Τις μεγάλες δυνατότητες της Ηπείρου να εξελιχθεί σε διεθνή προορισμό θεματικού τουρισμού, αλλά και την ανάγκη ύπαρξης ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου ανάπτυξης για την ελληνική περιφέρεια, ανέδειξε ο βουλευτής Α’ Αθηνών και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Παύλος Γερουλάνος, κατά τη συζήτηση με θέμα «Το στοίχημα της Ηπείρου: η δημιουργία μιας ολιστικής ταξιδιωτικής εμπειρίας» στο 5ο Cantina Academy.

Μιλώντας με την εμπειρία του πρώην υπουργού Τουρισμού, ο κ. Γερουλάνος υποστήριξε ότι η Ήπειρος διαθέτει έναν μοναδικό πλούτο, ο οποίος δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί στον βαθμό που θα μπορούσε. Όπως εξήγησε, ο σύγχρονος τουρισμός περιπέτειας περιλαμβάνει δεκάδες διαφορετικές δραστηριότητες, από την παρατήρηση πουλιών και την εξερεύνηση σπηλαίων μέχρι την αναρρίχηση, το κανό, τα τοπικά φεστιβάλ και τις πολιτιστικές εμπειρίες.

Σύμφωνα με τον ίδιο, διεθνώς έχουν καταγραφεί περίπου 35 διαφορετικές κατηγορίες δραστηριοτήτων που συνθέτουν το συγκεκριμένο τουριστικό προϊόν. «Η Πολωνία είναι σήμερα ένας από τους ισχυρότερους παίκτες στον τουρισμό περιπέτειας και διαθέτει εννέα από αυτές τις δραστηριότητες. Η Ήπειρος έχει 32. Της λείπει η κρουαζιέρα, το σαφάρι και το σερφ», ανέφερε χαρακτηριστικά, για να καταλήξει ότι «η Πολωνία είναι μεγαθήριο στον τουρισμό περιπέτειας, η Ήπειρος δεν υπάρχει».

Ο κ. Γερουλάνος απέδωσε αυτή την αντίφαση όχι στην έλλειψη πόρων ή δυνατοτήτων, αλλά στην αδυναμία συντονισμού των φορέων που εμπλέκονται στην ανάπτυξη του τουριστικού προϊόντος. Όπως υποστήριξε, η δημιουργία μιας ολοκληρωμένης ταξιδιωτικής εμπειρίας προϋποθέτει συνεργασία ανάμεσα στην τοπική αυτοδιοίκηση, τα επιμελητήρια, τις επιχειρήσεις, τα πανεπιστήμια και τους παραγωγικούς φορείς.

Κατά την άποψή του, το αθηνοκεντρικό μοντέλο λειτουργίας του κράτους δυσκολεύει αυτή τη συνεργασία, καθώς οι πόροι και οι αρμοδιότητες παραμένουν κατακερματισμένοι μεταξύ διαφορετικών υπουργείων, με αποτέλεσμα να απουσιάζει ένας κοινός αναπτυξιακός σχεδιασμός σε τοπικό επίπεδο.

Ανατρέχοντας στη δική του θητεία στο Υπουργείο Τουρισμού κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, περιέγραψε πώς η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με σημαντική μείωση των αφίξεων από βασικές αγορές όπως η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως είπε, η κρίση οδήγησε στη διαμόρφωση μιας κοινής στρατηγικής μεταξύ του υπουργείου, του ΣΕΤΕ, του Υπουργείου Εξωτερικών και άλλων φορέων, με στόχο την αναδιάρθρωση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος και το άνοιγμα νέων αγορών.

Στο πλαίσιο εκείνης της προσπάθειας, η Ελλάδα ενίσχυσε την παρουσία της σε αγορές όπως η Ρωσία, η Τουρκία και το Ισραήλ, ενώ ταυτόχρονα έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη σχέσεων με την Ινδία και την Κίνα. Κατά τον ίδιο, η επιτυχία εκείνου του σχεδιασμού οφειλόταν στο γεγονός ότι υπήρξε συνέχεια, συνεργασία και συστηματική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.

«Πετύχαμε τους στόχους μας γιατί είχαμε συνέχεια, γιατί είχαμε συνεργασία και γιατί είχαμε συστήματα που παρακολουθούσαν την αποτελεσματικότητα αυτών που κάναμε», ανέφερε.

Ο κ. Γερουλάνος εκτίμησε ότι η περίοδος μετά την πανδημία θα έπρεπε να αποτελέσει αφετηρία για έναν νέο δεκαετή σχεδιασμό του ελληνικού τουρισμού, ο οποίος όμως δεν πραγματοποιήθηκε. Όπως υποστήριξε, το ζητούμενο σήμερα δεν είναι απλώς η αύξηση του αριθμού των επισκεπτών, αλλά η καλύτερη κατανομή τους στον χώρο και τον χρόνο, καθώς και η αύξηση της αξίας που αφήνουν στις τοπικές οικονομίες.

