελεί εδώ και δεκαετίες όχι μόνο πολιτιστικό αλλά και εμβληματικό αρχιτεκτονικό τοπόσημο της Θεσσαλονίκης. Σχεδιασμένο από τον σπουδαίο αρχιτέκτονα Κυριάκο Κρόκο και εγκαινιασμένο το 1994, το κτίριο θεωρείται ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά σημεία της πόλης. Η γεωμετρία, η λιτότητα, τα φυσικά υλικά και ο τρόπος με τον οποίο το φως διαχέεται στους χώρους δημιουργούν μια αίσθηση ηρεμίας και στοχασμού που δύσκολα συναντά κανείς σε δημόσιο κτίριο.

«Λέσχη», όπως χώρος συνάντησης
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον έρχεται τώρα να ανοίξει η «Λέσχη», ένα νέο γαστρονομικό project που αποκτά εξαρχής ιδιαίτερο βάρος λόγω της τοποθεσίας του. Αλλά και η ίδια η λέξη «Λέσχη» κουβαλά μια ολόκληρη αστική παράδοση: παραπέμπει σε χώρους συνάντησης, κοινότητες ανθρώπων με κοινές αναφορές, συζητήσεις και ιδέες. Στην ελληνική κουλτούρα, η λέσχη υπήρξε για χρόνια τόπος διανοούμενων, καλλιτεχνών και επαγγελματιών· ένας χώρος όπου κάποιος δεν πήγαινε απλώς για να περάσει χρόνο, αλλά για να ανήκει.
Αυτό ακριβώς μοιάζει να μεταφράζεται σήμερα στη σύγχρονη γλώσσα της γαστρονομίας. Η «Λέσχη» δείχνει να φιλοδοξεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως εστιατόριο αλλά ως νέο αστικό σημείο συνάντησης· ένα μέρος όπου η εμπειρία του φαγητού συνδέεται με την ατμόσφαιρα, την αρχιτεκτονική, τη συζήτηση και την ίδια την πόλη. Και σε μια εποχή όπου πολλά openings βασίζονται κυρίως στην εικόνα ή στο εφήμερο hype, η περίπτωση της «Λέσχης» φαίνεται να επενδύει περισσότερο στη σχέση με τον χώρο και στη δημιουργία ταυτότητας. Και μόνο αυτό αρκεί για να κάνει το νέο εγχείρημα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα openings που αναμένονται στη Θεσσαλονίκη.
Δείτε επίσης:
Φούσκες: Το θαλασσινό που δεν είναι όστρακο και έχει γεύση συμπυκνωμένης θάλασσας