Στο Χαλκειός της Χίου, ο Βασίλης Βίγκας και η Κέλλυ Λουφάκη σχεδιάζουν το επόμενο κεφάλαιο μιας οικογενειακής γης, που καλλιεργείται εδώ και γενιές.
Η ιστορία του Κτήματος Βίγκα δεν ξεκίνησε, όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα βαζάκια με τις μαρμελάδες, το πετιμέζι και τις ελιές. Πολύ πριν υπάρξει όνομα, ετικέτα και οικοτεχνία, υπήρχαν τα χωράφια της οικογένειας στο Χαλκειός της Χίου και άνθρωποι που τα καλλιεργούσαν από γενιά σε γενιά.
Σήμερα, τη σκυτάλη κρατά ο Βασίλης Βίγκας. Σπούδασε Θεολογία, ασχολείται εδώ και περίπου 25 χρόνια με τη Βυζαντινή Μουσική και την ψαλτική, αλλά η γη ήταν πάντα εκεί. Διαχειρίζεται περίπου 50 στρέμματα με ελιές, αμπέλια, εσπεριδοειδή και κηπευτικά και τα τελευταία χρόνια αποφάσισε ότι ένα μέρος αυτής της παραγωγής μπορούσε να κάνει ένα βήμα παραπέρα.

Η Κέλλη Λουφάκη στα μαστιχόδεντρα | Φωτογραφία: Βαλάντης Ζούμης
Μαζί του βρίσκεται η σύζυγός του, Κέλλυ Λουφάκη, παραολυμπιονίκης στην ξιφασκία με αμαξίδιο, τραπεζικός υπάλληλος στο επάγγελμα, η οποία εγκαταστάθηκε στη Χίο μετά το τροχαίο, έχοντας πίσω της μια εντελώς διαφορετική διαδρομή. Εκείνη ήταν που έδωσε επιπλέον ώθηση στην ιδέα της οικοτεχνίας και σήμερα οι δυο τους σχεδιάζουν ένα αγρόκτημα επισκέψιμο, ανοιχτό στον κόσμο και πλήρως προσβάσιμο.
Τους γνώρισα στο πρόσφατο ταξίδι μου στη Χίο. Εκεί, επισκέφθηκα το Κτήμα Βίγκα και μίλησα μαζί τους. Στη συζήτησή μας, τα ωραία σχέδια για το μέλλον έρχονται μαζί με την πραγματικότητα του σήμερα. Τη λειψυδρία, τις φωτιές, την έλλειψη εργατικών χεριών, τη γραφειοκρατία και ακόμη και ένα χιώτικο ελαιόλαδο που, για να αποκτήσει μπουκάλι και ετικέτα, πρέπει πρώτα να ταξιδέψει σε άλλο νησί. Άλλωστε «η επιχείρησή τους είναι πάντα ξεσκέπαστη».
Δείτε επίσης
Αύρα Πανουσοπούλου: Άφησε την Αθήνα για να δημιουργήσει την πρώτη σύγχρονη οικοτεχνία στην Αγιά Λάρισας

Βασίλη, τι ακριβώς είδαμε όταν ήρθαμε στο Κτήμα Βίγκα;
Αυτό που είδατε είναι η μορφή που σιγά σιγά αρχίζει να παίρνει όλο το εγχείρημα που είχα στο μυαλό μου και τώρα έχουμε και οι δύο. Εγώ ανέλαβα τη γη από τον πατέρα μου και καλλιεργώ κηπευτικά, εσπεριδοειδή, ελιές, αμπέλια. Τελικά, ό,τι φύεται στο νησί, αυτό προσπαθούμε να καλλιεργούμε. Στην πορεία, και αφού μπήκα σε πρόγραμμα νέων αγροτών, σκέφτηκα να κάνω κάτι παραπάνω. Να μη διαθέτω όλη την παραγωγή στην αγορά σε νωπή μορφή, αλλά να μεταποιώ ένα μέρος της και να δημιουργήσω μια σειρά προϊόντων. Προϊόντα που ήδη υπήρχαν στο σπίτι μας, ήδη τα έφτιαχνε η μητέρα μου. Θεωρούσα άδικο αυτά τα προϊόντα να μη φτάνουν στα τραπέζια ανθρώπων που θέλουν κάτι ποιοτικό και θέλουν να γευτούν τη Χίο και μέσα από τα προϊόντα της.
