«Η ελληνική γαστρονομία χρειάζεται πρώτες ύλες και στρατηγικό σχέδιο» ανέφερε ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΛΓΕΚΑ ΑΕ, Αλέξανδρος Κατσιώτης, κατά την ομιλία του στο πάνελ με αντικείμενο «Η πρωτογενής παραγωγή και οι εξαγωγές τροφίμων, η δύναμη της Κεντρικής Μακεδονίας» στο πλαίσιο του 4ου Cantina Academy, που διοργανώνεται από το Πρώτο Θέμα και το Cantina σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, με κεντρικό θέμα «Παράδοση, Ταυτότητα, Βιωσιμότητα: Η Θεσσαλονίκη ως ευρωπαϊκός γαστρονομικός προορισμός».
Ο κ. Κατσιώτης επισήμανε ότι η γαστρονομία στην Ελλάδα αντιμετωπίζει κρίσιμο πρόβλημα πρώτων υλών. «Τρώμε μελιντζάνες Βουλγαρίας, με κιμά Ολλανδίας, με μπεσαμέλ από τη Γερμανία. Η γαστρονομία στην Ελλάδα πάσχει από έλλειψη πρώτων υλών. Θέλουμε να μιλήσουμε για πραγματική γαστρονομία και για εξαγωγή ελληνικών προϊόντων, φτιαγμένα από ελληνικές πρώτες ύλες», τόνισε.
Παράλληλα, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Τα σκόρδα τα φέρνουμε από την Κίνα, τις φακές από τον Καναδά, τα κρεμμύδια από την Ινδία, τις μπάμιες από την Ινδία. Παράγουμε αρκετά commodity προϊόντα, δηλαδή το 20% των προϊόντων που κάνουμε εξαγωγή έχουν κάποια μάρκα». Όπως εξήγησε, η Ελλάδα παράγει σημαντικές ποσότητες φρέσκου γάλακτος, αλλά μεγάλο μέρος εισάγεται μετασχηματισμένο στα τελικά προϊόντα: «Η Ελλάδα είναι πρώτη στην αγορά του ένταμ και όχι της φέτας», είπε.
Σημαντική αναφορά έκανε και στο δημογραφικό ζήτημα: «Η Μακεδονία κάνει πολύ ωραία προϊόντα, αλλά το ανθρώπινο δυναμικό μειώνεται. Πρέπει να απαντηθεί αυτό». Επιπλέον, τόνισε την ανάγκη στρατηγικής στη γεωργική παραγωγή.
Η Μακεδονία πρέπει να κάνει ελιές; Θα τις κάνει, γιατί θα φύγουν οι ελιές από την Κρήτη. Ας δούμε πώς θα προσαρμοστούμε.
Ο ίδιος συνέκρινε την ελληνική παραγωγή με άλλες χώρες, επισημαίνοντας τις μεγάλες διαφορές: «Η Φλόριντα ήταν ο μεγάλος πορτοκαλεώνας του πλανήτη, οι Κινέζοι φυτεύουν 500 εκατομμύρια ελαιόδεντρα, η Χιλή περίπου ένα δισεκατομμύριο, ενώ εμείς έχουμε το καλύτερο λάδι, αλλά πολύ μικρή παραγωγή παγκοσμίως». Η σύγκριση με τη βιομηχανική ντομάτα ήταν χαρακτηριστική: «Η Ελλάδα κάνει 300 τόνους, η Ισπανία 800, η Καλιφόρνια 12 εκατομμύρια, η Κίνα 9 εκατομμύρια. Τι είναι 300 τόνοι; Τίποτα».
Επιπλέον, ο κ. Κατσιώτης τόνισε ότι η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει σε «φθαρτά προϊόντα», που χαλάνε εύκολα και μπορούν να εξαχθούν γρήγορα: «Δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τα commodity των μεγάλων εκτάσεων. Είμαστε μικροί. Μπορούμε να κάνουμε πάρα πολύ ωραία πράγματα όμως, σε μικρές ποσότητες με διαφορετικό τρόπο διανομής. Θέλει σχεδιασμό».
