Η Μαντινεία δεν είναι απλώς μία από τις σημαντικότερες αμπελουργικές ζώνες της Ελλάδας, αλλά ένας τόπος όπου μοιάζει να διαμορφώνει τον χαρακτήρα του κρασιού σχεδόν όσο και ο άνθρωπος. Το υψόμετρο, οι μεγάλες θερμοκρασιακές διαφορές δημιουργούν ένα φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο το Μοσχοφίλερο έχει βρει εδώ και δεκαετίες την πιο χαρακτηριστική του έκφραση. Με αφορμή το λανσάρισμα του νέου Μοσχοφίλερο Μπουτάρη Ροζέ, βρεθήκαμε στους ορεινούς αμπελώνες της περιοχής για μια εμπειρία που ξεκίνησε ανάμεσα στα κλήματα και κατέληξε σε ένα μεγάλο τραπέζι μέσα στο αμπέλι, αφιερωμένο στη νέα ροζέ εκδοχή της ιστορικής ποικιλίας.

Στον ορεινό αμπελώνα της Μαντινείας

Η διαδρομή μας ξεκίνησε από την Αγία Κυριακή, σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς αμπελώνες του οινοποιείου, σε υψόμετρο περίπου 700 μέτρων. Εδώ το Μοσχοφίλερο διαμορφώνει τον χαρακτήρα που το έχει ταυτίσει με τη ζώνη ΠΟΠ Μαντινείας. Παρότι πρόκειται για μια εκτεταμένη αμπελουργική περιοχή, η ζώνη παρουσιάζει αξιοσημείωτη ομοιογένεια ως προς το υψόμετρο. «Η Μαντινεία είναι μια αρκετά ομοιογενής ζώνη υψομετρικά», εξηγεί ο οινολόγος της Οινοποιίας Αλέξανδρος Τζαχρήστας, και συνεχίζει «αν στη Νεμέα μπορείς να έχεις από 200 έως 800 μέτρα διαφορά, εδώ κινούμαστε περίπου από τα 620 έως τα 720 μέτρα». Οι παλαιότερες φυτεύσεις χρονολογούνται από το 1973, οι νεότερες από το 2011 και η μέση ηλικία των αμπελιών φτάνει τα 29 χρόνια.

Η πρόκληση της βιολογικής καλλιέργειας

Η βιολογική αμπελουργία στη Μαντινεία μόνο εύκολη υπόθεση δεν είναι. Η αυξημένη ανοιξιάτικη υγρασία, σε συνδυασμό με τον όψιμο χαρακτήρα του Μοσχοφίλερου, απαιτούν διαρκή εγρήγορση απέναντι στις μυκητολογικές ασθένειες. Παρ’ όλα αυτά, η επιλογή της βιολογικής διαχείρισης παραμένει σταθερή. Λίγο πιο πέρα, τα παλιά αμπέλια απλώνονται στις πλαγιές του οροπεδίου. Για τους ανθρώπους του οινοποιείου αποτελούν πολύτιμο κεφάλαιο. Το βαθύτερο ριζικό τους σύστημα, οι χαμηλότερες αποδόσεις και η μεγαλύτερη βιοποικιλότητα συμβάλλουν σε καρπό με μεγαλύτερη συμπύκνωση και πολυπλοκότητα.

Σε μια περιοχή όπως η Μαντινεία, το κρασί δύσκολα αποσυνδέεται από την ιστορία του τόπου. Η αφήγηση περνά αναπόφευκτα από την οινοποιία Καμπά, που εγκαταστάθηκε εκεί το 1927, φέρνοντας μαζί της Γάλλους ειδικούς και μια πιο σύγχρονη, για τα δεδομένα της εποχής, αντίληψη γύρω από την αμπελουργία και την οινοποίηση.

Δείτε επίσης
6 συνταγές για margarita που ετοιμάζουμε φέτος το καλοκαίρι

Πώς γεννήθηκε το νέο Μοσχοφίλερο Μπουτάρη Ροζέ

Μέσα σε αυτή τη σχέση γεννήθηκε και το νέο Μοσχοφίλερο Μπουτάρη Ροζέ. Ένα κρασί που, όπως εξηγούν οι άνθρωποι του οινοποιείου, αποτελεί αποτέλεσμα δουλειάς πολλών ετών πάνω στις εκχυλίσεις, στους κλώνους της ποικιλίας και στις δυνατότητες του Μοσχοφίλερου να δώσει πιο σταθερά και εκφραστικά ροζέ κρασιά. «Παλιά το Μοσχοφίλερο έδινε ένα πολύ ανοιχτό, σχεδόν κρεμμυδί χρώμα, που δεν είχε μεγάλη σταθερότητα», αναφέρει ο κ. Τζαχρήστας. Σήμερα, όμως, χάρη στις νέες φυτεύσεις, στους πιο βαθύχρωμους κλώνους αλλά και στη συνολική εξέλιξη της αμπελουργίας στη ζώνη, η ποικιλία μπορεί να δώσει πιο ροζέ εκφράσεις.

