Τι είναι η σούμα Χίου και γιατί έμεινε άγνωστη για χρόνια; Ο παραγωγός Χρήστος Λιβανός εξηγεί πώς το απόσταγμα από σύκο βγαίνει στο προσκήνιο.

Στη Χίο, η σούμα ήταν ένα τοπικό απόσταγμα που κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι, στο καζάνι, στο τραπέζι, στη μνήμη. Με πρώτη ύλη το αποξηραμένο σύκο και ένα γευστικό προφίλ που δεν θυμίζει κανένα άλλο ελληνικό απόσταγμα, δεν εντάχθηκε ποτέ εύκολα σε κατηγορίες. «Δεν υπήρχε καν κατηγορία για αυτό που θέλαμε να κάνουμε», λέει ο Χρήστος Λιβανός, περιγράφοντας τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην προσπάθειά του να την εμφιαλώσει. Η νομοθετική ασάφεια και η γραφειοκρατία κράτησαν για χρόνια το προϊόν εντός των ορίων του νησιού.

Σήμερα, μέσα από τη «Χιώτισσα», επιχειρεί να δώσει μια πιο καθαρή, σύγχρονη εκδοχή ενός βαθιά τοπικού αποστάγματος, επανατοποθετώντας το όχι μόνο στην ελληνική αγορά αλλά και σε ένα διεθνές πλαίσιο όπου επιχειρεί να σταθεί δίπλα σε πιο αναγνωρίσιμα αποστάγματα. Στα επόμενα βήματα περιλαμβάνεται και η υποβολή φακέλου για την αναγνώριση της σούμας ως Προϊόν Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ). Για όλα αυτά και για άλλα πολλά, το Cantina μίλησε με τον παραγωγό Χρήστο Λιβανό.

Δεν είναι τσίπουρο, δεν είναι ρακή και όμως έχει ιστορία 300 ετών.

Τι είναι η σούμα Χίου;

Η σούμα Χίου είναι παραδοσιακό απόσταγμα από αποξηραμένα σύκα, με πιο σύνθετο γευστικό προφίλ από το τσίπουρο, καθώς δεν βασίζεται σε σταφύλι αλλά σε φρούτο.

Η σούμα της Χίου βασίζεται στο αποξηραμένο σύκο και όχι στα στέμφυλα, όπως το τσίπουρο. Τι σημαίνει αυτό για το τελικό προφίλ του αποστάγματος και γιατί δεν έχει αναδειχθεί περισσότερο μέχρι σήμερα;
Εδώ έχουμε δύο τελείως διαφορετικές πρώτες ύλες. Στο τσίπουρο συναντάμε ένα τραγανό, φρουτώδες προφίλ με την οικεία νότα του σταφυλιού. Η σούμα Χίου, αντίθετα, είναι πολύ διαφορετική κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στο σύκο από το οποίο προέρχεται, αλλά και στη διαδικασία προετοιμασίας του. Η ήπια θέρμανση του σύκου κατά την ξήρανση στον ήλιο προκαλεί χημικές αντιδράσεις παρόμοιες με εκείνες που συναντάμε στην παρασκευή της σταφίδας. Η καραμελοποίηση των φυσικών σακχάρων, καθώς και οι αντιδράσεις Maillard, προσδίδουν ένα νέο γευστικό και αρωματικό προφίλ, το οποίο στη συνέχεια μεταφέρεται στο απόσταγμα. Το αποτέλεσμα είναι φρουτώδες και γλυκό, με αλμυρές και φυτικές αποχρώσεις, και με μια ξηροκαρπική επίγευση.

Για την ιστορία, «σούμα» αποκαλούσαν παλιά το τσίπουρο στο Ανατολικό Αιγαίο και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Μόνο στη Χίο, όμως, η σούμα είναι από σύκα, σε κανένα άλλο μέρος δεν υπάρχει. Η χρήση τους ως πρώτη ύλη αποτελεί μια τοπική ιδιομορφία -σαν ένα τοπικό ιδίωμα, που παρέμενε αυστηρά εντός των γεωγραφικών ορίων του νησιού. Έτσι, η σούμα ταξίδευε εκτός Χίου μόνο ως πεσκέσι, ή ως κάτι βαθιά χιώτικο, σαν κάτι που έπαιρναν μαζί τους οι κάτοικοι στη διασπορά, σαν μια γεύση από την πατρίδα. Δεν εμφιαλώθηκε ποτέ για να γνωριστεί από νέους ουρανίσκους και παρέμεινε στην αφάνεια, κυρίως εξαιτίας του ασυνήθιστου χαρακτήρα της.