Η δημιουργία clusters, η ανάπτυξη brand και η σωστή οργάνωση των δικτύων
Στη συνέχεια της παρέμβασής του ο κ. Κατσιώτης αναφέρθηκε ότι οι εξαγωγές δεν είναι να στέλνεις μια παλέτα σε κάθε χώρα, αλλά να παίρνεις μερίδιο της αγοράς και ο καταναλωτής να ξαναγοράσει το προϊόν σου.
Ποιες ελληνικές εταιρείες έχουν brand; Ελάχιστες. Οι υπόλοιποι θεωρούν ότι κάνουν εξαγωγές, αλλά στην ουσία στέλνουν χύμα προϊόντα σε χονδρέμπορους.
Για να επιτευχθεί ουσιαστική εξωστρέφεια, σύμφωνα με τον ίδιο, χρειάζεται συνεργασία και συστήματα τύπου cluster: «Πρέπει να μαζέψεις πέντε παραγωγούς πιπεριών ή γιαουρτιού και να πουλήσετε μαζί. Αλλιώς δεν γίνεται. Δεν έχουμε όγκους για να ανταγωνιστούμε τα μεγάλα δίκτυα», πρόσθεσε.
Ο κ. Κατσιώτης αναφέρθηκε και σε παραδείγματα της ελληνικής παραγωγής που επιβεβαιώνουν τις δυσκολίες: «Πόσα χρόνια χρειάστηκε να καταργηθεί η παραγωγή χύμα λαδιού; Μόνο το 10% πωλείται με σωστές συσκευασίες».
Επιπλέον, τόνισε τη σημασία άμεσων κινήσεων σε κρίσιμους τομείς: «Το κοτόπουλο που τρώμε εκτός σπιτιού είναι εισαγωγής από τη Βραζιλία».
Καταλήγοντας, επισήμανε την ανάγκη για μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχέδιο: «Πρέπει να μελετήσουμε και να δώσουμε για κάθε θέμα συγκεκριμένη απάντηση. Με στρατηγική, δίκτυα και οργάνωση μπορούμε να πετύχουμε γρήγορες και ουσιαστικές κινήσεις».
Ο πρόεδρος της ΕΛΓΕΚΑ ΑΕ, Αλέξανδρος Κατσιώτης, ανέλυσε τις τρέχουσες προτεραιότητες και τις επενδύσεις, τονίζοντας ότι η έμφαση δίνεται στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και όχι σε βραχυπρόθεσμες λύσεις.
«Πριν από 3-4 χρόνια πουλήσαμε το μεγαλύτερο εργοστάσιο στον κόσμο για βίγκαν τυρί. Κάνουμε από εκεί 100.000 τόνους εξαγωγές – με πρώτες ύλες όμως φυτικές. Θα πρέπει να αποδείξουμε στον εαυτό μας ότι μπορούμε να φτιάξουμε brand. Αν δεν μπορούμε, δεν το κάνουμε καλά. Μας ενδιαφέρει το long term», τόνισε ο κ. Κατσιώτης.
Σημείωσε ότι η ανάπτυξη των δικτύων στην Ελλάδα είναι κρίσιμη, ιδιαίτερα για τη μεταφορά προϊόντων: «Δεν υπάρχει κανένα δίκτυο στην Ελλάδα και να παρακολουθήσεις τη διαδρομή όπως ένα κούριερ. Δεν υπάρχει αλυσίδα τροφοδοσίας. Είναι όλα πρακτορεία, υποπρακτορεία, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, και η ποιότητα πέφτει. Και το κόστος πάει στο Θεό».
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι οι επενδύσεις σε logistics είναι τεράστιες αλλά συχνά δεν αποδίδουν όπως πρέπει: «Έχουμε μια εταιρεία που λέγεται Διακίνηση και είναι η μεγαλύτερη στη χώρα στα logistics. Έχουμε 200.000 μέτρα. Το ΑΕΠ δεν ανεβαίνει στα εμπορεύματα, ανεβαίνει στις υπηρεσίες. Τα πάντα θέλουν logistics».
