Ποιος δεν ξέρει τα γυαλιστερά κουφετάκια μαστίχας ΕΛΜΑ (Ελληνική Μαστίχα); Οι πρώτες ελληνικές τσίχλες που κυκλοφόρησαν στη χώρα από την Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου έγιναν φέτος 70 ετών.

Όταν η τσίχλα ελληνικά λεγόταν… μαστίχα
Αν οι παλαιότεροι γνώριζαν από παιδιά όλα τα πολύτιμα οφέλη που προσφέρει στον οργανισμό μας η μαστίχα, ίσως κανένας δάσκαλος δεν θα έκανε στην τάξη την παρατήρηση «μη μασάτε μαστίχα», αφού η απάντηση μάλλον θα τον αποστόμωνε. Οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται σίγουρα ότι η έκφραση «μασάω μαστίχα» σήμαινε «μασάω τσίχλα» κάποιες δεκαετίες πριν. Κι αυτό γιατί όντως, οι πρώτες ελληνικές τσίχλες που κυκλοφόρησαν στη χώρα μας -και σίγουρα οι πιο φυσικές και υγιεινές- δεν ήταν άλλες από τα γυαλιστερά κουφετάκια μαστίχας ΕΛΜΑ.
Φέτος συμπληρώνονται 70 χρόνια από τότε που η Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου κυκλοφόρησε στην ελληνική αγορά για πρώτη φορά την τσίχλα αυτήν, προϊόν που παραμένει αυθεντικό και αγνό, συμπυκνώνοντας μια σπάνια σχέση μεταξύ φύσης και ανθρώπου, μαζί με τις παραδόσεις και την ιστορία ενός ολόκληρου τόπου. Σε αρκετές πλέον παραλλαγές όσον αφορά τις συσκευασίες, το σχήμα, την υφή και τα αρώματα που συνδυάζονται με εκείνα της μαστίχας, δεν έχει χάσει ίχνος από τη δημοφιλίας της.
Το μακρύ, γευστικό ταξίδι της ξεκινά το 1956, όπως πληροφορούμαστε στο εξαιρετικό Μουσείο Μαστίχας Χίου, για να γίνει ένας από τους πιο σημαντικούς σταθμούς στην ιστορική εξέλιξη εκμετάλλευσης της πολύτιμης μαστίχας. Ας δούμε πως η πρώτη τσίχλα των αρχαίων χρόνων που οι λαοί της Ανατολικής Μεσογείου μασούσαν για τον καθαρισμό των δοντιών και την φρεσκάδα της αναπνοής, μετατράπηκε σε μια απολαυστική, καθημερινή συνήθεια γεμάτη οφέλη.

Η καλλιέργεια που έγινε στοιχείο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς
Αποτελώντας την ξεχωριστή υπογραφή της φυσιογνωμίας του νότιου τμήματος της Χίου, τα μαστιχόδεντρα κατακλύζουν το τοπίο ανάμεσα στα πανέμορφα μεσαιωνικά καστροχώρια που αναπτύχθηκαν γύρω τους. Τα παρατηρείς φουντωτά, φυτεμένα σε σειρές να απλώνονται ως όπου φτάνει το μάτι, συχνά να παρεμβάλλονται ανάμεσα σε ελαιόδεντρα κι άλλοτε μεμονωμένα σε κήπους και αυλές, με τα μικροσκοπικά τους άνθη να αφήνουν το οσφρητικό τους αποτύπωμα με το που τ΄αγγίξεις. Αμέσως γίνεσαι κοινωνός μιας ολοζώντανης παράδοσης που διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητα, την οικονομία και τα έθιμα της νότιας Χίου.
