Από τη σαντιγί και το ψωμί του τοστ μέχρι τους κύβους ζωμού και την έτοιμη μπεσαμέλ, κάποια έτοιμα προϊόντα δεν μπήκαν απλώς στα ντουλάπια της κουζίνας μας, άλλαξαν εντελώς τον τρόπο που μαγειρεύουμε.
Mετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η βιομηχανία τροφίμων γνώρισε μεγάλη εξέλιξη στα έτοιμα φαγητά, τροφοδοτούμενη καθώς ήταν από τις ανάγκες της οικονομικής ανασυγκρότησης, την αστικοποίηση και την αύξηση των εργαζόμενων γυναικών. Το αίτημα για γεύματα γρήγορης παρασκευής από προϊόντα που διατηρούνται στο ράφι και απαιτούν ελάχιστο χρόνο μαγειρέματος γιγαντώθηκε και η ζήτηση έφερε την προσφορά. Σταδιακά αρχίσαμε να βρίσκουμε και στην Ελλάδα όσα θα έκαναν την ετοιμασία του φαγητού πιο εύκολη, με τις γαστρονομικές μας συνήθειες να διαφοροποιούνται κυρίως από τη δεκαετία του 1960 και μετά.
Πώς τα έτοιμα προϊόντα άλλαξαν τη μαγειρική στην Ελλάδα
Έτοιμη σαντιγί
Η αέρινη κρέμα φτιαγμένη από κρέμα γάλακτος, ζάχαρη και βανίλια είναι βασικό συστατικό σε πολλά γλυκά και παγωτά. Η επιτυχία της εξαρτάται από το πολύ καλό και προσεκτικό χτύπημα των υλικών. Ακόμη, για να έχει σωστή συνοχή, θα πρέπει η κρέμα γάλακτος και τα σκεύη να βρίσκονται σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία.
Παλαιότερα την έφτιαχναν τα ζαχαροπλαστεία και τη χρησιμοποιούσαν στα γλυκά τους ή την πουλούσαν έτοιμη για το σπίτι. Η ανάγκη για ευκολία οδήγησε στην προσφορά έτοιμων λύσεων, που δεν είναι ακριβώς σαντιγί, αλλά ένα προϊόν που της μοιάζει, καθώς χρησιμοποιούνται φυτικά λιπαρά αντί για φρέσκια κρέμα γάλακτος, μαζί με νερό και σταθεροποιητές για μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και ευκολία στο χτύπημα.
Στην Ελλάδα μάθαμε την έτοιμη σαντιγί με τη Morfat στη χαρακτηριστική συσκευασία, τη δεκαετία του 1960. Τα σπιτικά εκμέκ και οι τούρτες έγιναν ξαφνικά πολύ πιο εύκολα στην παρασκευή τους. Έπειτα ακολούθησε η σαντιγί σε σπρέι για άμεση χρήση ως γαρνίρισμα σε φρουτοσαλάτες, καφέδες και παγωτά. Ένα γλυκό σύννεφο έτοιμο σε μπουκάλι.

Το ψωμί του τοστ
Μπορεί ο Otto Frederick Rohwedder να εφηύρε το 1928 μια μηχανή που τεμάχιζε και τύλιγε το ψωμί σε συσκευασία, αλλά στη χώρα μας το ψωμί για τοστ έγινε πιο γνωστό τη δεκαετία του 1960. Οι τετράγωνες φέτες ψωμιού με κίτρινο τυρί και ζαμπόν κομμένα σε ίδιες διαστάσεις μάς έδωσαν τη δυνατότητα να φτιάξουμε ψημένο σάντουιτς. Ήταν η στιγμή που κάναμε ένα μεγάλο άλμα από το ρουστίκ ψωμοτύρι σε αυτή την καινούρια νοστιμιά.
Η νέα αυτή συνήθεια απαιτούσε και ειδικό εργαλείο: την τοστιέρα. Το τοστ έχει κρατήσει τη δημοτικότητά του σταθερά μέσα στα χρόνια, τρώγεται από το πρωί μέχρι το βράδυ και αποκαλείται συνήθως με το υποκοριστικό του: τοστάκι. Επιπλέον, οι φέτες ψωμιού μάς έδωσαν την ευκαιρία να φτιάξουμε κλαμπ σάντουιτς με ψητό κοτόπουλο, μπέικον, ντομάτα, μαγιονέζα κ.λπ. και να απολαύσουμε μια μαξιμαλιστική λιχουδιά.

