Λεοντόψαρο και λαγοκέφαλος συγχέονται συχνά, όμως πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά είδη. Τι ισχύει για την κατανάλωσή τους, γιατί ο λαγοκέφαλος δεν τρώγεται και, τελικά, γιατί γίνεται τόσος ντόρος; Μήπως είναι απλώς της μόδας;

Τις τελευταίες εβδομάδες τα ονόματα του λεοντόψαρου και του λαγοκέφαλου ακούγονται όλο και συχνότερα. Συχνά, μάλιστα, συγχέονται, παρότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά είδη. Το ένα μπορεί να καταναλωθεί με ασφάλεια και αρκετοί επιστήμονες ενθαρρύνουν την αλίευσή του. Το άλλο απαγορεύεται να διατεθεί ως τρόφιμο και έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους της ελληνικής παράκτιας αλιείας.

Δύο ξενικά ψάρια που μπερδεύονται συνεχώς

«Τρώγεται ο λαγοκέφαλος;», «Είναι δηλητηριώδες το λεοντόψαρο;», «Ποιο από τα δύο επικηρύσσουν;». Οι ερωτήσεις αυτές εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα στις μηχανές αναζήτησης και στα social media. Δεν είναι παράξενο γιατί και τα δύο είδη είναι λεσεψιανοί μετανάστες που έφτασαν στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ προκαλώντας ανατροπές στα θαλάσσια οικοσυστήματα.

Ωστόσο, εκεί σταματούν και οι ομοιότητές τους. Το λεοντόψαρο μπορεί να καταναλωθεί με ασφάλεια αφού αφαιρεθούν τα δηλητηριώδη αγκάθια του. Αντίθετα, ο λαγοκέφαλος δεν είναι τρόφιμο γιατί περιέχει τετροδοτοξίνη, μία από τις ισχυρότερες φυσικές νευροτοξίνες -ουσίες επικίνδυνες για την υγεία του ανθρώπου.

Αυτό σημαίνει πως η ένταξη του λεοντόψαρου στη διατροφή των Ελλήνων είναι μέρος της λύσης του προβλήματος. Ενώ για τον λαγοκέφαλο η υπόθεση εξελίσσεται σε ένα ολοένα και μεγαλύτερο οικονομικό πρόβλημα για την ελληνική παράκτια αλιεία.

Δείτε επίσης
Από τον γερμανό μέχρι το λεοντόψαρο: Ποια είναι τα «νέα» ψάρια της Μεσογείου

Το λεοντόψαρο είναι νόστιμος εισβολέας

Το λεοντόψαρο (Pterois miles) είναι, ίσως, το πιο εντυπωσιακό ψάρι που έχει εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια στις ελληνικές θάλασσες. Τρέφεται με μικρά ψάρια και καρκινοειδή, αναπαράγεται γρήγορα και, όπως συμβαίνει με πολλά ξενικά είδη, δεν διαθέτει αρκετούς φυσικούς θηρευτές στη Μεσόγειο. Το δηλητήριό του βρίσκεται αποκλειστικά στα αγκάθια των πτερυγίων του. Μετά την ασφαλή αφαίρεσή τους, η σάρκα του είναι απολύτως βρώσιμη. Είναι λευκή, σταθερή, με ήπια γεύση που θυμίζει σκορπίνα ή σφυρίδα και ήδη χρησιμοποιείται σε αρκετές χώρες της Μεσογείου αλλά και στην Καραϊβική, όπου θεωρείται, επίσης, εισβολικό είδος.

Ο λαγοκέφαλος είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία

Αν το λεοντόψαρο μπορεί να καταλήξει στο πιάτο, ο λαγοκέφαλος δεν πρόκειται να βρεθεί ποτέ εκεί. Το είδος Lagocephalus sceleratus εμφανίστηκε στις ελληνικές θάλασσες περίπου την ίδια περίοδο. Μετά την πρώτη εμφάνισή του στη νοτιοανατολική Μεσόγειο στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο λαγοκέφαλος καταγράφηκε λίγο αργότερα και στις ελληνικές θάλασσες, ξεκινώντας από τη Ρόδο. Έκτοτε, εξαπλώθηκε σταδιακά στην Κρήτη, στα Δωδεκάνησα, στο Αιγαίο, στο Ιόνιο και σήμερα απαντάται σε μεγάλο μέρος της ελληνικής επικράτειας. Μάλιστα, καταγράφεται όλο και συχνότερα σε περιοχές όπως ο Σαρωνικός και ο Βόρειος Ευβοϊκός, επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή εξάπλωσή του στις ελληνικές θάλασσες.