Οι ρίζες του «παράδοξου της μαστίχας», της ιδιαίτερης ποικιλίας σχίνου που μόνο εδώ παράγει τη ρητίνη της μαστίχας, απλώνονται στα βάθη των αιώνων. Από τα αρχαία χρόνια οι καλλιεργητές φρόντιζαν για τον πολλαπλασιασμό των αποδοτικότερων δέντρων και τη δημιουργία νέων φυτειών, με το ιδιαίτερο κλίμα της λοφώδους νοτίου Χίου να ευνοεί μεταξύ άλλων το σωστό στέγνωμα της μαστίχας. Η εκμετάλλευσή της στα χρόνια των Βυζαντινών την είχε ήδη αναδείξει σε σημαντικό εξαγώγιμο προϊόν και μια μονοπωλιακού χαρακτήρα πηγή σημαντικών εσόδων. Κατά τον Μεσαίωνα, υποτελείς και κυρίαρχοι κεντώντας τον σχίνο κι εκμεταλλευόμενοι το πολύτιμο μαστίχι, σμίλεψαν κυριολεκτικά τον τόπο.
Δείτε επίσης
Σούμα Χίου: Το άγνωστο για χρόνια, ελληνικό απόσταγμα και ο παραγωγός που το έβγαλε από την αφάνεια

Τα καλλιεργητικά μονοπάτια έγιναν δρόμοι που οδηγούσαν σε οχυρωμένα χωριά, τα λεγόμενα Μαστιχοχώρια, ενώ οι μαστιχοκαλλιεργητές απολάμβαναν ξεχωριστής αντιμετώπισης και ειδικών προνομίων, τόσο από τους Γενοβέζους όσο και από τους Οθωμανούς κατακτητές. Οι τοπικές κοινωνίες άνθιζαν, τα Μαστιχοχώρια τελούσαν υπό ειδικό διοικητικό και φορολογικό καθεστώς, την δε περίοδο της συγκομιδής, φύλακες έλεγχαν τις εισόδους των χωριών για τυχόν παράνομη διακίνηση μαστίχας, με αυστηρότατες ποινές για τους λαθρεμπόρους. Παράλληλα, ένα πλήρες νέο λεξιλόγιο αναπτύχθηκε γύρω από τις εργασίες συγκομιδής, επεξεργασίας και εμπορικής εκμετάλλευσης της πολύτιμης αυτής ρητίνης.
Η Σφαγή της Χίου έκαμψε σοβαρά αλλά δεν τερμάτισε την καλλιέργεια της μαστίχας, ενώ η απελευθέρωση της διάθεσής της το 1840, ο άνευ κανόνων ανταγωνισμός και η κερδοσκοπία σε βάρος των μαστιχοπαραγωγών, οδήγησαν στη σύνταξη του «Κανονισμού Μαστίχης» και κυρίως μεταγενέστερα στη δημιουργία συνεταιρισμού. Κάπως έτσι γεννήθηκε η Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου, ως φορέας που συστηματικοποίησε την καλλιέργεια, επεξεργασία και μεταποίηση της μαστίχας. Ταυτισμένο με τον τόπο παραγωγής του, τη μυροβόλο Χίο, το σπάνιο και πολύτιμο αυτό φυσικό προϊόν, το αποκαλούμενο «δάκρυ του μαστιχόδεντρου», ήταν έτοιμο να ανοίξει ένα ξεχωριστό σημαντικό κεφάλαιο στη σύγχρονη παραγωγική ιστορία της Ελλάδας.

Από το μαστιχόδεντρο και τη ρητίνη στα γευστικά κουφέτα
Με την ιστορία της Ένωσης Μαστιχοπαραγωγών Χίου να είναι πλέον από το 1938 συνυφασμένη με τη νεότερη ιστορία της Χίου, η αξία της μαστίχας ως ένα σταθερά επίκαιρο προϊόν ενισχύθηκε και εδραιώθηκε με στρατηγικές κινήσεις. Κι ενώ μετά την Κατοχή υπάρχει διαθέσιμο απόθεμα 600 τόνων μαστίχας, οι αγορές είναι κλειστές και η εξυπηρέτηση δανείων προς την ΑΤΕ επείγει. Η ανάγκη αξιοποίησης των αποθεμάτων ωθεί την ΕΜΧ στην τυποποίηση της μαστίχας σε διάφορες μορφές και την παραγωγή μαστιχέλαιου, θυμιάματος και βερνικιών, μεταξύ άλλων προϊόντων. Και τότε γεννιέται η ιδέα της τσίχλας μαστίχας Χίου.