«Μετά την Covid ήταν η ώρα να σχεδιαστούν τα επόμενα δέκα χρόνια. Και αυτό δεν έγινε ποτέ», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Κατά την εκτίμησή του, ένας τέτοιος σχεδιασμός θα είχε αναδείξει με σαφήνεια τον ιδιαίτερο ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Ήπειρος στον διεθνή χάρτη του τουρισμού περιπέτειας.

«Η Ήπειρος έχει απίθανες δυνατότητες να αναπτύξει τον τουρισμό περιπέτειας και να γίνει πρωταγωνιστής παγκοσμίως σε αυτό το είδος τουρισμού», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι η περιοχή διαθέτει ήδη τα φυσικά, πολιτιστικά και παραγωγικά χαρακτηριστικά που απαιτούνται για να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη και ανταγωνιστική ταξιδιωτική εμπειρία.

Παράλληλα, τόνισε ότι το μεγάλο ζητούμενο για την Ήπειρο δεν είναι να ανακαλύψει νέα πλεονεκτήματα, αλλά να συνδέσει αποτελεσματικά εκείνα που ήδη διαθέτει, μετατρέποντάς τα σε ένα ενιαίο και αναγνωρίσιμο αναπτυξιακό και τουριστικό προϊόν.

Η προσβασιμότητα μπορεί να γίνει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την έννοια του «ποιοτικού τουρίστα», ο Παύλος Γερουλάνος υποστήριξε ότι η ποιότητα ενός επισκέπτη δεν πρέπει να μετριέται αποκλειστικά με βάση τα χρήματα που δαπανά σε έναν προορισμό.

Όπως εξήγησε, για τον ίδιο ποιοτικός επισκέπτης είναι πρωτίστως εκείνος που επιθυμεί να γνωρίσει και να σεβαστεί τον τόπο που επισκέπτεται, είτε αυτό αφορά τον πολιτισμό, είτε το φυσικό περιβάλλον, είτε την τοπική κοινωνία. Παράλληλα, σημείωσε ότι η αξία ενός επισκέπτη δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος της δαπάνης του, αλλά και από το πότε και πού επιλέγει να ταξιδέψει.

«Ένας επισκέπτης που έρχεται τον Νοέμβριο μπορεί να είναι πιο χρήσιμος για έναν προορισμό από κάποιον που έρχεται τον Αύγουστο», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου δημιουργεί σημαντικά οφέλη για τις τοπικές οικονομίες, υπογράμμισε.

Ένα κοινό τουλάχιστον 54 εκατομμυρίων ανθρώπων

Ο κ. Γερουλάνος έφερε ως παράδειγμα την εμπειρία του από επίσκεψή του στο American Association of Retired Persons (AARP), έναν οργανισμό που αριθμούσε ήδη πριν από δεκαπέντε χρόνια περίπου 54 εκατομμύρια μέλη.

Όπως ανέφερε, πρόκειται για ανθρώπους με διαθέσιμο χρόνο, οικονομική δυνατότητα και έντονο ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και τις αυθεντικές ταξιδιωτικές εμπειρίες, χαρακτηριστικά που ταιριάζουν ιδιαίτερα με το τουριστικό προϊόν της Ηπείρου.

«Η Ήπειρος θα μπορούσε να είναι ένας ιδανικός προορισμός για αυτούς τους ανθρώπους».

Η προσβασιμότητα ως επένδυση για όλους

Σύμφωνα με τον ίδιο, βασική προϋπόθεση για την προσέλκυση τέτοιων επισκεπτών είναι η ενίσχυση της προσβασιμότητας σε ολόκληρο τον προορισμό.

Όπως εξήγησε, πολλοί ταξιδιώτες μεγαλύτερης ηλικίας ή άτομα με κάποια μορφή αναπηρίας επιλέγουν προορισμούς που μπορούν να εξυπηρετήσουν με άνεση τις ανάγκες τους.

Η επένδυση στην προσβασιμότητα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τους επισκέπτες αλλά και τους ίδιους τους κατοίκους.

«Δεν θα έκανες τον προορισμό καλύτερο μόνο για τους συνταξιούχους της Αμερικής. Θα τον έκανες καλύτερο για τους Έλληνες, για τα άτομα με αναπηρία, για τις οικογένειες με καροτσάκια και για τους ηλικιωμένους».

Ο Παύλος Γερουλάνος εκτίμησε ότι η συστηματική επένδυση σε τέτοιες υποδομές θα μπορούσε να δώσει στην Ήπειρο ένα ξεχωριστό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε μια ευρωπαϊκή αγορά που γερνά δημογραφικά και αναζητά όλο και περισσότερο προσβάσιμους και ποιοτικούς προορισμούς.

