«Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ηπείρου πρέπει να συνδεθούν για να υπάρξει ολοκληρωμένη ανάπτυξη» τόνισε, μεταξύ άλλων, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Κατώγι Αβέρωφ Α.Ε, Αλέξανδρος Ιωάννου, κατά την ομιλία του στο 5o Cantina Academy με κεντρικό θέμα: «Ήπειρος: Οι ρίζες και το μέλλον της αυθεντικότητας», το οποίο διοργανώνεται από το Πρώτο Θέμα και το Cantina στα Ιωάννινα, την Τρίτη 23 Ιουνίου 2026.

Φυσικοί πόροι, παραγωγή και τουρισμός μπορούν να λειτουργήσουν μαζί

Μιλώντας για τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ηπείρου και τις προοπτικές ανάπτυξής της, ο Αλέξανδρος Ιωάννου υποστήριξε ότι η περιοχή διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να αναπτύξει ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, βασισμένο στη σύνδεση της πρωτογενούς παραγωγής, του τουρισμού, του πολιτισμού και της γνώσης.

Όπως ανέφερε, συχνά η συζήτηση για την Ήπειρο επικεντρώνεται αποκλειστικά στη φυσική ομορφιά του τοπίου, χωρίς να αναδεικνύεται επαρκώς η αξία των φυσικών πόρων που διαθέτει η περιοχή.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο υδατικό δυναμικό της Ηπείρου, το οποίο χαρακτήρισε ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά της για τα επόμενα χρόνια. «Είμαστε το πιο πλεονασματικό υδατικό διαμέρισμα της χώρας», τόνισε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η επάρκεια υδάτινων πόρων αποτελεί ένα στρατηγικό πλεονέκτημα σε μια περίοδο όπου η διαχείριση του νερού αναμένεται να εξελιχθεί σε κρίσιμο ζήτημα για πολλές περιοχές της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Όπως εξήγησε, το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό δημιουργεί προϋποθέσεις για νέες επενδύσεις γύρω από την αγροδιατροφή και την πρωτογενή παραγωγή.

«Αυτό είναι ένα προνόμιο που θα έχουμε και για το μέλλον».

Η Ήπειρος διαθέτει ήδη τουρισμό 365 ημερών

Ο Αλέξανδρος Ιωάννου σημείωσε ακόμη ότι η Ήπειρος αποτελεί ένα από τα λίγα παραδείγματα περιοχών στην Ελλάδα όπου το μοντέλο του τουρισμού τεσσάρων εποχών λειτουργεί ήδη στην πράξη.

Όπως ανέφερε, η μεγάλη ποικιλομορφία του τοπίου, που συνδυάζει ορεινούς προορισμούς, παραδοσιακούς οικισμούς, ποτάμια και δραστηριότητες στη φύση με παραθαλάσσιες περιοχές σε μικρές αποστάσεις, δημιουργεί ένα μοναδικό τουριστικό προϊόν. «Σε μιάμιση ώρα από τα βουνά μπορείς να βρίσκεσαι σε μαγευτικές θάλασσες», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Το μεγάλο ζητούμενο είναι η διασύνδεση

Παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματα της περιοχής, ο κ. Ιωάννου εκτίμησε ότι το βασικό πρόβλημα παραμένει η περιορισμένη διασύνδεση ανάμεσα στους διαφορετικούς τομείς της τοπικής οικονομίας.

Όπως εξήγησε, η παραγωγή, η εστίαση, ο πολιτισμός, ο τουρισμός και η ακαδημαϊκή κοινότητα λειτουργούν συχνά παράλληλα, χωρίς να αξιοποιούν πλήρως τις δυνατότητες συνεργασίας που υπάρχουν.

Μάλιστα, ανέφερε ως παράδειγμα την εμπειρία του επισκέπτη σε ένα ξενοδοχείο, όπου θα μπορούσε να υπάρχει πολύ πιο οργανωμένη καθοδήγηση προς τα πολιτιστικά αξιοθέατα, τους παραγωγούς και τις ιδιαίτερες εμπειρίες κάθε περιοχής.

