Μπορεί ένας πίνακας να μεταφραστεί σε γεύση; Στο Café-Restaurant του Ιδρύματος Β&Ε Γουλανδρή, το έργο του κορυφαίου Γάλλου ζωγράφου Paul Cézanne «Η εξοχή του Ωβέρ-συρ-Ουάζ» έγινε αφετηρία για μια ξεχωριστή γευσιγνωσία τσαγιού που πραγματεύεται τη μεταφορά της ζωγραφικής από τον καμβά στο φλιτζάνι. Ανάμεσα σε ελληνικά βότανα, αφεψήματα με απρόσμενα αρώματα και μια καθοδηγούμενη γευσιγνωσία από τους καλλιεργητές βιολογικών βοτάνων Grizo και Prasino, η τέχνη έπαψε για λίγο να είναι μόνο αυτό που απολαμβάνουμε με το βλέμμα και έγινε αυτό που μυρίζουμε, γευόμαστε και θυμόμαστε.
Το Cantina βρέθηκε στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή και αφότου ξεναγήθηκε στην αίθουσα που φιλοξενεί τα έργα του «πατέρα της μοντέρνας τέχνης», μίλησε με τη δημιουργό των αφεψημάτων Grizo και Prasino και βίωσε μια ξεχωριστή γευσιγνωσία τσαγιού.

Αρχή της εμπειρίας είναι η ξενάγηση στο έργο του Paul Cézanne «Η εξοχή του Ωβέρ-συρ-Ουάζ»
Όταν η ζωγραφική γίνεται γευστικό λεξιλόγιο
Ο Paul Cézanne μέσα από τα τοπία που ζωγράφιζε, ανέλυε τη φύση σε δομικά στοιχεία, χρώμα, όγκο και ρυθμό, επιχειρώντας να αποδώσει τη βαθύτερη αρχιτεκτονική του χώρου. Οι πινελιές του λειτουργούν σχεδόν σαν μονάδες σύνθεσης που επαναλαμβάνονται και ισορροπούν το βλέμμα μέσα στο κάδρο κάνοντάς το να μοιάζει ζωντανό.
Στο έργο «Η εξοχή του Ωβέρ-συρ-Ουάζ», από τη Συλλογή του Ιδρύματος Β&Ε Γουλανδρή, το τοπίο οργανώνεται μέσα από γήινες διαβαθμίσεις του πράσινου, με μια αίσθηση ηρεμίας, σε μια φύση που μοιάζει ζωντανή και εν κινήσει.
Αυτή ακριβώς η ιδέα της δομής και της ισορροπίας αποτέλεσε την αφετηρία για την Αγγελική Δράκου, δημιουργό του brand βοτάνων Grizo&Prasino. Η πρόκληση ήταν να προσπαθήσει να «μεταφράσει» τον τρόπο που ο Cézanne οργανώνει το τοπίο σε μια γευστική εμπειρία με στάδια, ρυθμό και διαδοχικές αποκαλύψεις. Όπως εξηγεί στο Cantina: «Η ιδέα εξελίχθηκε σε πρόταση συνεργασίας με το Ίδρυμα Β&Ε Γουλανδρή, το οποίο φιλοξενεί το έργο. Η σύμπραξη οδήγησε στη δημιουργία μιας εμπειρίας που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα εκπαιδευτικά formats των μουσείων και τολμά να συνδέσει τη θέαση της τέχνης με τη γεύση και την όσφρηση», ένα πεδίο της νευρογαστρονομίας που παραμένει ακόμα ελάχιστα εξερευνημένο στα ελληνικά δεδομένα.


