«Έχουμε αποτύχει στον αγροτικό τομέα. Και νομίζω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε από αυτή την παραδοχή» τόνισε η Πρόεδρος του ΔΙΚΤΥΟΥ για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Άννα Διαμαντοπούλου, κατά την ομιλία της στο πάνελ με αντικείμενο «Η Κεντρική Μακεδονία ως πυλώνας παραγωγικής και γαστρονομικής ταυτότητας», στο πλαίσιο του 4ου Cantina Academy, που διοργανώνεται από το Πρώτο Θέμα και το Cantina σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, με κεντρικό θέμα «Παράδοση, Ταυτότητα, Βιωσιμότητα: Η Θεσσαλονίκη ως ευρωπαϊκός γαστρονομικός προορισμός».

Σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή και αυτοκριτική τοποθέτηση για την κατάσταση του πρωτογενούς τομέα η κα Άννα Διαμαντοπούλου τόνισε πως για να υπάρξει πραγματική αλλαγή απαιτούνται «ουσιαστικές παραδοχές χωρίς ωραιοποιήσεις».

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «η Ελλάδα είναι μια χώρα η οποία έχει τις δυνατότητες, το κλίμα, το έδαφος και την ιστορία να παράγει εξαιρετικής ποιότητας αγροτικά προϊόντα». Ωστόσο, έσπευσε να προσθέσει με έμφαση: «Έχουμε πάει καλά; Όχι, θα τολμούσα να πω έχουμε αποτύχει στον αγροτικό τομέα».

Η ίδια υπογράμμισε ότι τα προβλήματα είναι βαθιά και διαχρονικά. Αναφέρθηκε στην ηλικιακή γήρανση των αγροτών – «έχουμε αγρότες που έχουν τη μεγαλύτερη ηλικία σε όλη την Ευρώπη» – καθώς και στο χαμηλό επίπεδο συστηματικής εκπαίδευσης, σημειώνοντας πως «η εκπαίδευση των αγροτών σε ποσοστό πάνω από 70% είναι ό,τι έμαθε ο καθένας από τον πατέρα του».

Συγκρίνοντας την Ελλάδα με άλλες χώρες, επικαλέστηκε μελέτη που αντιπαραβάλλει Ολλανδία, Ελλάδα και Ισραήλ: «Η Ολλανδία έχει 10 φορές μεγαλύτερη παραγωγή και εξαγωγές, το Ισραήλ 6 φορές μεγαλύτερη παραγωγή και εξαγωγές σε σχέση με την Ελλάδα», παρότι – όπως σημείωσε – η μία χώρα βρίσκεται «μες στο βάλτο» και η άλλη «μες στην έρημο», ενώ η Ελλάδα διαθέτει όλα τα φυσικά πλεονεκτήματα.

Ασκώντας κριτική στην κυβερνητική διαχείριση, επεσήμανε ότι «παθογένειες δεν συνειδητοποιούνται μετά από 7 χρόνια, τις συνειδητοποιείς όταν παίρνεις την κυβέρνηση και τις χτυπάς». Παράλληλα, αναγνώρισε πως η αναπλήρωση του εισοδήματος των αγροτών είναι αναγκαία για την επιβίωσή τους, αλλά δεν αρκεί εάν ο στόχος είναι ένας αγροτικός τομέας που θα συμβάλλει ουσιαστικά στην επάρκεια της χώρας σε περιόδους κρίσεων και στην ενίσχυση των εξαγωγών.

Η κα Διαμαντοπούλου έθεσε στο επίκεντρο το ζήτημα του μεγέθους των καλλιεργειών, διερωτώμενη: «Είμαστε εντάξει με τον τρόπο που είναι διαμοιρασμένη η γη; Όχι, δεν είμαστε. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερες καλλιέργειες». Έφερε ως παράδειγμα τα μακεδονικά κρασιά, τα οποία, όπως είπε, θεωρούνται εξαιρετικά, αλλά οι μικρές παραγωγές δεν επιτρέπουν ανταγωνιστικότητα.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην αναδιάρθρωση καλλιεργειών υπό το βάρος της κλιματικής αλλαγής. Αναφέρθηκε στα ακτινίδια της Πιερίας, επισημαίνοντας ότι οι παραγωγοί, χωρίς κρατική καθοδήγηση, προχώρησαν σε οργανωμένες ομάδες και εξαγωγική επιτυχία. Ωστόσο, σημείωσε ότι πλέον «πρέπει να ανεβαίνουν προς το βουνό γιατί ανεβαίνει η θερμοκρασία», υπογραμμίζοντας την ανάγκη επιστημονικής παρακολούθησης μέσω ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων.