Η σούμα έχει περίπου 300 χρόνια ιστορίας, αλλά μόλις πρόσφατα επιχειρείται η εμφιάλωσή της. Γιατί άργησε τόσο να περάσει από το «καζάνι» στο ράφι;
Η καθυστέρηση οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Αφενός, οι υπάρχουσες υποδομές. Ενώ το νησί διαθέτει πολλές ποτοποιίες που παράγουν εξαιρετικά ούζα και λικέρ Μαστίχας Χίου, η παραγωγή της σούμας απαιτεί άδεια αποσταγματοποιίας, όπως ακριβώς και το τσίπουρο. Η διαδικασία είναι περίπλοκη, γραφειοκρατική και χρονοβόρα. Προσθέστε σε αυτό μια σημαντική νομοθετική ασάφεια σχετικά με το ίδιο το προϊόν. Εκεί πραγματικά ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία. Θυμάμαι να κάθομαι σε μια υπηρεσία και να ακούω: «Δεν υπάρχει κατηγορία για αυτό που θέλεις να κάνεις ακόμα κι αν αποκτήσεις την άδεια». Κυριολεκτικά, έπρεπε να ξεκινήσουμε από το μηδέν. Κανείς δεν είχε ξανακάνει κάτι παρόμοιο.

Και μετά έρχεται το κόστος. Η παραγωγή της σούμας είναι πολλαπλάσια σε σχέση με το ούζο. Ο λόγος; Το κόστος της πρώτης ύλης είναι πολλαπλάσιο, η διαδικασία της ζύμωσης -που δεν υπάρχει για το ούζο και τέλος ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης. Η σούμα υπόκειται σε κανονικό φόρο, όχι μειωμένο κατά 50%, όπως το ούζο και το τσίπουρο. Αυτό σημαίνει ότι, για ένα παραδοσιακό ποτό, η τελική τιμή θα ήταν υψηλή σε σχέση με τα άλλα και κανένας λογικός επενδυτής δεν θα τολμούσε να μπλέξει. Αφετέρου, υπάρχει και το άγνωστο. Η Σούμα Χίου δεν μοιάζει με τίποτα άλλο. Δεν καταναλωνόταν ποτέ εκτός των γεωγραφικών συνόρων του νησιού. Οπότε, για να γίνει γνωστή, χρειάζεται μεγάλη επένδυση σε χρόνο, σε εξοπλισμό και τεχνογνωσία, σε διαφήμιση.

Μια εδραιωμένη ποτοποιία, λοιπόν, δεν είχε κανέναν λόγο να μπει σε αυτή την περιπέτεια. Για εκείνη, το ρίσκο ήταν μεγαλύτερο από το πιθανό όφελος.
Εγώ, από την άλλη, είχα το σθένος – ή μάλλον, το μένος – να βγάλω τη σούμα έξω από τα σύνορα του νησιού, αναλαμβάνοντας το ρίσκο και το κόστος. Γι’ αυτό δημιούργησα τη Χιώτισσα, γιατί πιστεύω βαθιά στη δυναμική της.