Η σχέση της οικογένειάς σου με τη γεωργία πηγαίνει αρκετά πίσω;
Όλες οι γενιές της οικογένειας είχαν επαφή με τον πρωτογενή τομέα. Κάποιοι έφυγαν βέβαια εκτός Χίου, αλλά η γη υπήρχε πάντα. Ένας απόγονος αυτής της οικογένειας είμαι σήμερα εγώ και σε αυτή τη φάση διαχειρίζομαι αυτή τη στρεμματική περιουσία. Περίπου 50 στρέμματα συνολικά, ένα μέρος γύρω από το σπίτι και τα υπόλοιπα σε διαφορετικά σημεία.
Όμως, εσύ επέλεξες να σπουδάσεις Θεολογία και όχι κάτι σχετικό με τη γεωργία.
Στην ηλικία που έπρεπε να αποφασίσω τι θα κάνω στη ζωή μου είχα πολύ έντονη την ανάγκη να γνωρίσω τον Θεό. Έχω τελειώσει Θεολογία και Βυζαντινή Μουσική και ψάλλω εδώ και 25 χρόνια, από 20 χρονών κρατάω αναλόγιο. Αυτή τη σχέση την έχω διατηρήσει σε όλη μου τη ζωή. Και μέσα από την ενασχόλησή μου με τη φύση πολλές φορές συναντάω και ανακαλύπτω τον Θεό. Αυτό με βοηθάει πάρα πολύ. Υπάρχουν πολλές φορές που δουλεύω μόνος μου, αλλά δεν αισθάνομαι ποτέ μόνος.
Κέλλυ, όταν γνωριστήκατε, η ιδέα της μεταποίησης υπήρχε ήδη;
Ναι, μπορεί ο Βασίλης να είχε ήδη στο μυαλό του το θέμα της μεταποίησης, αλλά νομίζω ότι μαζί οι δυο μας το τρέξαμε πολύ πιο γρήγορα. Υπήρχε, βέβαια, μια ολόκληρη διαδικασία, με γραφειοκρατία, ελέγχους, πιστοποιήσεις και γι’ αυτό καθυστερήσαμε. Πιστεύω ότι αν δεν υπήρχαν όλα αυτά θα μπορούσαμε να είχαμε ξεκινήσει και ένα εξάμηνο νωρίτερα.
Οι συνταγές για τα προϊόντα της οικοτεχνίας από πού προέρχονται;
Η μητέρα μου είναι η βασική πηγή, αλλά και εκείνη όταν ήρθε στη Χίο γνώρισε τη γιαγιά μου, που είχε έρθει από τη Σμύρνη, και την κυρα-Ειρήνη, που ήταν επίσης από τη Μικρά Ασία. Από εκείνες έμαθε πολλά πράγματα και αυτές είναι οι συνταγές τους.

Πώς είναι μια συνηθισμένη ημέρα για έναν αγρότη που έχει τόσες διαφορετικές καλλιέργειες;
Το καθημερινό πρόγραμμα ποικίλλει ανάλογα με την εποχή. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε έχουμε τον τρύγο και κόβουμε αμπελόφυλλα. Ταυτόχρονα στην οικοτεχνία ετοιμάζουν το πετιμέζι, γιατί τα σταφύλια πρέπει να οδηγηθούν κατευθείαν στο καζάνι. Αν μείνουν, ο μούστος θα αρχίσει να ζυμώνεται και αυτό δεν το θέλουμε. Κάθε εποχή έχει τα δικά της. Πρέπει να ετοιμαστούν οι ελιές για τη συγκομιδή, μετά τον Δεκέμβριο θα ωριμάσουν τα πρώτα μανταρίνια και πάει λέγοντας.
Είμαστε οικογενειακή επιχείρηση και ομάδα. Βοηθάει η μητέρα μου, η αδελφή μου, όλοι κάνουμε πράγματα. Αλλά στα Καμπόχωρα υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με τα εργατικά χέρια. Στη Χίο, ειδικά στις περιόδους αιχμής, αρκετοί παραγωγοί απασχολούν ανθρώπους που διαμένουν στη ΒΙΑΛ (σημ; Κλειστή Ελεγχόμενη Δομή για πρόσφυγες και μετανάστες, εφόσον έχουν δικαίωμα εργασίας). Υπάρχει τρόπος να πάρεις νόμιμα εργάτες, αλλά χρειάζεται διαδικασία και αυτό κάνει τα πράγματα πιο δύσκολα.
Συνήθως, όταν ακούμε για κάποιον που δουλεύει στη γη, φτιάχνουμε μια αρκετά ρομαντική εικόνα. Ποια είναι η άλλη πλευρά;
Η επιχείρησή μας είναι, όπως λένε πολλοί αγρότες, «ξεσκέπαστη». Είμαστε στον καιρό αφημένοι. Μπορεί να καταστραφεί η παραγωγή από μια κακοκαιρία, από μια βροχή, από μια λειψυδρία, από τα πάντα. Αυτά δεν μπορείς να τα προβλέψεις.
