Τη σημασία της καινοτομίας, της στρατηγικής και της επιμονής για την ανάπτυξη ενός εξαγωγικού αγροδιατροφικού προϊόντος ανέδειξε ο παραγωγός και εξαγωγέας χελιών και πέστροφας Βαγγέλης Γείτονας, κατά την τοποθέτησή του στο 5o Cantina Academy με κεντρικό θέμα: «Ήπειρος: Οι ρίζες και το μέλλον της αυθεντικότητας», το οποίο διοργανώνεται από το Πρώτο Θέμα και το Cantina στα Ιωάννινα, την Τρίτη 23 Ιουνίου 2026.
Ο κ. Γείτονας συμμετείχε στο 4ο πάνελ του συνεδρίου, με αντικείμενο «Αγροτική παραγωγή: η ατμομηχανή της εξέλιξης», το οποίο συντόνισε ο δημοσιογράφος στο Πρώτο Θέμα, Γιώργος Ευγενίδης.
Από την καινοτομία στην παραγωγή
Αναφερόμενος στην απόφαση να επενδύσει σε προϊόντα όπως το χέλι, σε μια εποχή που η επιλογή αυτή θεωρούνταν μάλλον ασυνήθιστη, εξήγησε ότι η πρώτη μεγάλη πρόκληση ήταν η ίδια η παραγωγή. Όπως είπε, η καλλιέργεια ενός τέτοιου είδους απαιτεί καινοτομία και συνεχή αναζήτηση νέων μεθόδων, ώστε να εξασφαλίζεται ταυτόχρονα η ποιότητα και η ανταγωνιστικότητα του προϊόντος.
«Για να το καλλιεργήσεις, θέλει μια προσπάθεια και μια καινοτομία σίγουρα. Να βρεις τρόπους που να σου δώσουν τη δυνατότητα να παράγεις σωστά, ποιοτικό προϊόν και ταυτόχρονα οικονομικά, με χαμηλό κόστος παραγωγής», ανέφερε. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιτυχία στην παραγωγή αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα της συνολικής διαδρομής.
Η πρόκληση των ευρωπαϊκών αγορών
Ο κ. Γείτονας τόνισε ότι μετά την παραγωγή ακολουθεί η ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση της εμπορικής διάθεσης του προϊόντος στις διεθνείς αγορές. Όπως εξήγησε, η εξαγωγική δραστηριότητα απαιτεί βαθιά γνώση των αναγκών κάθε αγοράς και προσαρμογή των χαρακτηριστικών του προϊόντος στις απαιτήσεις των καταναλωτών κάθε χώρας.
«Πρέπει να εντοπίσουμε ποιοτικά χαρακτηριστικά που θέλει η κάθε περιοχή της Ευρώπης για να μπορούμε να διεισδύσουμε στην αγορά», σημείωσε. Παράλληλα, περιέγραψε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει μια επιχείρηση της περιφέρειας όταν επιχειρεί να ανταγωνιστεί παραγωγούς της Κεντρικής Ευρώπης. Το αυξημένο μεταφορικό και ενεργειακό κόστος, αλλά και η ανάγκη οικοδόμησης εμπιστοσύνης γύρω από ένα ελληνικό προϊόν, αποτελούν, όπως είπε, καθημερινές προκλήσεις.
«Δεν είναι εύκολο να διεισδύσεις στις αγορές της Ευρώπης από ένα χωριό της Άρτας ή ένα χωριό της Ηπείρου», υπογράμμισε.
Στρατηγική, επιμονή και χρόνος
Ο παραγωγός και εξαγωγέας χελιών και πέστροφας σημείωσε ότι η εξωστρέφεια δεν είναι αποτέλεσμα συγκυρίας, αλλά μακροχρόνιας στρατηγικής. Όπως ανέφερε, η διαδικασία απαιτεί συνεχή μελέτη των αγορών, κατανόηση των συνθηκών ανταγωνισμού και αξιοποίηση των διαθέσιμων εργαλείων χρηματοδότησης.
