Για τον Νίκο Γαγιάτσο η κεραμική δεν είναι απλώς τέχνη, αλλά ένας ζωντανός διάλογος ανάμεσα στην παράδοση, το χέρι και το σύγχρονο τραπέζι.
Μπαίνοντας στο εργαστήριό του στο Μαρούσι όλα μοιάζουν να έχουν τον δικό τους χρόνο. Ο πηλός, οι τροχοί, οι φούρνοι, τα πιάτα που στεγνώνουν σε σειρές, τα χέρια που ξέρουν να περιμένουν. Τίποτα εδώ δεν δείχνει βιαστικό. Και ο Νίκος Γαγιάτσος, με τη γνήσια σεμνότητα ενός ανθρώπου που έχει μάθει να μιλά περισσότερο με τη δουλειά του παρά με τα λόγια, το λέει σχεδόν απολογητικά: «Ούτε καν φανταζόμουν ότι θα έρθει κάποιος να μου πάρει συνέντευξη». Ήταν η πρώτη του. Και ίσως αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που η κουβέντα μαζί του είχε αυτή τη σπάνια καθαρότητα.
Μια σιφνέικη τέχνη στο Μαρούσι
Η σχέση του με την κεραμική ξεκίνησε πολύ νωρίς, σχεδόν μοιραία. «Λόγω του πατέρα μου», λέει απλά. Ο πατέρας του, που έφερε την τέχνη από τη Σίφνο στο Μαρούσι στις αρχές της δεκαετίας του ’60, υπήρξε ο πρώτος και πιο ουσιαστικός του δάσκαλος. «Μου είπε ότι εδώ είναι το σχολείο», θυμάται ο Νίκος Γαγιάτσος, όταν τον σταμάτησε από το σχολείο για να μπει στη δουλειά. «Έχασα κάποια, αλλά κέρδισα πολλά πράγματα έτσι». Σε εκείνο το παλιό εργαστήριο με το ξυλοκάμινο, όπου έφτιαχναν ακόμα και τον πηλό μόνοι τους, παίρνοντας χώμα και ανακατεύοντάς το με το χέρι, μεγάλωσε μέσα στην πιο αυθεντική εκδοχή της αγγειοπλαστικής. «Ήμουν από τους πιο νέους μαστόρους τότε. Δηλαδή, 15 ετών εγώ ήξερα τροχό». Η οικογενειακή τους ιστορία ξεκινά από τη Σίφνο και μετρά τουλάχιστον τέσσερις γενιές, ίσως και πέντε. «Είναι τρίτη γενιά από τη Σίφνο και έχουμε ακόμα πιο πίσω άλλες δύο», λέει. Σήμερα, στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις 700 τ.μ. στο Μαρούσι, η παράδοση αυτή συνεχίζεται με σύγχρονα μέσα, αλλά με την ίδια αφοσίωση στη χειροποίητη δουλειά.
Όταν η κεραμική συνταντά τη γαστρονομία
Για χρόνια, η δουλειά του ήταν η κατασκευή γλάστρας. Όλα όμως άλλαξαν όταν γνώρισε τον Αθηναγόρα Κωστάκο. «Εγώ δεν ήξερα τι θα πει εστιατόριο. Ο Αθηναγόρας με έβαλε σε αυτό το κομμάτι, κάτι είδε σε μένα και με εμπιστεύτηκε, έκτοτε δουλεύουμε μαζί σε κάθε του εγχείρημα», αναφέρει.
Αυτή η γνωριμία δεν του έδωσε απλώς μια νέα επαγγελματική κατεύθυνση. Του άλλαξε τον τρόπο που αντιμετωπίζει το κεραμικό. Μέσα από τη συνεργασία με τους σεφ, άρχισε να σκέφτεται το πιάτο όχι μόνο ως αντικείμενο χρήσης, αλλά ως μέρος της γαστρονομικής εμπειρίας. «Όταν μου πει ο σεφ ότι θέλει ένα πιάτο να βάλει μια μπριζόλα, δημιουργώ το κατάλληλο σκεύος. Έτσι, μ’ έναν τρόπο, συμμετέχω και εγώ στο μενού». Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της δουλειάς του.

Για τον Νίκο, το κεραμικό δεν είναι φόντο, αλλά μέρος της αφήγησης. «Αναδεικνύει το φαΐ», λέει. «Σκέψου ένα φαγητό να είναι σε ένα κλασικό, άσπρο, παλιό πορσελάνινο. Δεν θα το δει κανένας». Πιστεύει βαθιά στη δύναμη του χειροποίητου, σε αυτό που κουβαλά πάνω του το ίχνος του ανθρώπου. Σήμερα τα έργα του ταξιδεύουν σε εστιατόρια στην Ελλάδα, από Μύκονο μέχρι Αθήνα, αλλά και στο εξωτερικό, από το Μεξικό και την Ιταλία μέχρι την Αγγλία και την Αμερική. Εκείνος, όμως, παραμένει ο ίδιος άνθρωπος που μόλις κάθεται στον τροχό ηρεμεί. «Μόλις ξεκινάει να γυρίζει, τα ξεχνάω όλα». Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μυστικό του: πως, παρά την αναγνώριση, παραμένει πιστός στην ουσία. Στη χαρά του χεριού, στη μνήμη της παράδοσης και σε εκείνη τη σιωπηλή αφοσίωση που χαρακτηρίζουν μόνο τους αληθινούς μάστορες.
Φωτογραφίες: Αντώνης Γιαμούρης
Διαβάστε επίσης:
Γλυκοπατάτα αλλιώς: 28 συνταγές που δεν μοιάζουν καθόλου με ό,τι έχετε δοκιμάσει
Πώς γίνεται η μαγειρίτσα βήμα-βήμα για να πετύχει σίγουρα