Εκμεταλλευόμενη τη ευρεσιτεχνία του Ευάγγελου Μεντωνίδη, αποφασίζει την παραγωγή της πρώτης τσίχλας «ΒΕΜ» στις αρχές της δεκαετίας του 1950, προσπάθεια που ωστόσο αστόχησε. Το 1956 όμως, κυκλοφορεί για πρώτη φορά την τσίχλα ΕΛΜΑ, με έδρα της παραγωγικής δραστηριότητας την πόλη της Χίου και αυτή τη φορά, επιτυχημένο αποτέλεσμα.

Η νέα δραστηριότητα απαιτεί νέα μηχανήματα, κάποια τόσο σπάνια που χρειάστηκε να ανατεθούν σε τοπικά μηχανουργεία, ενώ δραστηριότητες όπως ο χημικός έλεγχος, η κατασκευή ξύλινων κουτιών και η εκτύπωση συσκευασιών, αναπτύσσονται παράλληλα. Πράγματι, ενώ ως τα τέλη της δεκαετίας του ’60, στις εκθέσεις όπου συμμετείχε η Ένωση η μαστίχα προσφέρονταν μέσα στα μικρά πήλινα αγγεία «μπουρμουλάκια» -που φτιάχνονται στα Αρμόλια, το Μαστιχοχώρι με τη μακρά παράδοση στην κεραμική-, η αυξημένη διακίνηση της τσίχλας ωθεί τη ΕΜΧ στην ανάληψη δημιουργίας και της συσκευασίας της.
Τα πρώτα μηχανήματα κυτιοποιίας και τυπογραφίας αγοράζονται το 1961, ενώ το επόμενο μεγάλο βήμα έρχεται το 1988 με την ίδρυση νέου εργοστασίου τσίχλας στα Καμποχώρια, σαν αποτέλεσμα της αυξητικής τάσης των πωλήσεων. Όποιος επισκεφθεί το Μουσείο Μαστίχας Χίου, μπορεί να διαπιστώσει το μεγάλο αυτό άλμα συγκρίνοντας από τη μια τα μικρά πήλινα δοχεία κι απ΄την άλλη τις πρώτες εκείνες συσκευασίες, μαζί με τα τυπογραφικά στοιχεία για τη δημιουργία τους.
Ως τη στιγμή βέβαια που η τσίχλα ΕΛΜΑ θα συσκευάζονταν για να φτάσει στο εμπόριο, μεσολαβούσε όπως κι εξακολουθεί να συμβαίνει, το ταξίδι της ζύμης στη γραμμή παραγωγής. Την οποία ζύμη αποτελούν μόλις τέσσερα συστατικά: φυσική μαστίχα, ζάχαρη, βούτυρο και νισεστέ, τα οποία μπαίνουν σε ορισμένη αναλογία στον μαλακτήρα και μαλάσσονται για 15΄με ζεστό νερό στον θερμαινόμενο κάδο του.
Δείτε επίσης
Βοηθά η μαστίχα στη χώνεψη; Όσα αξίζει να ξέρουμε για τα ελληνικά χωνευτικά αφεψήματα
Ένας μαρμάρινος πάγκος υποδέχεται τη ζύμη, όπου τα ανθρώπινα χέρια αναλαμβάνουν να την πλάσουν με προσθήκη άχνης ζάχαρης, σε «πίτες» πάχους 2,5 – 3εκ. Αφού κρυώσουν σε ειδικά ράφια και με την παροχή κρύου αέρα η θερμοκρασία τους πέσει από τους 50 °C στους 35°C, έρχεται η ώρα της μηχανής διαμόρφωσης φύλλου και χάραξης. Εκεί, η πίτα μέσα από μια σειρά κυλίνδρων διαμορφώνεται σε ορθογώνιες παστίλιες, τους «πυρήνες».