Δεν έγινε ξαφνικά πιο επικίνδυνος. Αυτό που άλλαξε είναι ότι πλέον γνωρίζουμε πόσο κοστίζει.

Οι ψαράδες μιλούσαν εδώ και χρόνια

Για χρόνια οι επαγγελματίες ψαράδες περιέγραφαν ένα πρόβλημα που δύσκολα μπορούσε να αποτυπωθεί με αριθμούς. Μιλούσαν για κατεστραμμένα αλιεύματα, σκισμένα δίχτυα, κομμένα παραγάδια και χαμένο εισόδημα. Μέχρι πρόσφατα, όμως, οι μαρτυρίες αυτές παρέμεναν κυρίως εμπειρικές και δεν είχαν ακόμη τεκμηριωθεί με οικονομικά στοιχεία..

Το 2024, ερευνητές του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης και το Πανεπιστήμιο Πατρών, δημοσίευσαν την πρώτη ολοκληρωμένη ελληνική μελέτη που αποτίμησε οικονομικά τις ζημιές που προκαλεί ο λαγοκέφαλος στην παράκτια αλιεία. Η έρευνα βασίστηκε σε συνεντεύξεις με 141 επαγγελματίες ψαράδες από την Κρήτη και το Ιόνιο, οι οποίοι συμμετείχαν την περίοδο 2020-2022. Η μελέτη δεν περιορίστηκε στην αποτίμηση των ζημιών στα δίχτυα και στα παραγάδια. Κατέγραψε, επίσης, πώς ο λαγοκέφαλος αλλάζει την καθημερινότητα των επαγγελματιών αλιέων, αναγκάζοντάς τους να τροποποιήσουν τον τρόπο με τον οποίο ψαρεύουν.

Τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά. Στην Κρήτη, η μέση ετήσια οικονομική απώλεια υπολογίστηκε στα 6.315 ευρώ ανά αλιευτικό σκάφος, ενώ σε περιοχές του Λιβυκού Πελάγους, όπου η παρουσία του λαγοκέφαλου είναι ιδιαίτερα έντονη, οι απώλειες έφτασαν ακόμη και τα 8.954 ευρώ ανά σκάφος. Αντίθετα, στο Ιόνιο, όπου το είδος δεν έχει ακόμη την ίδια πυκνότητα, το αντίστοιχο κόστος ήταν μόλις 258 ευρώ.

Πέρα από το οικονομικό κόστος, η σημαντικότερη διαπίστωση της έρευνας έδειξε ότι οι αλιείς αναγκάζονται να ψαρεύουν σε διαφορετικά βάθη, να μειώνουν τον χρόνο παραμονής των εργαλείων στη θάλασσα, να αλλάζουν δίχτυα και παραγάδια και, σε αρκετές περιπτώσεις, να εγκαταλείπουν παραδοσιακά αλιευτικά πεδία.

Ο λαγοκέφαλος δεν καταστρέφει μόνο τα αλιεύματα. Αλλάζει τον τρόπο άσκησης της παράκτιας αλιείας.

Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο πληθυσμός του έχει αυξηθεί

Το γεγονός ότι ο λαγοκέφαλος βρίσκεται σήμερα πιο συχνά στην επικαιρότητα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει τόσο μεγάλος κίνδυνος. Σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή Ιχθυολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Ιωάννη Μπατζάκα: «Δεν υπάρχουν επιστημονικές μελέτες που να δείχνουν ότι ο πληθυσμός του λαγοκέφαλου έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Ως επιστήμονες δεν μπορούμε να πούμε ούτε ότι έχει αυξηθεί ούτε ότι δεν έχει αυξηθεί, γιατί δεν διαθέτουμε συγκρίσιμα στοιχεία», αναφέρει στο Cantina.

Όπως εξηγεί, το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Σε κάποιες περιοχές, οι επαγγελματίες ψαράδες αντιμετωπίζουν εδώ και χρόνια σοβαρές ζημιές από τον λαγοκέφαλο, κυρίως στα παραγάδια και στα δίχτυα τους. «Το πρόβλημα υπήρχε εδώ και χρόνια. Απλώς σήμερα συζητιέται πολύ περισσότερο», σημειώνει. Κατά την εκτίμησή του, η αυξημένη δημοσιότητα οφείλεται στην ευρύτερη διάδοση των βίντεο που γίνονται αμέσως δημοφιλή στο facebook και στα άλλα social media.