«Χρειάζονται στρατηγικές και νέα προϊόντα για τη γαστρονομία»
«Η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να γίνει εξαγωγικό hub», ξεκαθάρισε. «Η Ελλάδα ζει με 750.000 κοντέινερ και περίπου 600.000 – 700.000 φορτηγά, καλύπτουμε όλες τις ανάγκες της χώρας 100%. Όλα τα υπόλοιπα είναι διαμετακομιστικό εμπόριο». Όπως εξήγησε, οι εξαγωγές προϊόντων από τη Βόρεια Ελλάδα γίνονται κυρίως με νταλίκες, λόγω των αργών σιδηροδρομικών γραμμών, ενώ για την αποστολή προϊόντων με καράβι, αυτά πρέπει να φτάσουν πρώτα στον Πειραιά, κάτι που αυξάνει το κόστος και τις δυσκολίες.
Αναφερόμενος σε υποδομές, ο κ. Κατσιώτης τόνισε τη σημασία της μέτρησης και του σχεδιασμού: «Όλες οι εξαγωγές που κάνουμε εδώ είναι στο στρατόπεδο Γκόνου, που θα γίνει διαμετακομιστικό εμπόριο. Πρέπει να μιλήσουμε για πόσες χιλιάδες φορτηγά μπορούν να φύγουν».
Παράλληλα, επισήμανε νέες τάσεις στη διατροφή και τη γαστρονομία που επηρεάζουν τον τρόπο που η Ελλάδα μπορεί να τοποθετήσει τα προϊόντα της διεθνώς.
Ο ίδιος κατέληξε ότι η χώρα μπορεί να αξιοποιήσει τα παραδοσιακά προϊόντα της, όπως λάδι, ελιές και ρίγανη, αλλά με τρόπο που να ταιριάζει στις νέες τάσεις διατροφής: «Η Ελλάδα πρέπει να δει πώς μπορεί να πουλήσει μουσακά ή σουβλάκι σε αγορές που ακολουθούν τον νέο τρόπο διατροφής. Αυτή είναι η αλήθεια».
Ο Αλέξανδρος Κατσιώτης στην παρέμβασή του υπογράμμισε ότι η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να αναδειχθεί μόνη της σε κέντρο εξαγωγών. Η ανάπτυξη περνά μέσα από οργανωμένες υποδομές, διαμετακομιστικά hubs και την προσαρμογή των ελληνικών προϊόντων στις νέες διεθνείς τάσεις υγιεινής διατροφής και γαστρονομίας.
Ποιος είναι ο Αλέξανδρος Κατσιώτης
Ο Αλέξανδρος Κατσιώτης είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΛΓΕΚΑ ΑΕ, μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες διανομής και εμπορίου στην Ελλάδα.
Σπούδασε Οικονομικά στην Ανώτατη Βιομηχανική Σχολή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας-Θράκης και συνέχισε τις σπουδές στο Marketing στο ICBS Θεσσαλονίκης.
Η επαγγελματική του πορεία ξεκίνησε το 1979 στην ΕΛΓΕΚΑ ΑΕ, όπου με συνέπεια και αφοσίωση ανέλαβε το 1988 τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη και εδραίωση της εταιρείας στον χώρο της διανομής και των logistics.
Σήμερα, κατέχει τη θέση του Προέδρου τόσο στην ΕΛΓΕΚΑ ΑΕ όσο και στις εταιρείες ΔΙΑΚΙΝΗΣΙΣ ΑΕ και G.S.B.G. AE, διαδραματίζοντας ηγετικό ρόλο στον κλάδο των υπηρεσιών εφοδιαστικής αλυσίδας και εμπορίου. Η πολυετής εμπειρία του, η στρατηγική του σκέψη και η αφοσίωσή του στην καινοτομία έχουν συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση και την επιτυχία των εταιρειών που διοικεί, καθιστώντας τον έναν από τους πλέον καταξιωμένους επιχειρηματίες στον χώρο.