«Πρέπει να τρέξεις και να βάλεις πρόγραμμα και να δεις τις δυνατότητες που σου δίνονται. Τους χρόνους να τους διαβάσεις και να αρχίσεις να μεθοδεύεις τα πράγματα έτσι ώστε να μπορείς να ανταγωνιστείς τον παραγωγό της Ολλανδίας», ανέφερε χαρακτηριστικά. Παράλληλα, τόνισε ότι οι επιχειρηματικές επιτυχίες δεν χτίζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα. «Δεν γίνεται καμιά επιχείρηση από τη μια μέρα στην άλλη», σημείωσε, υπενθυμίζοντας ότι η δική τους προσπάθεια ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και εξελίχθηκε σταδιακά μέσα από πολυετή παρουσία στις αγορές.
Από τη χονδρική στο επώνυμο προϊόν
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα της αναγνωρισιμότητας των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό. Όπως υποστήριξε, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις επιλέγουν να διαθέτουν την παραγωγή τους μέσω χονδρεμπόρων, εξασφαλίζοντας γρήγορα έσοδα, χωρίς όμως να επενδύουν στην ανάπτυξη δικής τους παρουσίας στις αγορές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή η πρακτική μπορεί να λειτουργεί σε περιόδους έλλειψης προϊόντος, αλλά δημιουργεί προβλήματα όταν η παραγωγή αυξάνεται και οι τιμές πιέζονται. «Προτιμούν όλοι να πουλήσουν τα προϊόντα τους στη χονδρική, στον εύκολο έμπορο Ολλανδό, στον εύκολο έμπορο Ιταλό», ανέφερε. Για τον λόγο αυτό θεωρεί απαραίτητη τη στροφή προς την ανάπτυξη επώνυμων προϊόντων που απευθύνονται απευθείας στον τελικό καταναλωτή.
«Θα πρέπει να επενδύσουμε στον τελικό καταναλωτή. Να πάμε από μόνοι μας και να βρούμε τις κατάλληλες αγορές για να μπορέσουμε να τοποθετήσουμε επώνυμο προϊόν», κατέληξε, περιγράφοντας τη στρατηγική που, κατά την άποψή του, μπορεί να ενισχύσει τη θέση των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.
Πρώτα το προϊόν, μετά η καταγωγή του
Τη σημασία της σωστής τοποθέτησης και της αναγνωρισιμότητας των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές υπογράμμισε ο παραγωγός και εξαγωγέας χελιών και πέστροφας Βαγγέλης Γείτονας, απαντώντας στο ερώτημα τι είναι αυτό που ζητούν σήμερα οι ξένοι αγοραστές από τις ελληνικές επιχειρήσεις. Όπως ανέφερε, το πρώτο ζητούμενο δεν είναι η εθνική προέλευση ενός προϊόντος, αλλά η ποιότητά του και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται στην αγορά. «Πρέπει πρώτα να έχεις φτιάξει ένα πολύ καλό προϊόν και μετά να ανταγωνιστείς τα κορυφαία προϊόντα. Να βάζεις ψηλά τον πήχη και σε αυτό το σημείο να μπορείς να πεις ότι είναι και ελληνικό», σημείωσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η διεθνής αγορά δεν αναγνωρίζει αυτομάτως την Ελλάδα ως χώρα παραγωγής προϊόντων υψηλής γαστρονομικής αξίας, ιδιαίτερα στις εξειδικευμένες κατηγορίες τροφίμων. «Όταν έλεγα ελληνικό προϊόν γκουρμέ, δεν μου είπε κανείς “ωραία, γκουρμέ προϊόντα κάνει η Ελλάδα”. Η Ελλάδα δεν κάνει γκουρμέ προϊόντα. Κάνει η Ιταλία, κάνει η Γαλλία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το μεγάλο ζητούμενο είναι η τοποθέτηση
Απαντώντας στο τι ακριβώς αναζητούν οι διεθνείς αγορές, ο κ. Γείτονας ήταν κατηγορηματικός: το βασικό ζητούμενο είναι η σωστή τοποθέτηση του προϊόντος. Όπως εξήγησε, κάθε προϊόν πρέπει να διαθέτει σαφή ταυτότητα, αναγνωρίσιμη προέλευση και όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν στον καταναλωτή να κατανοήσει την αξία και την ιστορία του. «Τοποθέτηση», απάντησε χαρακτηριστικά όταν ρωτήθηκε τι ζητούν σήμερα οι ξένοι αγοραστές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αναγνωρισιμότητα ενός προϊόντος δεν χτίζεται αυτόματα, αλλά απαιτεί συστηματική δουλειά, στρατηγική και επένδυση στην εικόνα και την παρουσία του στην αγορά.