Δείτε επίσης
Γιατί δεν πρέπει να τρώμε πετροσωλήνες – Η αλήθεια για τον παράνομο «μεζέ»


Φωτογραφία: Οργανισμός περιβαλλοντικής προστασίας

Στον Σαρωνικό κυριαρχεί το νανολαγόψαρο

Παρά την εξάπλωση του λαγοκέφαλου, ο Μανώλης Λεονάρδος αποφεύγει τις εύκολες γενικεύσεις. Όπως εξηγεί, στον Σαρωνικό, όπου δραστηριοποιείται συστηματικά, δεν διαπιστώνει ακόμη δραματική μείωση των πληθυσμών των άλλων ψαριών. «Εμείς οι ψαροντουφεκάδες ερχόμαστε συχνότερα αντιμέτωποι με το νανολαγόψαρο, ένα συγγενικό και επίσης τοξικό είδος. Το μεγάλο λαγόψαρο είναι περισσότερο πελαγικό και πλησιάζει πιο σπάνια τον γιαλό», αναφέρει. Κατά την εκτίμησή του, μεγαλύτερη πίεση στον γόνο ασκούν άλλα λεσεψιανά είδη, όπως τα λεοντόψαρα και τα ψάρια-τρομπέτες. «Ευτυχώς τα λεοντόψαρα είναι βρώσιμα και οι ψαροντουφεκάδες έχουμε βοηθήσει σημαντικά στον περιορισμό του πληθυσμού τους», σημειώνει.

Ο ίδιος εκτιμά ότι ο λαγοκέφαλος προκαλεί σημαντικές ζημιές στα μαλάκια, ιδιαίτερα στα χταπόδια. Ωστόσο, θεωρεί ότι η σημερινή εικόνα δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στο ξενικό αυτό είδος. Όπως επισημαίνει, η έντονη αλιευτική πίεση και η παράνομη αλιεία γόνων αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες που έχουν επηρεάσει τους πληθυσμούς τους.

Να επικηρυχθεί ο λαγοκέφαλος;

Αναφορικά με την επικύρηξή του, ο ψαροκυνηγός Μανώλης Λεονάρδος, τάσσεται υπέρ: «Για να στηρίξει τους παράκτιους επαγγελματίες αλιείς και όχι επειδή τα λαγόψαρα απειλούν τους λουόμενους που διαβάζουμε τις τελευταίες ημέρες» και συνεχίζει: «Οι παράκτιοι επαγγελματίες βλέπουν πολλές φορές πάνω από τα μισά ψάρια στα δίχτυα τους να είναι κατεστραμμένα από τους λαγοκέφαλους. Αντίστοιχα, όσοι ψαρεύουν με παραγάδια μπορεί να χάνουν πάνω από το 20% των αγκιστριών τους, ανάλογα με την περιοχή. Οι άνθρωποι αυτοί χρειάζονται ένα δεύτερο εισόδημα ώστε να μην καταστραφεί ένας παραδοσιακός κλάδος που εξακολουθεί να προσφέρει φρέσκο, ποιοτικό και προσιτό ψάρι στα ελληνικά λιμάνια».

Η ελληνική αλιεία επηρεάζεται από ένα σύνολο παραγόντων και η αντιμετώπιση ενός μόνο εισβολέα δεν αρκεί για να αναστρέψει τη συνολική εικόνα.

Οι υδατοκαλλιέργειες βρίσκονται σε επιφυλακή

Η εικόνα είναι καθησυχαστική και για τις ελληνικές υδατοκαλλιέργειες. «Έως σήμερα, στις επτά Περιφέρειες δραστηριοποίησής μας δεν έχουμε επηρεαστεί από την παρουσία του λαγοκέφαλου», δηλώνει στο Cantina ο Απόστολος Τουραλιάς, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ). «Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη ραγδαία αναπαραγωγή του είδους και την απουσία φυσικών θηρευτών, παραμένουμε σε εγρήγορση. Ως βασικός φορέας του κλάδου εξετάζουμε προληπτικά το ενδεχόμενο μελλοντικών προκλήσεων, όπως πιθανές υλικές ζημιές στις υποδομές και στα δίχτυα των μονάδων μας, προκειμένου να διασφαλίσουμε την απρόσκοπτη λειτουργία της παραγωγής».