Διαβάστε επίσης
Χίος – Ιστορίες με δάκρυα μαστίχας

Με τη «Χιώτισσα» επιχειρείτε να δώσετε μια πιο «εκλεπτυσμένη» εκδοχή της σούμας. Πού τελειώνει η παράδοση και πού ξεκινά η παρέμβαση του παραγωγού;
Πολύ ωραία ερώτηση. Παραδοσιακά γινόταν μια μονή απόσταξη, πάντα σε απλούς άμβυκες, από τους διήμερους. Κάποιοι επέλεγαν να την αποστάξουν και δεύτερη φορά για καλύτερη ποιότητα. Το πρόβλημα όμως που αντιμετώπιζαν ήταν η έντονη μυρωδιά του σύκου, γι’ αυτό και πάντα έβαζαν σε μικρή ποσότητα και άλλα νωπά φρούτα εποχής, όπως μανταρίνια, μήλα, αχλάδια, φράπες ή και χαρούπια, γλυκάνισο, μαστίχα κ.λπ., για να «κρύψουν» το βαρύ άρωμα του σύκου. Λόγω, λοιπόν, της ποικιλομορφίας αυτής των συστατικών, το ποτό αυτό ονομάστηκε Σούμα και κάθε αποσταγματοποιός είχε τη δική του εκδοχή. Για παράδειγμα, στα νότια προτιμούν να την αρωματίζουν με γλυκάνισο, μία πρακτική που «καπελώνει» τα αρώματα του σύκου, ενώ στα βόρεια όχι.
Για να εμφιαλώσω όμως αυτό το προϊόν, έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Ο στόχος μου ήταν να αναδείξω την τοπική παράδοση αλλά και την πρώτη ύλη. Επέλεξα, λοιπόν, έναν παραδοσιακό αποστακτήρα και παράλληλα σε αυτόν προσθέσαμε μια αποστακτική στήλη. Αυτό το σύστημα προσφέρει πολύ μεγαλύτερο έλεγχο για τον διαχωρισμό των επιμέρους αρωματικών στοιχείων, αλλά είναι και πιο αργό. Ένας κύκλος απόσταξης διαρκεί εννέα με δέκα ώρες. Έτσι, κατάφερα να βγάλω ένα κομψό αποτέλεσμα όπου αναδεικνύεται όλη η πολυπλοκότητα των αρωμάτων, χωρίς να προσθέσω τίποτε άλλο. Αν ρωτήσετε τους ντόπιους θα σας πουν ότι φυσικά αυτό είναι μια παραδοσιακή σούμα αλλά στην καλύτερη εκδοχή της.

Αναφέρετε τη θέση του απέναντι σε οινοπνευματώδη όπως mezcal ή agricole rum. Είναι ρεαλιστικό ένα ελληνικό παραδοσιακό απόσταγμα να μπει σε αυτή την κατηγορία;
Η αλήθεια είναι ότι η δήλωσή μου ήταν κάπως τολμηρή, το παραδέχομαι. Αλλά θα σας εξηγήσω το σκεπτικό μου. Πέρυσι, στην έκθεση «Ελληνικό Απόσταγμα», όταν πρωτοπήγα και είπα «φτιάχνω απόσταγμα από αποξηραμένο σύκο», όλοι με κοιτούσαν σαν εξωγήινο. Ειδικοί του χώρου με ρωτούσαν με αμφιβολία: «Αυτό υπάρχει; Πώς πήρες άδεια;». Από την άλλη, επισκέπτες από γειτονικές χώρες αλλά και οι Έλληνες φυσικά, όταν δοκίμαζαν τη σούμα, είχαν μια διαφορετική αντίδραση: «Αυτό θυμίζει κάτι γνώριμο αλλά δεν μπορώ να προσδιορίσω τι». Αυτή είναι η γευστική μνήμη των λαών της Μεσογείου.

Το ίδιο συμβαίνει με τη mezcal και το agricole rum. Και τα τρία έχουν μια μοναδικότητα σε σχέση με τα πιο εμπορικά ξαδέλφια τους. Η mezcal, για παράδειγμα, προέρχεται από διάφορες ποικιλίες αγαύης που ψήνονται σε λάκκους γι’ αυτό έχει εκείνο το καπνιστό προφίλ που τη διακρίνει. Το agricole rum δεν φτιάχνεται από μελάσα, όπως το κλασικό ρούμι, αλλά από φρέσκο χυμό ζαχαροκάλαμου, που του δίνει φυτικά και έντονα αρώματα, όχι τόσο γλυκά όσο ένα βιομηχανικό ρούμι. Η σούμα Χίου, επιλέγει μια τελείως διαφορετική πρώτη ύλη και προσθέτει την τεχνική της αποξήρανσης. Επίσης, όλα μπορούν να καταναλωθούν είτε σκέτα (για τη σούμα προτείνω ποτήρι copita, που συμπυκνώνει τα αρώματα), είτε σε δημιουργικές προτάσεις κοκτέιλ, είτε να συνοδεύσουν άνετα ένα γεύμα ή ένα γλυκό γιατί έτσι καταναλώνονταν παραδοσιακά. Η Χιώτισσα, ειδικά, παρουσιάζει μεγάλη ευελιξία στα μεσογειακά πιάτα.

Όλα αυτά οδηγούν αναπόφευκτα και σε μια στρατηγική τοποθέτηση. Γιατί απευθύνεσαι σε πιο απαιτητικούς ουρανίσκους, σε ανθρώπους που θέλουν να πειραματίζονται. Αλλά αυτό δεν είναι απλά marketing γιατί πηγάζει από κάτι αυθεντικό, κάτι αληθινό. Δεν καταλαβαίνω γιατί ένα ελληνικό απόσταγμα δεν μπορεί να σταθεί δίπλα στα διεθνή, από τη στιγμή που πληροί ακριβώς τις ίδιες προϋποθέσεις. Και πιστεύω ότι η Χιώτισσα το κάνει.