Όταν η γευσιγνωσία τσαγιού γίνεται εργαλείο αντίληψης
Άλλωστε, η εμπειρία «Τσάι στην εξοχή του Cézanne» ενεργοποιεί συνειδητά όλες τις αισθήσεις και μετατρέπει το ρόφημα από παθητική κατανάλωση σε διαδικασία παρατήρησης. Η Αγγελική Δράκου καθοδηγεί τους συμμετέχοντες σε μια διαδικασία ενεργής παρατήρησης της γεύσης, με τεχνικές που θυμίζουν έντονα την οινογευσία. «Όποιος έχει παρακολουθήσει οινογευσία θα αναγνωρίσει κοινά στοιχεία. Ο ουρανίσκος λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Δεν έχει σημασία μόνο τι πίνουμε, αλλά πώς το δοκιμάζουμε», εξηγεί. «Με διαφορετικούς τρόπους μπορείς να αντιληφθείς άλλες όψεις της ίδιας πρώτης ύλης. Είναι εργαλείο για να καταλαβαίνεις περισσότερα και μετά να το εφαρμόζεις και στο σπίτι», συμπληρώνει.

Ελληνικά βότανα πέρα από το στερεότυπο του «φαρμάκου»
Ένας από τους βασικούς στόχους της δράσης είναι η επανατοποθέτηση των ελληνικών βοτάνων στο τραπέζι της γεύσης και όχι μόνο της ευεξίας. «Μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι τα βότανα είναι μόνο φάρμακα. Τα βράζαμε λάθος και τα συνηθίσαμε πικρά. Μετά ήρθαν τα φακελάκια και χάσαμε την επαφή με την πρώτη ύλη», λέει η Αγγελική. Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα τεράστιο κομμάτι γευστικού πλούτου παραμένει άγνωστο στο ευρύ κοινό. «Ξέρουμε ότι το χαμομήλι κάνει καλό στο στομάχι ή ότι το φασκόμηλο βοηθά στον λαιμό. Αλλά πόσο ωραίο είναι το φασκόμηλο στα μακαρόνια ή το χαμομήλι στη μαγειρική; Αυτό δεν μας το έμαθε κανείς», αναφέρει.

Στη γευσιγνωσία κυριαρχούν blends ελληνικών βοτάνων, λαχανικών και φρούτων, με στόχο να αναδειχθούν καθαρά αρώματα, ισορροπίες, υφές, αλλά και να αποδομηθεί η ιδέα ότι τα βότανα είναι κατ’ ανάγκη πικρά στη γεύση ή μόνο «θεραπευτικά» στη χρήση.

Από το χωράφι στο φλιτζάνι: Μία καλλιέργεια με ουσία
Η Grizo και Prasino έχει έδρα στην Κομοτηνή και καλλιεργεί μεγάλο μέρος των βοτάνων που χρησιμοποιεί, με βιολογικές και αναγεννητικές πρακτικές. Είναι από τις περιπτώσεις των παραγωγών που η καλλιέργεια δεν αντιμετωπίζεται ως ρομαντικό αφήγημα αλλά ως βασικός παράγοντας ποιότητας. «Καλλιεργούμε βιολογικά και αναγεννητικά, φροντίζοντας το έδαφος και τη βιοποικιλότητα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να πετυχαίνουμε πιο έντονες γεύσεις και αρώματα στα φυτά μας», σημειώνει. Έτσι, η λογική της αναγέννησης του εδάφους, της ήπιας παρέμβασης και της διατήρησης της φυσικής ισορροπίας μεταφράζεται άμεσα στο φλιτζάνι σε καθαρότητα των αρωμάτων, πολυπλοκότητα στη γεύση και διάρκεια στην επίγευση.

Τι είναι τελικά «τσάι» – και τι όχι
Μέρος της εκπαίδευσης αφορά και στη βασική ορολογία. Όπως εξηγεί η Αγγελική Δράκου, τσάι είναι αποκλειστικά το φυτό camellia sinensis, από το οποίο προκύπτουν το πράσινο, το μαύρο και το λευκό τσάι. Στην Ελλάδα, το φυτό δεν φύεται. «Ό,τι πίνουμε εδώ είναι βότανα ή αφεψήματα. Έχει σημασία να το γνωρίζουμε, γιατί αλλιώς μπερδεύονται και οι ιδιότητες στο μυαλό του κόσμου».
Το γνωστό «τσάι του βουνού» ανήκει στο γένος σιδερίτης (Sideritis), με διαφορετικές ποικιλίες ανάλογα με την περιοχή, από τη Μακεδονία και την Ήπειρο έως την Κρήτη.