Στο ίδιο πλαίσιο, χαρακτήρισε τη λειψυδρία «νούμερο ένα ζήτημα» για το μέλλον, αναφερόμενη στην ανάγκη αξιοποίησης τεχνολογιών, αισθητήρων και ψηφιακών εργαλείων, τόσο στην καλλιέργεια όσο και στη διαχείριση των υδάτινων πόρων.

Κριτική άσκησε και στην πορεία του ψηφιακού μετασχηματισμού, σημειώνοντας ότι από τα 23 έργα ψηφιακού μετασχηματισμού του σχεδίου «Ελλάδα 2.0», μόλις 12 βρίσκονται σε εξέλιξη, εκφράζοντας τη θέση ότι «το Ταμείο Ανάκαμψης των ψηφιακών μετασχηματισμών δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στο ρόλο του».

Αναφερόμενη στους νέους αγρότες, επισήμανε ότι είναι λιγότεροι από πέρυσι, τονίζοντας πως όταν ρωτά κανείς έναν αγρότη αν θέλει το παιδί του να ακολουθήσει το επάγγελμα, «θα σου πει όχι», καθώς «όσο η αγροτική ζωή παραμένει στη δεκαετία του ’80, δεν είναι το μοντέλο που ένας νέος άνθρωπος θέλει να ζήσει».

Ιδιαίτερα επικριτική ήταν και για το μοντέλο των συνεταιρισμών: «Να πούμε ότι αποτύχαμε; Ναι, γιατί τους κάναμε συνεταιρισμούς a la greca. Τους κάναμε δημόσιους οργανισμούς». Ανέφερε ως παράδειγμα τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, όπου οι συνεταιρισμοί λειτουργούν ως μεγάλες επιχειρηματικές δομές με μετόχους τους ίδιους τους αγρότες, θέτοντας το ερώτημα πότε θα γίνει μια τέτοια τομή και στην Ελλάδα.

Κλείνοντας, τόνισε ότι το ζήτημα δεν είναι κομματικό, αλλά εθνικό: «Χρειάζεται να ενώσουμε δυνάμεις, αλλά να ενώσουμε δυνάμεις σε μεγάλες ιδέες». Όπως είπε, ο στόχος πρέπει να είναι «σε 10 χρόνια να έχουμε αλλάξει τον αγροτικό τομέα», επισημαίνοντας πως προσωπικά θεωρεί τον πρωτογενή τομέα «νούμερο ένα προτεραιότητα για τη χώρα μας».

«Το ζήτημα δεν είναι τα πανεπιστήμια – Είναι η αγροτική τεχνική εκπαίδευση και η οργάνωση της παραγωγής»

Στην ανάγκη ουσιαστικής ανασυγκρότησης του αγροτικού τομέα, με αιχμή την εκπαίδευση, την οργάνωση και την αξιοποίηση των διαθέσιμων εργαλείων, στάθηκε η κα Άννα Διαμαντοπούλου, απαντώντας σε ερώτηση αναφορικά με το πώς θα μπορέσει η γνώση και καινοτομία να φτάσουν αποτελεσματικά στον παραγωγό της Κεντρικής Μακεδονίας. Η ίδια επεσήμανε ότι η χώρα διαθέτει επιστημονικό δυναμικό, αλλά υστερεί στη σύνδεσή του με την παραγωγή.

«Υπάρχει επάρκεια επιστημόνων. Υπάρχει και επάρκεια μεταπτυχιακών και τώρα τρομερή επάρκεια διδακτορικών», ανέφερε, τονίζοντας ωστόσο ότι «έχει πολύ μεγάλη σημασία η ποιότητα και η πιστοποίηση». Χαιρέτισε μάλιστα την προσπάθεια δημιουργίας πιστοποιημένου μεταπτυχιακού στη Θεσσαλονίκη για τη γαστρονομία, σε συνεργασία με υψηλού επιπέδου πανεπιστήμια.

Ξεκαθάρισε όμως ότι «το ζήτημα δεν είναι τα πανεπιστήμια. Είναι αυτό που θα λέγαμε αγροτική τεχνική εκπαίδευση». Έφερε ως παράδειγμα τη γεωργική σχολή της Θεσσαλονίκης, την οποία χαρακτήρισε «υπόδειγμα», επισημαίνοντας ότι είχε επιχειρηθεί η μεταφορά του μοντέλου αυτού και σε άλλες περιοχές της χώρας. Η προσπάθεια εκείνη, όπως είπε, δεν προχώρησε, καθώς συνέπεσε με την περίοδο των μνημονίων, της κρίσης και των συγκρούσεων.