Εσάς σας άγγιξε και η μεγάλη φωτιά πέρσι στη Χίο;
Ναι. Η φωτιά έφτασε πολύ κοντά. Με μια αλλαγή στην κατεύθυνση του ανέμου, η φωτιά θα μπορούσε να είχε περάσει προς τα σπίτια. Από τα κτήματα που έχουμε, κάηκαν χωράφια με ελιές. Πέρασε ο ΕΛΓΑ για να τα εξετάσει και περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει, αν θα δοθούν δέντρα για να ξαναφυτευτούν και πώς θα προχωρήσει όλο αυτό.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Πόσο εύκολο είναι για έναν μικρό παραγωγό να κινηθεί μέσα στη γραφειοκρατία;
Εγώ προσωπικά έχω πάρα πολύ καλή σχέση με τη Διεύθυνση Γεωργίας εδώ στη Χίο. Οι άνθρωποι είναι πολύ εξυπηρετικοί και συνεργάσιμοι. Τα προβλήματα προκύπτουν από τους νόμους και από αυτά που ζητά η νομοθεσία. Για παράδειγμα, είμαι βιοκαλλιεργητής, πιστοποιημένος παραγωγός, αλλά ως οικοτεχνία δεν μπορώ να τυποποιήσω το λάδι μου. Μου επιτρέπεται να φτιάξω ένα αρωματικό λάδι με ρίγανη, αλλά δεν μπορώ να βάλω σε ένα μπουκάλι το ελαιόλαδο που παράγω και να το διαθέσω έτσι. Πρέπει να βρω πιστοποιημένο τυποποιητήριο. Στη Χίο δεν υπάρχει, οπότε πρέπει να φορτώσω το λάδι, να το πάω στο πιο κοντινό που είναι στη Λέσβο, να τυποποιηθεί εκεί, να το ξαναφέρω στη Χίο και μετά να το διαθέσω στους πελάτες μου. Όλα αυτά ανεβάζουν το κόστος. Θεωρώ ότι τέτοια πράγματα δυσκολεύουν τη ζωή μας αρκετά.
Τι θα άλλαζες στον τρόπο με τον οποίο στηρίζονται οι νέοι αγρότες;
Τα προγράμματα πρέπει να εξετάσουν λίγο διαφορετικά τις υποχρεώσεις που βάζουν στον νέο αγρότη. Για παράδειγμα, μπορεί να σου ζητούν μέσα σε μια τριετία να αυξήσεις τα στρέμματα ή το εισόδημά σου. Δεν είναι τόσο απλό. Επειδή πήρες μια επιδότηση δεν σημαίνει ότι μπορείς να προβλέψεις τι θα συμβεί στη γεωργία. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η κάθε περιοχή. Δεν μπορεί να είναι ακριβώς το ίδιο για έναν παραγωγό στη Θεσσαλία και για έναν παραγωγό σε ένα νησί. Αν θέλουμε νέους ανθρώπους να επιστρέψουν στα χωριά και να δημιουργήσουν εκεί οικογένεια και δουλειά, πρέπει να βλέπουμε και τις πραγματικές συνθήκες κάθε τόπου.
Κέλλυ, εσύ μεγάλωσες στην Αθήνα. Πώς ήταν η μετάβαση στη ζωή ενός νησιού;
Πολύ πριν γνωρίσω τον Βασίλη είχα ήδη στο μυαλό μου να έρθω στη Χίο. Είχα φτιάξει και το σπίτι μου ώστε να είναι προσβάσιμο. Μετά το ατύχημα δεν έριξα «μαύρη πέτρα» πίσω μου. Ίσα ίσα δέθηκα ακόμη περισσότερο με το νησί.
Ένα πράγμα που χαίρομαι πραγματικά είναι ότι έχω ηρεμήσει από την πίεση και το άγχος της Αθήνας, από αυτή την καθημερινή αίσθηση ότι τρέχουμε να τα προλάβουμε όλα, από την κίνηση στον δρόμο. Από αυτό έχω ηρεμήσει πάρα πολύ.