Τα φύλλα ζύμης
Το φύλλο κρούστας για χρόνια το έφτιαχναν στα εργαστήρια οι εξειδικευμένοι τεχνίτες. Στα σπίτια άνοιγαν το χωριάτικο φύλλο με την τεχνική που μάθαινε η μάνα στην κόρη. Οι τεμπέλες, πάλι, έφτιαχναν τις πίτες τους χωρίς φύλλο, αναμειγνύοντας απλώς μαζί αλεύρι, αυγά, γάλα και ό,τι άλλο υλικό είχαν πρόχειρο (κολοκύθια, πράσα, χόρτα, τυριά) και ψήνοντας το μείγμα σε ταψί.
Ώσπου οι κατεψυγμένες ζύμες κάθε είδους (κατεψυγμένα φύλλα, σφολιάτες, έτοιμες πίτες και ατομικά πιτάκια) έγιναν μια εύκολη και νόστιμη λύση για τα νοικοκυριά. Το μόνο που χρειαζόταν πια ήταν να αφήσουμε τα φύλλα να ξεπαγώσουν καλά και να φτιάξουμε τη γέμιση. Και κάπως έτσι οι οικιακοί φούρνοι άρχισαν να μοσχομυρίζουν όλο και συχνότερα.
Οι πίτες, εξαιρετικά αγαπητές στους Έλληνες, συμπληρώνουν το τραπέζι, τις παίρνουμε μαζί μας στη δουλειά και στο σχολείο και είναι τέλειες μαζί με τον απογευματινό καφέ. Ακόμη πιο εύκολο είναι να ψήσουμε μια έτοιμη πίτα που έρχεται στην κατάψυξη με όποια γέμιση τη θέλουμε, και επιπλέον δεν χρειάζεται απόψυξη.

Τα έτοιμα γλυκά
Η τούρτα ήταν ένα γλυκό που οι ελληνικές οικογένειες αγόραζαν από τα ζαχαροπλαστεία. Αν την έφτιαχναν στο σπίτι η διαδικασία ήταν μπελαλίδικη, αφού οι επιμέρους παρασκευές (παντεσπάνι, σιρόπι, κρέμες, γλάσο) ήταν πολλές. Μέχρι που το 1990 η εταιρεία Γιώτης λάνσαρε τις έτοιμες τούρτες, που περιέχουν στη συσκευασία όλα τα υλικά για τη δημιουργία και τη διακόσμηση μίας σπιτικής τούρτας, χωρίς ψήσιμο ή βράσιμο και με ελάχιστο χρόνο προετοιμασίας.
Γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία και υιοθετήθηκαν με ενθουσιασμό από τους καταναλωτές. Ακολουθούσαν οι βάσεις για τάρτες, που με μια κρέμα πατισερί και μερικά φρούτα μετατρέπονται σε ένα γρήγορο και εύγευστο γλυκό. Έπειτα ήρθαν τα μιλφέιγ, τα τσιζκέικ και πολλά ακόμη. Η δυνατότητα να υπάρχει ένα γλυκό στο σπίτι ανά πάσα στιγμή έγινε πλέον εφικτή.

Η μαγιονέζα
Ελαιόλαδο που πέφτει λίγο-λίγο, κρόκοι αυγών, χυμός λεμονιού και καλό χτύπημα με σύρμα, πιρούνι ή μίξερ: αυτή είναι η απλούστατη συνταγή της μαγιονέζας που, όμως, θέλει τέχνη γιατί μπορεί να κόψει ανά πάσα στιγμή.
Αυτό το ήξερε ο Richard Hellmann, ένας νεαρός Γερμανός μετανάστης στις ΗΠΑ, ο οποίος στις αρχές του 20ού αιώνα έφτιαξε ένα προϊόν που έμελλε να γίνει από τα πιο διαδεδομένα στον κόσμο: την τυποποιημένη μαγιονέζα. Η χρήση παστεριωμένων αυγών, η προσθήκη ξιδιού ή λεμονιού και βιομηχανικών σταθεροποιητών επέτρεψε τη μαζική παραγωγή και διανομή της.
Στα ελληνικά αστικά σπίτια της δεκαετίας του 1960 η μαγιονέζα στο βάζο έδωσε την ευκαιρία για εύκολη «αθηναϊκή» σαλάτα, πατατοσαλάτες, σαλάτες ζυμαρικών, πιάτα με θαλασσινά ή με αυγά, αλλά και για ευφάνταστα σάντουιτς. Πλέον βρίσκουμε πολλές εκδοχές μαγιονέζας στα ράφια: light, με αρτύματα, με μουστάρδα αλλά και εμπορικά προϊόντα χωρίς αυγά, για αλλεργικούς, vegan ή όσους αποφεύγουν τα ζωικά προϊόντα.

Οι έτοιμες σάλτσες
Η ανάπτυξη των μεθόδων κονσερβοποίησης είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι πρώτες βιομηχανικές σάλτσες. Σταδιακά, έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της κουζίνας, προσφέροντας εύκολες λύσεις για τα ζυμαρικά, το ρύζι αλλά και τα μαγειρευτά. Η έτοιμη σάλτσα ντομάτας έχει γίνει ένα από τα πιο γνωστά και πρακτικά προϊόντα της κουζίνας παγκοσμίως, ενώ τα τελευταία χρόνια στα ράφια των σούπερ μάρκετ βρίσκουμε έτοιμες σάλτσες μπολονέζ, ναπολιτάνα, αλλά και με βασιλικό, ελιές, φέτα και ρίγανη, γλυκόξινες, πέστο, κ.λπ.
Οι σύγχρονες τάσεις επιβάλλουν όσο το δυνατόν πιο «σπιτικές» γεύσεις, με αγνά υλικά και με λιγότερα πρόσθετα και σάκχαρα. Τα βάζα με τις σάλτσες έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής, ιδίως όταν αποθηκεύονται σε ντουλάπι μακριά από το φως και τη θερμότητα και απαιτούν από εμάς μόνο μία κίνηση: να ανοίξουμε το καπάκι.