Το στέγνωμα αυτή τη φορά αφορά τα χαραγμένα φύλλα, που στη συνέχεια κόβονται γύρω από τη χάραξη και φτάνουν σε κουφετιέρες χωρητικότητας 40-60 κιλών. Η παροχή θερμότητας από το κάτω μέρος και φρέσκου αέρα από ένα στόμιο, στοχεύει στον περιορισμό της υγρασίας, ενώ ταυτόχρονα οι περιστροφές φτάνουν τις 24 στροφές/λεπτό. Ύστερα από 24 ολόκληρες ώρες, τα κουφέτα είναι έτοιμα να κρυώσουν και πάλι σε λεπτές παλέτες. Ένα τελικό πέρασμα από το ειδικό βαρελάκι μαζί με ταλκ και στεατίνη, περιστροφή για 15΄ και τα γυαλισμένα κουφέτα είναι πλέον έτοιμα για συσκευασία.

Οι φυσικές ιδιότητες ως το καλύτερο εργαλείο marketing
Κι αν η συσκευασία άλλαξε με τις δεκαετίες, η γεύση, η ποιότητα και οι μοναδικές ιδιότητες της τσίχλας ΕΛΜΑ παραμένουν σταθερές. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι διαδικασίες παραγωγής παραμένουν σχεδόν σταθερές, με μόνες αλλαγές τη προσθαφαίρεση προϊόντων και τις ανανεώσεις μηχανημάτων, αλλά πάντα με τη συμμετοχή του ανθρώπινου παράγοντα. Στις μέρες μας, την αγαπημένη γεύση της απολαμβάνουμε επίσης χωρίς ζάχαρη, εμπλουτισμένη με βιταμίνη C ή φθόριο, συνδυασμένη με τη φρεσκάδα του λεμονιού, το γλυκό άρωμα του τριαντάφυλλου, τη σπιρτάδα της κανέλας, τη δροσιά του δυόσμου, ή το πλούσιο άρωμα του καφέ.
Την ίδια στιγμή, η βασική γραμμή προβολής εξακολουθεί να υιοθετεί την ίδια επιχειρηματολογία. Όπως τονίζει μια παλιά διαφημιστική αφίσα, η τσίχλα Χίου από αγνή μαστίχα, όχι μόνο αρωματίζει το στόμα, αλλά και δυναμώνει τα ούλα, διευκολύνοντας παράλληλα την πέψη.
Μόνο που πλέον, το πάντα επίκαιρο σλόγκαν, όπως και τις σπουδαίες ευεργετικές ιδιότητες -αντιμικροβιακή, αντιφλεγμωνώδης, αντιοξειδωτική δράση- της μαστίχας, επιβεβαιώνουν αναρίθμητες ιατρικές και επιστημονικές μελέτες. Από το 2015 μάλιστα, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων την αναγνωρίζει ως φυσικό φάρμακο για προβλήματα πέψης και επούλωση πληγών.
Αποδεδειγμένα πλέον, η μαστίχα, αυτή η μικρή ψηφίδα άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς και σημαντικό δείγμα της ελληνικής παραγωγικής ιστορίας, είναι ένα προϊόν με ονομασία προέλευσης και σημαντικά οφέλη. Και η τσίχλα ΕΛΜΑ μας το θυμίζει με τον πιο απολαυστικό κι απλό τρόπο, κάθε φορά που βάζουμε ένα αρωματικό κουφετάκι στο στόμα μας.
Δείτε επίσης:
Από τα βαπόρια στο καφενείο – Η ιστορία του κ. Πάσσα στη Λαγκάδα Χίου
Το Ψωμί της Μηλιάς: Ο ιστορικός ξυλόφουρνος της Μάνης που ψήνει ακόμα όπως το 1821