Σου λείπει κάτι από την Αθήνα;
Φυσικά έχω εκεί τους γονείς μου, συγγενείς και φίλους και πηγαίνω συχνά. Αλλά όταν πηγαίνω για δουλειές, μετράω τις μέρες για να φύγω. Δεν μπορώ πια. Αυτό που έχω κερδίσει εδώ στο νησί, η ποιότητα της ζωής, δεν συγκρίνεται με αυτό που έχω χάσει. Αυτό που μου λείπει περισσότερο είναι το κομμάτι της ψυχαγωγίας. Είμαστε σε ένα νησί όπου ειδικά τον χειμώνα τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Δεν έχεις τις επιλογές που έχεις στην Αθήνα. Αλλά εδώ βιώνω για πρώτη φορά στη ζωή μου αυτό που λέμε αυτάρκεια. Στο σπίτι, στην κουζίνα, ξέρω ότι στο τραπέζι μας έρχονται προϊόντα από τη δική μας γη. Αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό.
Εσύ ποιο κομμάτι έχεις αναλάβει περισσότερο στην οικοτεχνία;
Είναι ένας χώρος καινούργιος για μένα και μου αρέσει πολύ. Μου αρέσει η επαφή με τον πελάτη, να παρουσιάζω τα προϊόντα, να μιλάω γι’ αυτά. Ο Βασίλης γνωρίζει πολύ καλύτερα το κομμάτι της παραγωγής, γιατί το κάνει χρόνια. Εγώ βλέπω περισσότερο και το κομμάτι της επικοινωνίας και της επαφής με τον κόσμο.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ποιο είναι το μεγάλο σχέδιο για το Κτήμα Βίγκα; Πού θέλετε να φτάσετε;
Βασίλης: Θέλουμε να γίνει ένα πολυλειτουργικό αγρόκτημα. Να είναι επισκέψιμο, να μπορεί ο κόσμος να έρχεται, να βλέπει τις καλλιέργειες, να μαθαίνει για τις παλιές καλλιέργειες και τις εργασίες που γίνονται ανά εποχή, να δοκιμάζει τα προϊόντα μας και να υπάρχει και το σημείο όπου θα μπορεί να τα αγοράσει. Δεν θέλουμε απλώς να φτιάχνουμε ένα προϊόν και να το βάζουμε σε ένα βάζο. Θέλουμε ο άνθρωπος που έρχεται εδώ να βλέπει από πού ξεκίνησε. Να γνωρίζει τον τόπο και την παραγωγή.
Κέλλυ: Αυτό είναι το βασικό μας όνειρο. Η οικοτεχνία είναι ουσιαστικά το πρώτο βήμα. Θέλουμε να τη μεγαλώσουμε, να δημιουργήσουμε χώρο υποδοχής επισκεπτών και το κτήμα να είναι πλήρως προσβάσιμο στα άτομα με αναπηρία. Έχουμε ήδη κάνει μελέτες και έχουμε σχέδια. Περιμένουμε να ανοίξουν και τα κατάλληλα χρηματοδοτικά προγράμματα για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Αργότερα μπορεί να υπάρξει ακόμη και ένα κομμάτι διαμονής και αγροτουρισμού. Όμως όλα αυτά θα γίνουν σταδιακά. Το βλέπουμε σε βάθος χρόνου, ακόμη και δεκαετίας.
Βασίλη, αν ένας άνθρωπος που ζει στην Αθήνα και δουλεύει σε ένα γραφείο διαβάσει αυτή τη συνέντευξη και σκεφτεί «τα αφήνω όλα και πάω να καλλιεργήσω τη γη», τι θα του έλεγες;
Αν υπάρχει μια βάση, αν υπάρχει από τον παππού ή τον πατέρα μια αγροτική περιουσία που μπορεί να αξιοποιήσει, αν έχει όρεξη και δεν φοβάται να λερωθεί, να το κάνει. Αλλά πρέπει να ξέρει ότι θα υπάρξουν και αποτυχίες. Δεν πρέπει να περιμένει ότι θα μπει στη γεωργία και αμέσως θα έχει κέρδος μόνο από την πρωτογενή παραγωγή. Και το κέρδος δεν είναι πάντα μόνο οικονομικό. Είναι ότι μπορείς να έχεις το μποστάνι σου, να παράγεις πράγματα που καταναλώνεις στο σπίτι σου, να έχεις μια μορφή αυτάρκειας. Είναι ο καθαρός αέρας, οι διαφορετικοί ρυθμοί ζωής. Αλλά πρέπει να υπάρχει βάση. Και πρέπει να είσαι διατεθειμένος να δουλέψεις.
Κεντρική Φωτογραφία: Manes Pangalos
Δείτε επίσης
Άννα Άτσου: Άφησε τη διαφήμιση στην Αθήνα για να καλλιεργήσει μήλα στην Καστοριά
Από τα βαπόρια στο καφενείο – Η ιστορία του κ. Πάσσα στη Λαγκάδα Χίου
«Του τσοπάνη»: η 6η γενιά της φάρμας Γεωργούλη τυροκομεί στα βοσκοτόπια της Χίου