Τα ελληνικά βότανα ως πρεσβευτές
Πίσω από την εμπειρία υπάρχει και μια ευρύτερη φιλοδοξία για την ανάδειξη των ελληνικών βοτάνων ως σύγχρονης πολιτισμικής και γαστρονομικής ταυτότητας. «Αυτό που παρουσιάζεται στο εξωτερικό ως «ελληνικά βότανα» δεν είναι αυτό που μπορούμε πραγματικά να προσφέρουμε. Μας ενδιαφέρει να χτίσουμε μια σοβαρή εικόνα για τα βότανά μας – πέρα από το ελαιόλαδο». Άλλωστε, ζούμε σε μια εποχή όπου η παγκόσμια γαστρονομία επαναξιολογεί τη σχέση με την πρώτη ύλη, τη βιοποικιλότητα και την εντοπιότητα, συνεπώς τα ελληνικά βότανα μπορούν να λειτουργήσουν ως πρεσβευτές ενός άλλου τρόπου κατανάλωσης και παραγωγής.

Τι δοκιμάσαμε στη γευσιγνωσία τσαγιού
Η γευσιγνωσία τσαγιού ξεκίνησε με ένα καθαρό «τσάι του βουνού» σιδερίτη (Sideritis raeseri) ως σημείο αναφοράς. Στόχος ήταν να γίνει αντιληπτή η πρώτη ύλη πριν περάσουμε σε πιο σύνθετες συνθέσεις, να αναγνωριστεί η καθαρότητα του αρώματος, η ήπια βοτανικότητα και η φυσική γλυκύτητα που συχνά χάνεται όταν τα βότανα αντιμετωπίζονται απλώς ως αφέψημα «για καλό και για κακό».

Στη συνέχεια δοκιμάστηκαν βοτανικά μείγματα με ελληνικά αρωματικά φυτά και φρούτα, σχεδιασμένα όχι με λογική ευεξίας, αλλά με στόχο τη γευστική ισορροπία, την πολυπλοκότητα των αρωμάτων και την επίγευση. Η ίδια η διαδικασία της δοκιμής, με διαφορετικές προσεγγίσεις και ενεργοποίηση του ουρανίσκου αποκάλυπτε πώς το ίδιο ρόφημα μπορεί να «διαβάζεται» αλλιώς κάθε φορά.


Σε ένα από τα στάδια της εμπειρίας, οι συμμετέχοντες φορούν μάσκες και δοκιμάζουν με κλειστά μάτια. Χωρίς το οπτικό ερέθισμα, η όσφρηση και η γεύση ενισχύονται αισθητά, αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες που διαφορετικά περνούν απαρατήρητες. Αυτή η άσκηση λειτουργεί σχεδόν σαν μικρό «εργαστήριο» αντίληψης όπου η όραση καθορίζει αυτό που νομίζουμε ότι «γευόμαστε».


Όταν η τέχνη λειτουργεί ως αφορμή, όχι ως σκηνικό
Περισσότερο από συγκεκριμένες γεύσεις, αυτό που αναδυόταν ήταν η αλλαγή της αντίληψης. Η συνειδητοποίηση ότι τα ελληνικά βότανα μπορούν να λειτουργήσουν ως εκλεπτυσμένο γαστρονομικό υλικό, με πολυπλοκότητα και χαρακτήρα, και όχι μόνο ως λειτουργικό ρόφημα.
Συνολικά, η εμπειρία δείχνει πώς η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως ενεργός συνομιλητής της γεύσης και της αντίληψης. Και πώς, μέσα στον αστικό ρυθμό, η επιβράδυνση παραμένει ίσως η πιο σπάνια και πολύτιμη πολυτέλεια.
Αν θέλετε κι εσείς να μυηθείτε στον κόσμο της τέχνης και να βιώσετε μια σπάνια γευσιγνωσία τσαγιού μπορείτε να παρακολουθήσετε τις προγραμματισμένες δράσεις «Τσάι στην εξοχή του Cézanne» στις ακόλουθες ημερομηνίες: 21/01, 01/04, 06/05/2026 | 19.00-21.30
info
Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, Ερατοσθένους 13, Αθήνα 11635, τηλ: 210 725 2895, goulandris.gr