Διαβάστε επίσης
Τα γλυκά κουταλιού της Χίου – 12 συνταγές από τις αρχόντισσες του Κάμπου

Η πρώτη ύλη είναι το σύκο, ένα προϊόν έντονα συνδεδεμένο με την εποχικότητα και το terroir. Πόσο σταθερή μπορεί να είναι η ποιότητα ενός τέτοιου αποστάγματος από χρονιά σε χρονιά;
Η ποιότητα θα είναι σταθερή. Οι διαδικασίες που ακολουθούμε, με βάση το πρότυπο ISO 22000 στο οποίο έχουμε πιστοποιηθεί εξαρχής, το εξασφαλίζουν. Αλλά η γευστική εμπειρία εξαρτάται από την πρώτη ύλη και τη ζύμωση. Όπως σε ένα κρασί που σέβεται το terroir του, υπάρχουν διακυμάνσεις από χρονιά σε χρονιά. Η διαφορά όμως γίνεται αντιληπτή αν κάνεις καθετή γευστική δοκιμή. Κανένα καλό ποτό δεν έχει απόλυτα σταθερό γευστικό προφίλ, υπάρχουν δεκάδες παράγοντες που μπορεί να το επηρεάσουν, απλά είναι εύκολο να εντοπίσουμε τις διαφορές.

Άλλωστε, η διαδικασία της απόσταξης εξομαλύνει κάποιες από αυτές– αρκεί να έχεις καλή αντίληψη του υλικού που κρατάς στα χέρια σου γιατί δεν δουλεύεις μηχανικά. Δουλεύεις με τη μύτη, με την εμπειρία. Πριν και κατά τη διάρκεια της απόσταξης, , αποφασίζω δυναμικά το πλάνο που θα ακολουθήσω. Είναι σαν μια οινοποίηση συμπυκνωμένη σε λίγες ώρες. Είναι αγχωτικό αλλά στο τέλος σε ανταμείβει.

Η διαδικασία που περιγράφετε είναι απλή στη θεωρία. Ποιο είναι το πιο δύσκολο σημείο που κάνει τη διαφορά μεταξύ ενός «καλού» και ενός «μέτριου» αποστάγματος;
Όλα έχουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα στο τελικό αποτέλεσμα. Η αποξήρανση επηρεάζει τη συγκέντρωση των σακχάρων και οι συνθήκες αυτής επηρεάζουν την ποιότητα της πρώτης ύλης. Αυτή η διαδικασία είναι που δίνει το αρωματικό προφίλ στο απόσταγμα. Η ζύμωση επηρεάζει την ένταση του αρωματικού προφίλ και προσδίδει κάποια επιπλέον χαρακτηριστικά.

Όμως, το πιο δύσκολο είναι η απόσταξη, που έρχεται να τα ισορροπήσει όλα αυτά και να τα αναδείξει με τον καλύτερο τρόπο, κρατώντας μια συνέπεια στη γεύση και στο άρωμα. Ο χρόνος που θα αφιερώσεις στην απόσταξη και οι αποφάσεις που θα πάρεις κατά τη διάρκειά της είναι οι καταλύτες. Μια λάθος απόφαση, λίγα λεπτά αργότερα ή νωρίτερα όταν κόβεις τις κεφαλές και τις ουρές , είναι αυτό που κάνει τη διαφορά από ένα καλό απόσταγμα με ένα μέτριο. Θα έλεγα ότι εκείνες τις ατελείωτες ώρες που είσαι μόνος με το καζάνι και παίρνεις αποφάσεις με τα αρώματα και τη διαίσθηση σου, παίζεις με την ψυχή του αποστάγματος.