Το Μέτσοβο ως παράδειγμα ολιστικής εμπειρίας

Αναφερόμενος στο Μέτσοβο, ο Αλέξανδρος Ιωάννου σημείωσε ότι αποτελεί μια ενδιαφέρουσα περίπτωση σύνδεσης του τουρισμού με τον πολιτισμό και την παραγωγή.

Όπως εξήγησε, το Κατώγι Αβέρωφ υπήρξε από τα πρώτα επισκέψιμα οινοποιεία της χώρας που συνδύασαν την οινική εμπειρία με τη φιλοξενία, επιτρέποντας στον επισκέπτη να γνωρίσει συνολικά τον τόπο, το κρασί και την πολιτιστική του ταυτότητα.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ύπαρξη μουσείων και πολιτιστικών χώρων στην περιοχή ενισχύει αυτή την ολιστική προσέγγιση της ταξιδιωτικής εμπειρίας.

O Αλέξανδρος Ιωάννου διαχώρισε τους επισκέπτες του Μετσόβου σε δύο βασικές κατηγορίες: εκείνους που διαμένουν στην περιοχή και εκείνους που τη διασχίζουν ως ενδιάμεσο σταθμό. Όπως ανέφερε, οι περαστικοί επισκέπτες αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της τουριστικής κίνησης, ωστόσο απαιτείται σωστή διαχείριση ώστε η παρουσία τους να λειτουργεί προς όφελος της τοπικής κοινωνίας και της συνολικής εμπειρίας του προορισμού.

Η υπεραξία χάνεται όταν λείπει η αφήγηση

Απαντώντας στο γιατί η Ελλάδα δυσκολεύεται να μετατρέψει τα ποιοτικά προϊόντα της σε ολοκληρωμένες εμπειρίες, ο Αλέξανδρος Ιωάννου υποστήριξε ότι η χώρα διαθέτει εξαιρετική παραγωγή, αλλά υστερεί στη δημιουργία ισχυρών αφηγήσεων γύρω από τα προϊόντα της.

Όπως σημείωσε, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ποιότητα, αλλά στην τυποποίηση, το branding και την ικανότητα σύνδεσης ενός προϊόντος με τον τόπο που το παράγει. Σύμφωνα με τον ίδιο, σημαντικό μέρος της υπεραξίας χάνεται όταν τα προϊόντα φεύγουν από την περιοχή τους χωρίς να συνοδεύονται από μια ιστορία που να τα συνδέει με τους ανθρώπους και τον τόπο προέλευσής τους.

Το επισκέψιμο κομμάτι μπορεί να γίνει σημαντική πηγή εσόδων

Ο κ. Ιωάννου υπογράμμισε ότι πολλοί παραγωγοί εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την εμπειρία του επισκέπτη ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο ανάπτυξης.

Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τον οινοτουρισμό, ανέφερε ότι τα έσοδα από το επισκέψιμο κομμάτι μιας μονάδας μπορούν να φτάσουν σε ιδιαίτερα σημαντικά επίπεδα σε σχέση με την ίδια την παραγωγή. Ωστόσο, όπως εξήγησε, αρκετοί παραγωγοί δεν διαθέτουν ούτε τους πόρους ούτε την απαραίτητη τεχνογνωσία για να αναπτύξουν παράλληλα την παραγωγή και την εμπειρία.

Συνεργασίες και κοινή ταυτότητα

Αναφερόμενος στις πιθανές λύσεις, στάθηκε στη δημιουργία συνεργασιών μεταξύ διαφορετικών κλάδων της τοπικής οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι η σύνδεση παραγωγής, φιλοξενίας, πολιτισμού και τουρισμού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία ισχυρών προορισμών.

