Κακώς ή καλώς, όταν πρέπει να βγω για φαγητό είμαι τις περισσότερες φορές «παιδί του κέντρου». Τον τελευταίο καιρό όμως, έχω βρεθεί σε εστιατόρια που επιβεβαιώνουν πως ο γαστρονομικός χάρτης της Αθήνας δεν περιορίζεται σε μια ακτίνα λίγων χιλιομέτρων. Ένα νόστιμο παράδειγμα; Το μεζεδοπωλείο Όψον στην Ηλιούπολη.
Ο όρος value for money είναι γενικά πιασάρικος, γιατί ποιος δεν θέλει να απολαμβάνει νόστιμο φαγητό σε συμφέρουσες και λογικές τιμές, που πια σπανίζουν στα εστιατόρια. Και τα 9,5 ευρώ για τη σχεδόν ενός κιλού προβατομακαρονάδα του Όψον, που είναι ίσως και το πιο γνωστό τους πιάτο, δεν φέρνουν στο τραπέζι απλώς μια πολύ γενναιόδωρη σε ποσότητα προβατομακαρονάδας για μοίρασμα, αλλά στην πραγματικότητα ένα βαθιά γευστικό πιάτο.
Όμως, ας πάρουμε όλα όσα δοκιμάσαμε από την αρχή.
Δείτε επίσης:
Αντρίκος: Στο Παλαιό Φάληρο σε ένα παντοπωλείο για φαγητό «όπως παλιά»
Το πρώτο που ήρθε στο τραπέζι ήταν φυσικά το ψωμί, το οποίο ήταν περασμένο από τη σχάρα, κάτι που, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, είναι πάντα ένα plus: το ψημένο και ραντισμένο με ελαιόλαδο ψωμί.

Μαζί με το ψωμί ήρθε και η δική τους χειροποίητη μελιτζανοσαλάτα. Έχω μια ιδιαίτερη σχέση με τις μελιτζανοσαλάτες. Ή μου αρέσουν πάρα πολύ ή καθόλου. Η συγκεκριμένη ανήκε στην πρώτη κατηγορία, όχι μόνο γιατί ήταν χειροποίητη, αλλά γιατί είχε έντονη γεύση μελιτζάνας, χωρίς το καπνιστό της να πικρίζει ή να καλύπτει όλες τις υπόλοιπες γεύσεις από τα ψιλοκομμένα λαχανικά της. Γενικά ήταν κρεμώδης, χωρίς να είναι υδαρής, και με ευδιάκριτα τα κομμάτια της μελιτζάνας και όλων των υπόλοιπων υλικών της.
Η σαλάτα που δοκιμάσαμε ήταν η κρητική, ο ντάκος δηλαδή, ο οποίος ήταν ένας κλασικός ντάκος με ωραία μοιρασμένη την ποσότητα όλων των υλικών. Δηλαδή ήταν αρκετά ισορροπημένος.

Επόμενο ορεκτικό που δοκιμάσαμε ήταν το ρολάκι μουσακά. Γενικά, οι κροκέτες μουσακά ή παστίτσιου είναι ένα ορεκτικό που βρίσκουμε πια πιο συχνά απ’ ό,τι παλαιότερα στα μενού των εστιατορίων. Το συγκεκριμένο όμως είχε αρκετές διαφορές. Εκτός από τα κλασικά υλικά του μουσακά, τη χειροποίητη μπεσαμέλ, τον κιμά, τη γλυκιά μελιτζάνα και την πατάτα, το ρολάκι είχε μέσα και στρώσεις από κολοκύθι, το οποίο έδινε μια φρεσκάδα στη συνολική γεύση.
Και η κρούστα του ήταν πολύ λεπτή, δηλαδή το panko δεν ήταν παχύ και δυσάρεστο, όπως συμβαίνει πολλές φορές σε τέτοιου είδους πιάτα. Ήταν χρυσαφένιο, ελαφρώς τραγανό και, παρόλο που ακούγοντας την περιγραφή αυτού του πιάτου μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι θα είναι βαρύ ή λαδερό, στο τηγάνισμα δεν είχε ρουφήξει καθόλου λάδι και το τελικό αποτέλεσμα ήταν νόστιμο, με πιο ελαφριά γεύση απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς.