Οι ζωμοί σε κύβο
Ο Γερμανός χημικός Justus von Liebig στα μέσα του 19ου αιώνα ανέπτυξε μια μέθοδο για την εξαγωγή και συμπύκνωση των θρεπτικών συστατικών του κρέατος, δημιουργώντας ένα προϊόν που μπορούσε να αποθηκευτεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και να χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή θρεπτικών ζωμών.
Στην Ελλάδα, τη δεκαετία του 1960, ο Γ. Βασιλόπουλος εισήγαγε κύβους με πλούσια γεύση ζωμού βοδινού, κότας ή λαχανικών που ενίσχυαν τη γεύση του φαγητού, χωρίς τη χρονοβόρα διαδικασία που απαιτούνταν μέχρι τότε. Οι νοικοκυρές αγάπησαν αμέσως τους μικρούς κύβους που απλοποιούσαν σημαντικά το μαγείρεμα.
Σήμερα, κυκλοφορούν και ζωμοί ψυγείου διαθέσιμοι σε υγρή ή ζελατινοειδή μορφή. Προσφέρουν πλούσια γεύση με μια κίνηση, διατηρούνται στη συντήρηση και είναι ό,τι πιο κοντά στον σπιτικό ζωμό.

Η κρέμα γάλακτος
Είναι η βάση για τις «αλά κρεμ» συνταγές που έδωσαν γαλλικό αέρα στη γαστρονομική μας ζωή. Χρησιμοποιείται στη δική μας εκδοχή της καρμπονάρας, σε μακαρονάδες με μανιτάρια, σε σάλτσες για κοτόπουλο και σουφλέ, σε βελουτέ σούπες, σε τσιζκέικ, μους και πολλά ακόμα. Στην Ελλάδα, τη δεκαετία του 1980 και κυρίως του 1990 πρωταγωνίστησε στην κουζίνα γιατί έκανε το φαγητό πλούσιο και «λιχούδικο» χωρίς κόπο.
Στην εποχή μας, που οι διατροφικές συνήθειες έχουν αλλάξει, μειώθηκε και η κατάχρηση της κρέμας γάλακτος. Σήμερα τη βρίσκουμε σε πολλές εκδοχές: πλήρη με 35% λιπαρά, ελαφριά με περίπου 15%, αλλά και πιο πλούσιες επιλογές όπως η double cream ή η γαλλική crème fraîche με 45% λιπαρά, με ελαφρά ξινούτσικη γεύση και πυκνή υφή.

Η έτοιμη μπεσαμέλ
Το παστίτσιο, ο μουσακάς και τα παπουτσάκια, τα εμβληματικά πιάτα της ελληνικής αστικής κουζίνας, έχουν κάτι κοινό: την πλούσια σάλτσα μπεσαμέλ που, αφού ψηθεί στον φούρνο, αποκτά μια χρυσορόδινη κρούστα. Αφράτη και γευστική, είναι μία από τις βασικές σάλτσες στη μαγειρική, γαλλικής προέλευσης, που μας τη σύστησε ο Νικόλαος Τσελεμεντές.
Φτιάχνεται από ένα μείγμα αλευριού και βουτύρου (roux), στο οποίο προστίθεται χλιαρό γάλα, αλάτι και μοσχοκάρυδο. Αφού δέσει και την κατεβάσουμε από τη φωτιά, προσθέτουμε αυγά και τυριά και στην πραγματικότητα γίνεται έτσι μια παραλλαγή που θυμίζει τη σάλτσα μορνέ (mornay). Θέλει υπομονή και προσοχή να μη σβολιάσει και να μη γίνει πολύ αραιή ή πολύ σφικτή.
Τη δεκαετία του 1990 η εταιρεία Γιώτης ανταποκρίθηκε στις σύγχρονες ανάγκες και έφερε στα ράφια των σούπερ μάρκετ έτοιμη κρέμα μπεσαμέλ σε κουτί. Χωρίς βράσιμο, με απλή προσθήκη κρύου γάλακτος, μέσα σε ελάχιστη ώρα. Αγαπήθηκε σύντομα και πλέον όχι μόνο το παστίτσιο και ο μουσακάς αλλά και τα σουφλέ και τα ογκρατέν έγιναν καθημερινότητα στο ελληνικό τραπέζι.
Styling: Κατερίνα Λυκουρέση – Food Styling: Μάκης Γεωργιάδης – Φωτογραφίες: Lambros Mentzos Photography
Δείτε επίσης