Δεν κινδυνεύουν οι λουόμενοι αν δεν προκαλούν άγρια ζώα

Στη δημόσια συζήτηση ο λαγοκέφαλος παρουσιάζεται συχνά ως ένα επικίνδυνο ψάρι που μπορεί να βρεθεί κοντά στις παραλίες. Οι άνθρωποι που βρίσκονται καθημερινά στη θάλασσα, όμως, περιγράφουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή Ιχθυολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Ιωάννη Μπατζάκα: «Το πρόβλημα με τους λαγοκέφαλους πρέπει να εστιάσει στους επαγγελματίες ψαράδες και όχι στους λουόμενους που δεν κινδυνεύουν. Δεν πιστεύω ότι είναι απειλή. Δηλαδή αυτά που λέγονται ότι δαγκώνουν δεν πιστεύω ότι ισχύουν γιατί τα άγρια ζώα δεν πλησιάζουν τον άνθρωπο αν δεν τα προκαλέσει. Κυκλοφορούν βίντεο που δείχνουν ότι οι άνθρωποι ταΐζουν τα ψάρια. Αν ταϊζουμε τα ψάρια θα έρθουν, και αν κουνάμε το δάχτυλο αντί για το δόλωμα, θα δαγκώσουν. Οποιοδήποτε άλλο ζώο το ίδιο θα έκανε. Και η γάτα και ο σκύλος, άμα τα πειράζουμε. Δεν ισχύει ότι βγήκαν ξαφνικά οι λαγοκέφαλοι και τρώνε τον κόσμο. Από κάποιο σημείο και πέρα είναι κοινή λογική».

Μήπως είναι το ίδιο με το ιαπωνικό φούγκου;

Αυτή είναι ίσως η πιο συχνή απορία που γεννά ο λαγοκέφαλος. Αφού στην Ιαπωνία σερβίρεται το περίφημο φούγκου, γιατί να μη μπορεί να αξιοποιηθεί γαστρονομικά και ο λαγοκέφαλος της Μεσογείου; Η σύντομη απάντηση είναι ότι δεν πρόκειται για το ίδιο ψάρι. Το φούγκου δεν είναι ένα συγκεκριμένο είδος αλλά η γενική ονομασία που χρησιμοποιείται στην Ιαπωνία για διάφορα ψάρια της οικογένειας των τετραοδοντιδών (Tetraodontidae). Ανάμεσά τους υπάρχουν είδη με διαφορετικά επίπεδα τοξικότητας, διαφορετική κατανομή της τετροδοτοξίνης στους ιστούς
τους και διαφορετική γαστρονομική παράδοση.

Ο λαγοκέφαλος της Μεσογείου (Lagocephalus sceleratus) είναι ένα από αυτά τα είδη, όμως οι επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι η περίπτωσή του είναι πολύ διαφορετική. Η τετροδοτοξίνη δεν εντοπίζεται μόνο στο ήπαρ, αλλά έχει ανιχνευθεί ακόμη και στη μυϊκή σάρκα του ψαριού. Επιπλέον, η συγκέντρωσή της μεταβάλλεται ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, την εποχή και το κάθε άτομο ξεχωριστά. Συνεπώς, δεν υπάρχει ασφαλής τρόπος να διαπιστωθεί αν ένα φιλέτο είναι ακίνδυνο.

Γι’ αυτό και οι πρόσφατες επιστημονικές δημοσιεύσεις καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα πως κανένα μέρος του Lagocephalus sceleratus δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλές για κατανάλωση. Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνεται και στη νομοθεσία. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 853/2004 απαγορεύει τη διάθεση στην αγορά ψαριών της οικογένειας Tetraodontidae ως τρόφιμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι, σε αντίθεση με την Ιαπωνία, όπου το φούγκου αποτελεί μέρος μιας μακραίωνης γαστρονομικής παράδοσης υπό αυστηρούς κανόνες και ειδική εκπαίδευση των μαγείρων, ο λαγοκέφαλος της Μεσογείου δεν επιτρέπεται να φτάσει ποτέ στον πάγκο ενός ιχθυοπωλείου και στο πιάτο ενός εστιατορίου.

Δείτε επίσης

Η κωλοχτύπα και ο αστακός μοιάζουν αλλά δεν είναι το ίδιο: Πώς τα ξεχωρίζουμε και πώς τα μαγειρεύουμε

Φούσκες: Το θαλασσινό που δεν είναι όστρακο και έχει γεύση συμπυκνωμένης θάλασσας