Η σούμα παραδοσιακά συνδέεται με το «καζάνι» και το γλέντι. Πιστεύετε ότι η εμφιάλωση κινδυνεύει να αποκόψει το προϊόν από αυτή την κοινωνική διάσταση;
Σε καμία περίπτωση. Η παράδοση των νεμπικαριών κράτησε ζωντανή τη σούμα μέσα στους αιώνες. Η εμφιάλωσή της έρχεται να επισφραγίσει επίσημα την ύπαρξή της και να διαφυλάξει αυτή την πολιτισμική κληρονομιά. Οι διήμεροι αποσταγματοποιοί είναι φορείς αυτής της παράδοσης όλα αυτά τα χρόνια, και όσο μένει ζωντανή η ύπαιθρος, θα υπάρχει άσβεστη η φλόγα για ζωή και δημιουργία. Κι εγώ δεν είμαι εδώ για να τους αντικαταστήσω Μάλιστα, μέσα στα σχέδιά μου είναι η διοργάνωση δωρεάν σεμιναρίων για όσους διήμερους ενδιαφέρονται. Για σκεφτείτε το αλλιώς: υπάρχει το γλέντι με την παρέα δίπλα στο καζάνι, η ανάμνηση. Και υπάρχει και το μπουκάλι που παίρνεις μαζί σου, που ανοίγεις στο σπίτι, που προσφέρεις σε έναν φίλο. Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο.

Το γευστικό προφίλ που περιγράφετε είναι ιδιαίτερα σύνθετο. Είναι αποτέλεσμα πρώτης ύλης ή τεχνικής;
Και τα δύο. Αλλά επιτρέψτε μου να το αναλύσω. Η πρώτη ύλη και η διαδικασία αποξήρανσης καθορίζουν το αρωματικό και γευστικό προφίλ. Το σύκο που μαζεύεται με τα χέρια, απλώνεται, ξεραίνεται στον ελληνικό ήλιο σε παραθαλάσσια χωράφια. Εκεί μέσα είναι κλειδωμένες όλες αυτές οι νότες: της ελιάς, της λιαστής ντομάτας, του χαρουπιού, του αμυγδάλου. Τα δευτερογενή αρώματα που δημιουργήθηκαν λοιπόν στο στάδιο της αποξήρανσης υπάρχουν ήδη. Επιπλέον, δευτερογενή αρώματα έρχεται να προσθέσει η διαδικασία της ζύμωσης, δεν τα προσθέτω εγώ.
Η τεχνική της απόσταξης έρχεται να τις αναδείξει μέσα από τον σωστό διαχωρισμό των κλασμάτων. Κάθε αρωματική ένωση έχει διαφορετικό σημείο βρασμού. Στην πράξη: ενώ το υγρό ζεσταίνεται, οι πτητικές ενώσεις βγαίνουν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Οπότε, εγώ αποφασίζω: αυτό το κλάσμα που βγάζει π.χ. νότες ελιάς, θέλω να το τονίσω ή να το περιορίσω; Έτσι επιλέγω ποια κομμάτια του αρωματικού συνόλου θα μπουν στο ποτήρι.

Από την πλευρά των παραγωγών παρατηρούμε μια τάση πειραματισμού με ελληνικές πρώτες ύλες και νέες προσεγγίσεις στην απόσταξη. Πόσο έτοιμη είναι η ελληνική αγορά να δεχτεί τέτοια «μη παραδοσιακά» αποστάγματα;
Θα είμαι ειλικρινής. Η σχεδόν 30ης εμπειρία μου στον κλάδο της χονδρικής και λιανικής πώλησης οίνων και ποτών, μου έχει δείξει ότι η ελληνική αγορά, όπως σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι μια δύσκαμπτη αγορά. Αυτό γιατί τα μεγάλα δίκτυα διανομής ανήκουν σε πολυεθνικές που προωθούν το χαρτοφυλάκιό τους. Και φυσικά, έχουν εξαγοράσει πολλές μεγάλες αποσταγματοποιίες και ποτοποιίες στην Ελλάδα. Τα τμήματα μάρκετινγκ αυτών των επιχειρήσεων έχουν μεγάλα κονδύλια να διαχειριστούν και οι πρακτικές πωλήσεών τους δεν αφήνουν περιθώριο για ανάπτυξη ανεξάρτητων παραγωγών. Το λέω ως πραγματικότητα και έχουμε πλείστα τέτοια παραδείγματα.

