Στις 24 Σεπτεμβρίου, ημέρα που τα Κύθηρα και η Πύλος γιορτάζουν την πολιούχο τους, υπάρχει ένας καλός λόγος να γνωρίσουμε καλύτερα τη μυρτιά που έδωσε το όνομά της στην Παναγία Μυρτιδιώτισσα. Γνωρίζετε ότι οι σκουρόχρωμοι καρποί της τρώγονται, τα φύλλα της χρησιμοποιούνται ως μυρωδικό και σε ορισμένες μεσογειακές κουζίνες ακόμη και ο καπνός της αρωματίζει το φαγητό;
Δείτε επίσης
Του Σταυρού έφτιαχναν το προζύμι της χρονιάς – Το έθιμο με τον αγιασμό και τον βασιλικό

Από τα Κύθηρα στην Πύλο: Η ιστορία της Μυρτιδιώτισσας
Η ιστορία της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας ξεκινά από τα Κύθηρα και συγκεκριμένα από τα Μυρτίδια – την μεικτή μονή των Κυθήρων. Σύμφωνα με την παράδοση, σε αυτή την περιοχή, που ήταν κατάφυτη από μυρτιές, ένας βοσκός βρήκε την εικόνα της Παναγίας. Έτσι, από τις μυρτιές προήλθε και η ονομασία Μυρτιδιώτισσα.
Η σύνδεση με την Πύλο έχει, επίσης, αφετηρία από τα Κύθηρα. Μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου εγκαταστάθηκαν στην περιοχή οι Τσιριγώτες, οι ψαράδες των Κυθήρων, οι οποίοι το 1828 έφεραν μαζί τους τη λατρεία της Παναγίας των Κυθήρων. Αρχικά, έχτισαν έναν μικρό πλίθινο ναό στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα ο ναός της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας. Με τα χρόνια η Μυρτιδιώτισσα έγινε πολιούχος και προστάτιδα της Πύλου.
Έτσι, στις 24 Σεπτεμβρίου η γιορτή έχει ιδιαίτερη σημασία και για τους δύο τόπους. Στα Κύθηρα βρίσκεται το Ιερό Προσκύνημα των Μυρτιδίων, ενώ στην Πύλο η ημέρα τιμάται με πανηγυρική λειτουργία και λιτάνευση της εικόνας. Κάθε χρόνο, στις 24 Σεπτεμβρίου, τα κλαδιά της μυρτιάς (τα βάγια) στολίζουν τους ναούς και τις εικόνες.

Η μυρτιά στην αρχαία Ελλάδα
Ο μύθος λέει πώς όταν η θεά Αφροδίτη αναδύθηκε από την θάλασσα, έκρυψε τη γύμνια της πίσω από μία μυρτιά. Έκτοτε, έγινε το ιερό φυτό της Αφροδίτης που συνδεόταν με την ομορφιά, τον έρωτα και τον γάμο. Μάλιστα, τα κλαδιά του φυτού χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή στεφανιών, αντί για δάφνη ή ελιά.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν γνώριζαν τη μυρτιά μόνο ως ιερό ή αρωματικό φυτό, αλλά έτρωγαν και τους καρπούς της. Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εικόνα δίνει ο Αθήναιος στους «Δειπνοσοφιστές». Στο 14ο βιβλίο, αναφερόμενος στον κωμικό ποιητή Δίφιλο, η συζήτηση περνά στα «τραγήματα», δηλαδή τα επιδόρπια που ακολουθούσαν το κυρίως γεύμα. Αλλά και στον πολεμικό χορό του «Τελεσία», τα μυρτόκαρπα εμφανίζονται μαζί με γλυκίσματα και αμύγδαλα ανάμεσα σε όσα προσφέρονταν στο δεύτερο μέρος του γεύματος.
Και δεν είναι η μοναδική αναφορά. Ο Αθήναιος παραθέτει επίσης τον πολιτικό Εύβουλο, ο οποίος, περιγράφει με σατιρικό τρόπο όσα μπορούσε να βρει κανείς στην αθηναϊκή αγορά: μυρτιές, σύκα, σταφύλια, αχλάδια, μήλα, γλυκίσματα και κηρήθρες. Σε άλλο απόσπασμα, από τον «Χείρωνα», έργο που αποδιδόταν στον Φερεκράτη, τα βρίσκουμε ξανά μαζί με αμύγδαλα, μήλα και σταφύλια.
Αιώνες αργότερα, συναντάμε τη μυρτιά και στον Διοσκουρίδη, ο οποίος καταγράφει διαφορετικές χρήσεις του φυτού και των καρπών του. Αναφέρεται ακόμη σε κρασί που παρασκευαζόταν από μυρτόκαρπα, ενώ παρασκευάσματα της μυρτιάς χρησιμοποιούνταν και για τα μαλλιά.