Σύμφωνα με την κα Διαμαντοπούλου, οι τεχνικές σχολές και τα αγροτικά λύκεια – η μεταλυκειακή εκπαίδευση στον αγροτικό τομέα – μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο. Όπως υπογράμμισε, μια σχολή μεταπτυχιακών σπουδών μπορεί να δημιουργήσει μια «βάση ανθρώπων» που θα στελεχώσουν τα αγροτικά λύκεια και θα συγκροτήσουν «όλη αυτή τη στρατιά των ανθρώπων που χρειάζεται για να αναπτύξουν τη γαστρονομία».

Διευκρίνισε ότι η γαστρονομία δεν περιορίζεται στην παρασκευή ενός ελκυστικού πιάτου: «Δεν είναι απλά κάνω ένα ωραίο φαγητό και το διαφημίζω». Όπως τόνισε, πίσω της βρίσκονται η υγεία, το περιβάλλον, ο πολιτισμός και – πρωτίστως – η πρώτη ύλη. Αναφερόμενη στη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία, μίλησε για μια περιοχή όπου «συναντώνται πολιτισμοί γαστρονομίας», επισημαίνοντας τον πλούτο των τοπικών παραδόσεων.

Η ίδια ανέδειξε τη διατροφή ως κομβικό ζήτημα της σύγχρονης οικονομίας, με άμεση σύνδεση με την υγεία, τα «τροφοφάρμακα», τα «super food», αλλά και με το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. «Πώς συνδέεις τη διατροφή που προσφέρεις στο πιάτο με το πράσινο αποτύπωμα;» διερωτήθηκε, υπογραμμίζοντας ότι στο υψηλό επίπεδο τουρισμού που επιδιώκει η χώρα, όλα αυτά αποκτούν διαφορετική υπόσταση.

Ο επαγγελματίας της εστίασης, όπως σημείωσε, πρέπει να διαθέτει συνολική γνώση: «Υγεία, περιβάλλον, πολιτισμός που είναι από πίσω και βέβαια η βάση – τα προϊόντα, η πρώτη ύλη». Στο πλαίσιο αυτό, ανέδειξε τη δυναμική της Κεντρικής Μακεδονίας, αναφέροντας ενδεικτικά τα ακτινίδια, τις κομπόστες ροδάκινου και το ρύζι, το 80% του οποίου – όπως είπε – παράγεται στην περιφέρεια.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα ΑΚΙΣ, που ξεκίνησε το 2014 και χρηματοδοτεί τη δημιουργία ομάδων επιστημόνων σε συνεργασία με πανεπιστήμια και παραγωγούς, με στόχο την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου σε χωριά ή μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Όπως επισήμανε, η Ελλάδα συγκρότησε εθνική επιτροπή για το ΑΚΙΣ μόλις το 2023. «Όταν έχουμε τόσο μεγάλα προβλήματα στο να χρησιμοποιήσουμε εργαλεία τα οποία είναι έτοιμα…», σχολίασε, επισημαίνοντας ότι πρώτη χώρα στην αξιοποίησή τους είναι η Γερμανία.

Καταλήγοντας, τόνισε ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι «πώς οργανώνεται μια χώρα και τι προτεραιότητες βάζει».

«Ήρθε η στιγμή για απόλυτη τομή – Αποκέντρωση στη χώρα και ισχυρή ευρωπαϊκή θέση»

Την ανάγκη για βαθιές θεσμικές αλλαγές στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και για σαφή στρατηγική στάση της Ελλάδας στην Ευρώπη, υπογράμμισε κατά τη διάρκεια της ομιλίας της, στο πάνελ, η κα Άννα Διαμαντοπούλου, εστιάζοντας στην αποτελεσματικότητα των χρηματοδοτήσεων, το δημογραφικό και την αποκέντρωση.

Όπως σημείωσε, «είναι πολύ ουσιαστικό, πρώτον, η αποτελεσματικότητα των χρηματοδοτήσεων και, δεύτερον, το θέμα του δημογραφικού». Στο πλαίσιο αυτό ανέδειξε το ζήτημα της υπερσυγκέντρωσης αρμοδιοτήτων στο κεντρικό κράτος, επισημαίνοντας ότι «22.000 αρμοδιότητες βρίσκονται στο κεντρικό κράτος και γύρω στις 1.000 στην αυτοδιοίκηση».