Σημείωσε, επιπλέον, ότι σε καταξιωμένες ευρωπαϊκές περιοχές, όπως η Τοσκάνη, η Ριόχα ή η Καμπανία, το προϊόν και ο τόπος λειτουργούν ως ενιαίο brand, κάτι που δεν έχει επιτευχθεί ακόμη στον ίδιο βαθμό στην Ελλάδα, παρά την ποιότητα των ελληνικών προϊόντων.

Οι επισκέπτες μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι πρεσβευτές

Ο Αλέξανδρος Ιωάννου υποστήριξε επίσης ότι ο τουρισμός θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βασικό εργαλείο προβολής της ελληνικής παραγωγής. Όπως ανέφερε, πολλοί επισκέπτες δεν έρχονται σε ουσιαστική επαφή με τα τοπικά προϊόντα υψηλής ποιότητας κατά τη διάρκεια των διακοπών τους, με αποτέλεσμα να επιστρέφουν στις χώρες τους χωρίς σαφή εικόνα για τον πραγματικό πλούτο της ελληνικής γαστρονομίας.

Κατά την εκτίμησή του, η καλύτερη σύνδεση του τουρισμού με την τοπική παραγωγή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ευκαιρίες ανάπτυξης τόσο για την Ήπειρο όσο και για την ελληνική περιφέρεια συνολικά.

Ο κ. Ιωάννου συμμετείχε στο 4ο πάνελ του συνεδρίου, με αντικείμενο «Αγροτική παραγωγή: η ατμομηχανή της εξέλιξης», το οποίο συντόνισε ο δημοσιογράφος στο Πρώτο Θέμα, Γιώργος Ευγενίδης.

Ποιος είναι ο Αλέξανδρος Ιωάννου

Ο Αλέξανδρος Ιωάννου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1986 και είναι απόφοιτος της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του και της επαγγελματικής του κατάρτισης ανέπτυξε συστηματικό ενδιαφέρον για τους τομείς της διοίκησης, της στρατηγικής ανάπτυξης και της λειτουργίας οργανισμών. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε επί δύο έτη στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, στο Office of Development, με αντικείμενο την ανεύρεση χορηγιών και την υποστήριξη αναπτυξιακών πρωτοβουλιών.

Η εμπειρία αυτή τού προσέφερε ουσιαστική γνώση της λειτουργίας εκπαιδευτικών και κοινωφελών οργανισμών, καθώς και της σημασίας της σχέσης με δωρητές, ιδρύματα και θεσμικούς φορείς. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως μέλος στο διοικητικό συμβούλιο της Κατώγι Αβέρωφ Α.Ε., όπου σταδιακά ανέλαβε τα καθήκοντα του διευθύνοντος συμβούλου. Από το 2018 ζει και εργάζεται μόνιμα στο Μέτσοβο, έχοντας τη συνολική ευθύνη της διοίκησης και της λειτουργίας του ξενοδοχείου, του οινοποιείου και του αποσταγματοποιείου Αβέρωφ. Στο πλαίσιο αυτό ασχολείται με τον στρατηγικό σχεδιασμό, τη λειτουργική διαχείριση και τη σύνδεση της επιχειρηματικής δραστηριότητας με την τοπική κοινωνία, τον πολιτισμό και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Παράλληλα, είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος Ευαγγέλου Αβέρωφ Τοσίτσα, το οποίο διαχειρίζεται την ομώνυμη πινακοθήκη, έναν από τους σημαντικότερους ιδιωτικούς πολιτιστικούς οργανισμούς της χώρας στον τομέα της νεοελληνικής τέχνης, με μόνιμη συλλογή υψηλής ιστορικής σημασίας και αδιάλειπτη, πολυετή εκθεσιακή δραστηριότητα, καθώς και εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά, που συμβάλλουν ουσιαστικά στην πολιτιστική καλλιέργεια της τοπικής κοινωνίας του Μετσόβου και της ευρύτερης περιοχής.