Κλείνοντας τη συζήτηση, ο Παύλος Γερουλάνος κλήθηκε να περιγράψει ποιο θα ήταν το βασικό μήνυμα μιας υποθετικής καμπάνιας για την προβολή της Ηπείρου. Όπως, υποστήριξε η ανάπτυξη του τουρισμού περιπέτειας δεν αποτελεί θεωρητικό σενάριο, αλλά μια πρακτική που έχει ήδη εφαρμοστεί με επιτυχία σε διαφορετικές χώρες και περιοχές του κόσμου.

Όπως ανέφερε, η ίδια ομάδα συμβούλων που ανέπτυξε τον τουρισμό περιπέτειας στην Ιρλανδία εργάστηκε στη συνέχεια στην Ουγκάντα και σήμερα δραστηριοποιείται στην περιοχή της Οχρίδας, αποδεικνύοντας ότι η συνεργασία μεταξύ τοπικών φορέων μπορεί να δημιουργήσει ένα ισχυρό και αναγνωρίσιμο τουριστικό προϊόν.

«Αν μπορεί η Ιρλανδία, η Ουγκάντα και η Οχρίδα να συντονίσουν τοπικούς φορείς για τον τουρισμό περιπέτειας, είμαι βέβαιος ότι μπορούμε και στην Ελλάδα».

Η Ελλάδα πρέπει να παραμένει ανθρωποκεντρική

Αναφερόμενος στις βασικές αρχές που θα έπρεπε να διέπουν μια καμπάνια προβολής της χώρας, ο κ. Γερουλάνος υποστήριξε ότι η Ελλάδα οφείλει να παραμένει ελληνοκεντρική και κυρίως ανθρωποκεντρική.

Όπως εξήγησε, ακόμη και τα πιο εντυπωσιακά τοπία αποκτούν μεγαλύτερη αξία όταν συνδέονται με τους ανθρώπους που ζουν σε αυτά και με τις εμπειρίες που μπορούν να προσφέρουν.

«Η Ελλάδα δεν μπορεί να πουλήσει ούτε τον πιο όμορφο προορισμό αν δεν έχει τον άνθρωπο στο επίκεντρο».

Από την εμπειρία σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής

Σύμφωνα με τον ίδιο, τα κοινά στα οποία θα μπορούσε να απευθυνθεί η Ήπειρος τα επόμενα χρόνια είναι κυρίως οι ψηφιακοί νομάδες και οι επισκέπτες μεγαλύτερης ηλικίας που αναζητούν ποιότητα ζωής, αυθεντικές εμπειρίες και μια διαφορετική καθημερινότητα.

Περιγράφοντας το πιθανό μήνυμα μιας καμπάνιας για την περιοχή, υποστήριξε ότι η Ήπειρος δεν πρέπει να πουλήσει μόνο την εμπειρία της επίσκεψης, αλλά και την προοπτική ενός διαφορετικού τρόπου ζωής.

«Έλα να ζήσεις μια εμπειρία, μείνε για να ανακαλύψεις έναν διαφορετικό τρόπο ζωής».

Όπως τόνισε, αυτός ο συνδυασμός ανάμεσα στη μοναδική εμπειρία που προσφέρει η περιοχή και στην ποιότητα ζωής που μπορεί να ανακαλύψει ο επισκέπτης αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ηπείρου.

Ποιος είναι ο Παύλος Γερουλάνος

Ο Παύλος Γερουλάνος γεννήθηκε το 1966, στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στο Williams College. Το 1994 απέκτησε μεταπτυχιακούς τίτλους από το τμήμα Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Harvard και από το τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου MIT. Εργάστηκε στα Ιχθυοτροφεία Κεφαλλονιάς, ως οικονομικός διευθυντής και υπεύθυνος προγράμματος αναδιοργάνωσης της εταιρείας, από το 1994 έως το 1998.

Την περίοδο 1999-2004 διετέλεσε ειδικός συνεργάτης του Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρέου, σε θέματα οργάνωσης και συντονισμού και Γενικός Γραμματέας Απόδημου Ελληνισμού. Τον Ιανουάριο του 2006 ανέλαβε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Παπανδρέου, έως το 8ο Συνέδριο του Κινήματος. Διετέλεσε Γραμματέας του Τομέα Επικοινωνίας του ΠΑΣΟΚ από το 2008 και ήταν υπεύθυνος της προεκλογικής καμπάνιας των Ευρωεκλογών και των Εθνικών Εκλογών του 2009. Διετέλεσε Υπουργός Πολιτισμού, Τουρισμού και Αθλητισμού από το 2009 έως το 2012. Το 2019 διεκδίκησε ως υποψήφιος Δήμαρχος τον Δήμο Αθηναίων με την παράταξη «ΑΘΗΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΣΥ». Τον Μάιο του 2023 εξελέγη Βουλευτής στην Περιφέρεια της Α’ Αθήνας. Τον Ιούνιο του 2023 επανεξελέγη.

Μιλάει αγγλικά και γαλλικά. Είναι παντρεμένος με τη Λάρα Μπαράζι-Γερουλάνου και έχει δύο κόρες, την Τατιάνα και την Αλεξάνδρα.