Τι είναι η μυρτιά και πού φύεται
Η κοινή μυρτιά έχει επιστημονική ονομασία Myrtus communis L. και ανήκει στην οικογένεια Myrtaceae. Είναι αειθαλής αρωματικός θάμνος ή μικρό δέντρο, με γυαλιστερά πράσινα φύλλα και λευκά άνθη. Είναι χαρακτηριστικό φυτό της μεσογειακής βλάστησης και αυτοφύεται στην Ελλάδα. Αν και τη θεωρούμε χαρακτηριστικό φυτό της Μεσογείου, η φυσική εξάπλωση της μυρτιάς είναι πολύ μεγαλύτερη και φτάνει ανατολικά έως το Πακιστάν. Στη Μεσόγειο συναντάται, μεταξύ άλλων, στην Ελλάδα, στην Κύπρο, στην Τουρκία, στην Ιταλία και τα μεγάλα νησιά της, στην Κορσική, στην Ιβηρική Χερσόνησο και στη Βόρεια Αφρική.

Ναι, τα μυρτόκαρπα τρώγονται
Τα ώριμα μυρτόκαρπα είναι βρώσιμα και μπορούν να καταναλωθούν ακόμη και ωμά. Η γεύση τους, όμως, δεν θυμίζει τα γλυκά μούρα που έχουμε συνηθίσει. Έχει νότες από φρέσκα βότανα, ξύλο και ρητίνη.
Στην πρώτη δαγκωματιά δίνει μία ήπια γλυκύτητα που αποχωρεί γρήγορα γιατί οι αιχμηρές τανίνες τονίζουν τη στυφάδα του χυμού, αφήνοντας μία ελαφρώς πικρή επίγευση που διατηρεί τα ιδιαίτερα αρώματα. Γι’ αυτό έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον ως πρώτη ύλη για διάφορες παρασκευές.
Στη Μεσόγειο έχουν χρησιμοποιηθεί για λικέρ, μαρμελάδες και άλλα παρασκευάσματα, ενώ υπάρχουν και εθνοβοτανικές καταγραφές για τη χρήση των αποξηραμένων καρπών ως καρύκευμα.

Τα φύλλα της μυρτιάς στην κουζίνα
Τα φύλλα της μυρτιάς είναι επίσης αρωματικά και χρησιμοποιούνται στη μαγειρική όπως χρησιμοποιούμε τα δαφνόφυλλα. Η χρήση τους έχει καταγραφεί σε διαφορετικές περιοχές της Ιταλίας, μεταξύ άλλων στη Σαρδηνία, την Καλαβρία και τη Λιγουρία, κυρίως για το αρωμάτισμα κρεάτων και κυνηγιού.
Στη Σαρδηνία χρησιμοποιούν ολόκληρα κλαδιά για να ψήσουν το παραδοσιακό ψητό γουρουνόπουλο (Porceddu Sardo), ώστε να αρωματιστεί. Άλλωστε, ο καπνός από τη μυρτιά χρησιμοποιείται για να δώσει το χαρακτηριστικό άρωμά της σε τρόφιμα, γενικότερα.

Στη Σαρδηνία γίνεται και λικέρ
Η Σαρδηνία και στην Κορσική είναι ίσως το μέρος όπου η μυρτιά έχει σήμερα την πιο αναγνωρίσιμη γαστρονομική ταυτότητα. Εκεί παρασκευάζεται το mirto, ένα από τα χαρακτηριστικά λικέρ του νησιού. Η γνωστότερη εκδοχή, το κόκκινο mirto, παρασκευάζεται με ώριμα σκουρόχρωμα μυρτόκαρπα που αφήνονται να εκχυλιστούν σε αλκοόλη. Υπάρχει και λευκό mirto, στο οποίο αξιοποιούνται κυρίως τα φύλλα.
Μυρτιές και μύρτιλλα δεν είναι το ίδιο
Είναι εύκολο να μπερδευτούν, κυρίως εξαιτίας του ονόματος και του σκούρου χρώματός τους. Σε ξένες αναφορές συναντάμε τις μυρτιές ως myrtle berries, ενώ τα μύρτιλλα που βρίσκουμε σήμερα στα καταστήματα είναι τα blueberries που ανήκουν σε διαφορετική οικογένεια.
Η μυρτιά, λοιπόν, δεν μας είναι καθόλου άγνωστη. Τη συναντάμε στην ελληνική φύση, στις εκκλησίες, στην αρχαία παράδοση και στο τραγούδι. Λιγότερο γνωστή είναι η θέση της στην κουζίνα: από τους καρπούς που γίνονται λικέρ και μαρμελάδα μέχρι τα φύλλα και τα κλαδιά που χρησιμοποιούνται για να αρωματίσουν το φαγητό.
Δείτε επίσης
Κουρμπάνι: Το έθιμο πίσω από τα μεγάλα καζάνια των πανηγυριών
Φλισκούνι: Τι γεύση έχει η «άγρια μέντα» της Ελλάδας
Σιδερίτης, το ελληνικό τσάι του βουνού: Τα είδη και η γεύση τους