Για το νέο ροζέ επιλέχθηκαν συγκεκριμένα αμπελοτόπια, πολλά από αυτά ιδιοκτησίας του οινοποιείου, ενώ εφαρμόστηκαν εκχυλίσεις που έφτασαν κοντά στις 24 ώρες. Στόχος ήταν να διατηρηθεί ο αρωματικός χαρακτήρας του κλασικού Μοσχοφίλερου Μπουτάρη, αλλά σε ένα πιο καλοκαιρινό και σύγχρονο «ένδυμα». Το αποτέλεσμα είναι ένα κρασί ιδιαίτερα εξωστρεφές αρωματικά, με νότες τριαντάφυλλου, γιασεμιού, ροδάκινου και κηρήθρας, δροσιστική οξύτητα και ένα διακριτικό τελείωμα που το κάνει πολύ ευχάριστο στο τραπέζι. Μάλιστα, το Μοσχοφίλερο ροζέ είναι ήδη βραβευμένο με το Χρυσό Βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό Concours Mondial de Bruxelles.

Ένα νομαδικό γεύμα στον αμπελώνα

Και κάπως έτσι περάσαμε στο γεύμα. Η ξενάγηση έδωσε τη θέση της σε ένα μεγάλο τραπέζι στημένο μέσα στον αμπελώνα. Εκεί όπου κάποτε πατούσαν τα σταφύλια και ο μούστος κατέληγε στις δεξαμενές κάτω από το κτίσμα, δίπλα στο παλιό σπίτι και πατητήρι με το τοπίο να είναι σχεδόν κινηματογραφικό. «Όλα εδώ έχουν τη δική τους ιστορία. Είναι παλιά και αυθεντικά», λέει ο κ. Τζαχρήστας και δύσκολα μπορείς να διαφωνήσεις.

Το 1991, η Μπουτάρη εξαγόρασε την Καμπά και μαζί πέρασε στα χέρια της όχι μόνο το ιστορικό οινοποιείο αλλά και ένα μεγάλο κομμάτι της αμπελουργικής συνέχειας της περιοχής. Το Μοσχοφίλερο, άλλωστε, παραμένει μέχρι σήμερα από τις σημαντικότερες ποικιλίες για το οινοποιείο, τόσο εμπορικά όσο και συμβολικά.

Το pairing που συζητήθηκε περισσότερο

Δίπλα στήθηκε και η κουζίνα των Nomade et Sauvage. Όλα ψήνονταν στη φωτιά και στον ξυλόφουρνο, σε μαντεμένια σκεύη και γάστρες. Το δείπνο ξεκίνησε με προζυμένιο ψωμί στη μασίνα, φάβα και καμένα λαχανικά, ενώ στη συνέχεια δοκιμάσαμε ψητά σπαράγγια συνοδευμένα από Μοσχοφίλερο Μπουτάρη και φασόλια βανίλιες Φενεού στη φωτιά με ψητό ζυγούρι, δίπλα τους η Μαντινεία Cuvée. Έπειτα, ήρθε η ώρα για το νέο Μοσχοφίλερο Ροζέ. Αν υπήρξε ένας συνδυασμός που ανέδειξε καλύτερα τον χαρακτήρα του κρασιού, αυτός ήταν τα γεμιστά κολοκυθάκια. Η βοτανικότητα και η ήπια λιπαρότητα του πιάτου βρήκαν ισορροπία στη δροσιστική οξύτητα του κρασιού, ενώ το διακριτικά off-dry τελείωμά του αγκάλιαζε όμορφα τα αρώματα των μυρωδικών και το λεμονάτο στοιχείο της συνταγής. Ακολούθησε μοσχαράκι στη χύτρα με πατάτα στο μαντέμι, συνοδευμένο από Grande Réserve Naoussa 2013. Για το τέλος, μια νόστιμη γαλατόπιτα με ψητά βύσσινα.

Ύστερα από μια μέρα στον αμπελώνα, γίνεται πιο εύκολο να καταλάβει κανείς πόσο στενά συνδέεται το Μοσχοφίλερο με τον τόπο που το γεννά. Ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του νέου Μοσχοφίλερο Μπουτάρη Ροζέ. Δεν επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει την ποικιλία, αλλά να τη συστήσει μέσα από ένα διαφορετικό πλαίσιο κατανάλωσης. Παραμένει αναγνωρίσιμα Μοσχοφίλερο, με τη χαρακτηριστική του δροσιά, την αρωματική ένταση και τη σαφή σύνδεσή του με τον ορεινό αμπελώνα της Μαντινείας, αποκτώντας παράλληλα μια πιο σύγχρονη και εξωστρεφή διάσταση που συνομιλεί με το σημερινό κοινό του ελληνικού κρασιού.

Δείτε επίσης

Aperitivo της τελευταίας στιγμής: Τι αγοράζουμε από το σουπερμάρκετ για να το στήσουμε σε 5 λεπτά

Μπουγιουρντί: Πώς ένα «ραβασάκι» έγινε ο πιο καυτερός μεζές της Θεσσαλονίκης