Η αναγνωρισιμότητα ξεκινά από το εξωτερικό
Ο κ. Γείτονας υποστήριξε ότι πολλές φορές η αναγνώριση ενός ελληνικού προϊόντος ξεκινά από το εξωτερικό και στη συνέχεια επιστρέφει στην εγχώρια αγορά. Όπως είπε, στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπάρχει μια τάση μεγαλύτερης αποδοχής προϊόντων που έχουν ήδη κατακτήσει αναγνώριση εκτός συνόρων.
«Εγώ ξεκινάω την αναγνωρισιμότητα από το εξωτερικό προς την Ελλάδα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η διαδικασία αυτή είναι πιο χρονοβόρα αλλά συχνά πιο αποτελεσματική.
Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι η χώρα διαθέτει εξαιρετικές πρώτες ύλες και τη δυνατότητα να δημιουργήσει προϊόντα υψηλής γαστρονομικής αξίας.
«Έχουμε την πρώτη ύλη, πολύ καλύτερη, και μπορούμε να παράγουμε καλύτερα γκουρμέ προϊόντα», τόνισε.
Η οικονομική κρίση άλλαξε το μοντέλο των εξαγωγών
Ο κ. Γείτονας στάθηκε ιδιαίτερα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, την οποία χαρακτήρισε σημείο καμπής για πολλές ελληνικές επιχειρήσεις του αγροδιατροφικού τομέα. Όπως ανέφερε, τα χρόνια μετά το 2011 λειτούργησαν ως αφετηρία για μια νέα εξαγωγική κουλτούρα, με περισσότερη έμφαση στο branding, τη συσκευασία και την οργανωμένη παρουσία στις διεθνείς αγορές.
«Το σημείο της οικονομικής κρίσης ήταν η αφετηρία για πάρα πολλά προϊόντα να ξεκινήσουν το branding και να ξεκινήσουν μια εξαγωγική δραστηριότητα», σημείωσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, πριν από εκείνη την περίοδο πολλά ελληνικά προϊόντα δεν διέθεταν ούτε την κατάλληλη συσκευασία ούτε μια ολοκληρωμένη στρατηγική προβολής. «Αν πάμε πίσω στο ’13, στο ’12, στο ’11, θα δούμε ότι δεν υπήρχαν συσκευασίες, δεν υπήρχαν παρουσιάσεις, δεν υπήρχαν τίποτα», ανέφερε.
Καταλήγοντας, υποστήριξε ότι η εξωστρέφεια που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια έχει ήδη αρχίσει να αποδίδει καρπούς, με τις διεθνείς αγορές να δείχνουν αυξημένο ενδιαφέρον για περισσότερα ελληνικά προϊόντα που διαθέτουν ταυτότητα, ποιότητα και σωστή τοποθέτηση.
Ποιος είναι ο Βαγγέλης Γείτονας
Ο Βαγγέλης Γείτονας είναι διευθυντής της εταιρείας Β. Γείτονας Ε.Ε. Γεννήθηκε το 1964 στην Αρτα. Το 1989 αποφάσισε να ασχοληθεί με την ιχθυοκαλλιέργεια και συγκεκριμένα με ένα ιδιαίτερο είδος, το χέλι, το οποίο παρουσιάζει υψηλό βαθμό δυσκολίας στην εκτροφή του. Aνέπτυξε σημαντική τεχνογνωσία στις μεθόδους εκμετάλλευσης του χελιού και παράγει σταθερά ένα ποιοτικό προϊόν.
Το 2010 ξεκίνησε την παρασκευή καπνιστού χελιού. Αυτό έδωσε την δυνατότητα να δημιουργήσει καινούργιες αγορές, επαναφέροντας το χέλι στην ελληνική γαστρονομική κουζίνα. Παράλληλα παράγει καπνιστό λαβράκι και πέστροφα και εξάγει τα προϊόντα του σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.