«Για ποια περιφέρεια μιλάμε και για ποια συνεργασία;» διερωτήθηκε, τονίζοντας πως «ήρθε η στιγμή να υπάρξει μια απόλυτη τομή και να πούμε ότι η χώρα θα αποκεντρωθεί». Όπως υπογράμμισε, «δεν γίνεται να είμαστε η πιο συγκεντρωτική χώρα της Ευρώπης» και πρόσθεσε ότι «καμία κεντρική κυβέρνηση δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της Δράμας, των Σερρών, της Κατερίνης».

Αναγνώρισε ότι τα προηγούμενα χρόνια έγιναν βήματα, όπως η συγκέντρωση των δήμων και η θεσμοθέτηση των περιφερειών, ωστόσο ξεκαθάρισε: «Δεν είναι αρκετό». Έθεσε μάλιστα ως επόμενα μεγάλα ζητήματα προς συζήτηση τη «φορολογική αποκέντρωση, την εκπαίδευση και την υγεία».

Στρέφοντας το βλέμμα στην ευρωπαϊκή και διεθνή συγκυρία, σημείωσε ότι ζούμε σε μια περίοδο όπου «οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αλλάξει 180 μοίρες την πολιτική τους», γεγονός που επιβάλλει στην Ευρώπη να ανοίγει αγορές και να ενισχύει συνεργασίες. Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτήρισε τη συμφωνία με τη Mercosur ως μια συμφωνία που «θα πρέπει να υπογράψουμε».

Ταυτόχρονα, υπογράμμισε ότι η Ευρώπη οφείλει να έχει οργανώσει τον τρόπο με τον οποίο θα υποδέχεται τα εισαγόμενα προϊόντα, ιδίως σε ευαίσθητους τομείς όπως ο αγροτικός. Φέρνοντας ως παράδειγμα το ρύζι της Κεντρικής Μακεδονίας, ανέφερε: «Θα πούμε να μην μπει; Όχι, δεν γίνεται αυτό. Αλλά θα πρέπει να έχουμε οργανώσει τους μηχανισμούς ιχνηλασίας εάν το ρύζι που θα μπει είναι με τις προδιαγραφές».

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις εξελίξεις στο Eurogroup, όπου – όπως ανέφερε – επισημοποιήθηκε συμμαχία των έξι πιο ισχυρών οικονομιών της Ευρώπης για την προώθηση συγκεκριμένων ζητημάτων. «Προσωπικά δεν καταλαβαίνω γιατί γίνεται αυτό και γιατί δεν υπάρχει αντίδραση», σχολίασε, επισημαίνοντας ότι, ενώ οι χώρες που θέλουν μπορούν να προχωρήσουν, δεν θα πρέπει αυτό να περιορίζεται στις έξι ισχυρότερες οικονομίες.

«Η Ελλάδα θέλει να είναι στον πυρήνα», τόνισε, προσθέτοντας ότι η εξέλιξη αυτή «δεν μπορεί να περάσει αβρόχοις ποσί χωρίς κανένα σχόλιο». Κατά την άποψή της, απαιτείται άμεση αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης, ώστε να ξεκαθαριστεί «πώς θα λειτουργούν οι έξι και γιατί δεν προχωράμε σε έναν κύκλο χωρών που θέλουν να προωθήσουν την ευρωπαϊκή ατζέντα».

Ποια είναι η Άννα Διαμαντοπούλου

Η Άννα Διαμαντοπούλου είναι Πρόεδρος του ΔΙΚΤΥΟΥ για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, ενός ανεξάρτητου μη κερδοσκοπικού οργανισμού έρευνας και πολιτικής, με έδρα την Αθήνα. Η Άννα Διαμαντοπούλου υπηρέτησε ως Ευρωπαία Επίτροπος για την Απασχόληση, τις Κοινωνικές Υποθέσεις και τις Ίσες Ευκαιρίες και είχε πολλά σημαντικά χαρτοφυλάκια ως υπουργός. Διετέλεσε Υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Τεχνολογίας και Δια Βίου Μάθησης. Υπήρξε επίσης η υποψήφια της Ελλάδας για τη θέση της Γενικής Γραμματέως του ΟΟΣΑ.

Eίναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του think tank Friends of Europe με έδρα τις Βρυξέλλες, μέλος του Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR), μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Ευρωπαϊκών Προοδευτικών Σπουδών (FEPS), μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής του Ιδρύματος BRENTHURST με έδρα το Γιοχάνεσμπουργκ και μέλος του ΔΣ του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών. Συμμετέχει επίσης στην εταιρεία FTSE 100 του Παγκόσμιου Συμβουλευτικού Συμβουλίου της KEKST CNC, μιας παγκόσμιας εταιρείας στρατηγικών επικοινωνιών, μέλος του Publicis Groupe.