Έχουν γίνει αξιόλογες προσπάθειες σε αποστάγματα φρούτων, σε εμπορικές κατηγορίες όπως το τζιν, άλλα μη παραδοσιακά προϊόντα. Η διείσδυση όμως είναι μικρή. Μπορείς να μπεις σε ράφι ενός μπαρ ή ενός εστιατορίου αλλά το κλειδί είναι η επαναληψιμότητα των πωλήσεων. Δεν αρκεί μία αγορά. Πρέπει να ξαναζητηθεί. Θεωρώ ότι ο Έλληνας καταναλωτής είναι πολύ πιο πρόθυμος να δοκιμάσει νέα πράγματα από ό,τι νομίζουν οι διανομείς αρκεί να του δοθεί η ευκαιρία. Και αυτή η ευκαιρία δίνεται μόνο αν οι bartenders, οι καβίστες, οι άνθρωποι που επιλέγουν τι θα μπει στο ποτήρι του πελάτη, αρχίσουν να αποκτούν ενδιαφέρον και αγάπη για τα ελληνικά αποστάγματα – τότε θα μπορέσουμε να τα προωθήσουμε αντίστοιχα.

Πάντως, σε παγκόσμιο επίπεδο παρουσιάζεται η τάση της κατακόρυφης πτώσης των πωλήσεων μεγάλων αποσταγματοποιείων και η άνοδος των craft αποσταγματοποιών, αυτό είναι ελπιδοφόρο. Αυτό το κύμα θα έρθει και στην Ελλάδα, αλλά η αλλαγή δεν έρχεται από μόνη της. Την ξεκινάμε εμείς. Οπότε, απαντώντας: δεν είναι ακόμα έτοιμη αλλά γίνεται και εμείς είμαστε εδώ για να βοηθήσουμε.

Αν η σούμα της Χίου διεκδικήσει διεθνή θέση, ποιο είναι σήμερα το μεγαλύτερο εμπόδιο: η παραγωγή, η ταυτότητα ή η αντίληψη του κοινού;
Καλή ερώτηση. Και θα απαντήσω με σειρά, γιατί νομίζω ότι και τα τρία παίζουν ρόλο, αλλά όχι τον ίδιο. Η παραγωγή δεν είναι ιδιαίτερο εμπόδιο. Και το στηρίζω στο ότι η σούμα δεν έχει παλαίωση. Δεν χρειάζεται να περιμένεις τρία χρόνια σε βαρέλι. Ζύμωση, απόσταξη, αναμονή μερικούς μήνες για ωρίμαση, εμφιάλωση, έτοιμο. Αν η ζήτηση αυξηθεί, μπορούμε να ανταποκριθούμε. Φυσικά, δεν είναι βιομηχανικό προϊόν ποτοποιίας οπότε οι ρυθμοί είναι πιο αργοί. Αλλά αν δεν συμβεί κάτι εξωπραγματικό, δεν θεωρώ ότι θα υπάρξει πρόβλημα.
Η ταυτότητα υπάρχει και μαζί με το εξαιρετικό packaging που απεικονίζει όλη την παράδοση και την φινέτσα του νησιού, είναι ένα δυναμικό σύνολο. Η σούμα έχει βαθιά ελληνική ρίζα, αλλά ταυτόχρονα έναν μεσογειακό χαρακτήρα. Αυτό την κάνει οικεία στους γείτονες και εξωτική στον υπόλοιπο κόσμο.

Η αντίληψη του κοινού, εκεί είναι το μεγάλο στοίχημα. Δεν διαμορφώνεται μόνο με διαφημίσεις. Χρειάζεται σχεδιασμό, επιμονή, εθνικές και διεθνείς δράσεις, χρηματοδότηση. Το περιοδικό Cantina, για παράδειγμα, έχει αναδείξει πλήθος ελληνικών προϊόντων που αξίζουν. Αλλά για να γίνει κάτι από επιθυμία συνήθεια, χρειάζονται χρόνος, εκπαίδευση, επανάληψη. Οπότε, το μεγαλύτερο εμπόδιο σήμερα είναι η αντίληψη. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν ότι υπάρχει ένα ελληνικό απόσταγμα που μπορεί να σταθεί δίπλα τα διεθνή. Αυτό θέλω να το αλλάξω και θα γίνει όχι μόνο με τη Χιώτισσα αλλά και με άλλα αποστάγματα που θα ακολουθήσουν από το αποστακτήριο μας, που παρεμπιπτόντως ονομάζεται Εντροπία, ένα μικρό εσωτερικό αστείο θερμοδυναμικής.

Διαβάστε επίσης

Από τα βαπόρια στο καφενείο – Η ιστορία του κ. Πάσσα στη Λαγκάδα Χίου

Οι άγνωστοι καρποί της Χίου: το τσίκουδο και το καρπόσκινο

Το τραχανόχορτο και η συνταγή του Χιώτικου τραχανά