Ένα ακόμη ορεκτικό που δοκιμάσαμε ήταν οι ψητές πιπεριές Φλωρίνης, γεμιστές με καπνιστό απάκι και λευκά τυριά. Και αυτό το πιάτο ήταν εκτελεσμένο πολύ προσεγμένα, με τη σάρκα της πιπεριάς Φλωρίνης να είναι γλυκιά, χωρίς τη μεμβράνη ή τη φλούδα της, που κάποιες φορές κάνει τέτοια πιάτα να χάνουν την ευχάριστη υφή τους.
Ήταν ένα νόστιμο, για τα δικά μου γούστα ελαφρώς πιο όξινο, λόγω των έντονων τυριών. Το μόνο που θα ήθελα θα ήταν λίγη περισσότερη ποσότητα από το απάκι στη γέμιση. Ιδανικά, θα ήθελα η αναλογία κρέατος και τυριού να ήταν λίγο πιο ισόποση. Όχι ότι δεν το φάγαμε βέβαια…
Και είχε έρθει η ώρα για τα κυρίως. Δοκιμάσαμε τρία διαφορετικά πιάτα, τα οποία μπήκαν στη μέση για μοίρασμα.
Το πρώτο ήταν το αρνάκι τσιγαριαστό, που γευστικά μπορώ άνετα να πω πως με μετέφερε στην Κρήτη. Και η Κρήτη είναι ένας γαστρονομικός προορισμός –και όχι μόνο βέβαια– που του έχω ιδιαίτερη αδυναμία.
Το κρέας ήταν τόσο ζουμερό, τόσο σωστά καρυκευμένο, που δεν μπορούσες να σταματήσεις να το τρως. Και το καλύτερο, το πιο σημαντικό για μένα, ήταν ότι καταλάβαινες πως πρόκειται για ποιοτικό κρέας, γιατί δεν είχε ούτε βαριά, δυσάρεστη μυρωδιά, ενώ η γεύση του ήταν ταυτόχρονα κρεάτινη και φίνα.

Ένα ακόμα πιάτο που δοκιμάσαμε ήταν τα τραγανά νιόκι στο πήλινο, με σιγομαγειρεμένο μοσχαράκι, κόκκινη σάλτσα και λιωμένα τυριά.
Το μοσχαράκι είχε μελώσει και η κόκκινη σάλτσα ήταν γλυκιά, δένοντας σωστά με τα τυριά. Τα νιόκι, αν και τηγανητά –κάτι που, όπως φαίνεται, το μαγαζί ξέρει να κάνει πολύ καλά– δεν είχαν ρουφήξει λάδι στο τηγάνισμα και κρατούσαν μια ωραία, ελαφριά τραγανή κρούστα, χωρίς να είναι καθόλου λαδερά στο δάγκωμα.
Πρόκειται για ένα σχετικά ασυνήθιστο πιάτο και ήταν πολύ σωστή η επιλογή να σερβιριστούν τα τραγανά νιόκι από πάνω. Στο παρελθόν έχει τύχει να δοκιμάσω παρεμφερή πιάτα με μαγειρευτό κρέας και τηγανητά νιόκι, στα οποία αυτά είχαν τοποθετηθεί κάτω από το κρέας, με αποτέλεσμα να απορροφήσουν τη σάλτσα. Αυτό τους χαρίζει μια όχι και τόσο ευχάριστη υφή, αφού χάνουν την τραγανότητά τους και δεν ενδείκνυνται για τέτοια χρήση.
Εδώ το πιάτο είχε στηθεί σωστά και είχε καταφέρει να αποδώσει ακριβώς την ιδέα του: ένα γευστικό μαγειρευτό με μια τραγανή έκπληξη από νιόκι στην κορυφή.

Τέλος, ήταν η ώρα να εμφανιστεί και ο μεγάλος πρωταγωνιστής: η προβατομακαρονάδα. Η συγκεκριμένη έχει κάνει καριέρα στα social media και όχι άδικα. Γιατί, όπως είπαμε και παραπάνω, δεν είναι μόνο η τιμή της που θα σε προκαλέσει να τη δοκιμάσεις, αν και παίζει κι αυτή πολύ σημαντικό ρόλο.
Τα ζυμαρικά μαγειρεύονται στον ζωμό από το πρόβατο, χωρίς να λασπώνουν, και παραμένουν ελαφρώς al dente στο δάγκωμα. Όχι υπερβολικά al dente για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά όσο πρέπει. Το κρέας, όπως και το τσιγαριαστό που αναφέραμε προηγουμένως, δεν έχει καμία δυσάρεστη μυρωδιά. Είναι ζουμερό, καλομαγειρεμένο και νόστιμο.
Είναι ένα πιάτο απλό, όμως κρύβει πολλές τεχνικές δυσκολίες, που στο Opson δεν πρόκειται να σου περάσουν από το μυαλό, γιατί απλώς δεν φαίνονται στο αποτέλεσμα. Για μένα, μαζί με το αρνάκι και τη μελιτζανοσαλάτα, ήταν τα τρία αγαπημένα μου πιάτα.
Σίγουρα θα επέστρεφα για να δοκιμάσω και τον υπόλοιπο κατάλογο την επόμενη φορά που θα ήθελα να απολαύσω, εκτός σπιτιού, γεύσεις που θυμίζουν κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι.
Info
Ανδρέα Παπανδρέου 9, Ηλιούπολη, τηλ.
Δείτε επίσης:
Μεζεδοπωλεία και Ουζερί: Η θεσσαλονικιώτικη κουλτούρα με μυστικά και διευθύνσεις
Βουλκανιζατέρ: Στο Κουκάκι για ντολμαδάκια με γαρίδα και μους σοκολάτας με ελαιόλαδο