Προζύμια ταΐζονται σε σπίτια και φούρνους νέας γενιάς, ζύμες ξεκουράζονται για αμέτρητες ώρες πριν μπουν σε φούρνους που «αντιγράφουν» τη λειτουργία του ξυλόφουρνου. Ταβέρνες αναβιώνουν, μεζεδοπωλεία ανάβουν τα γκάζια, εστιατόρια ξαναβάζουν τις κατσαρόλες στη φωτιά.

Μπεσαμέλ και κρέμα γάλακτος, λαδερά και πίτες, σουβλάκια και τοστ, τροφαντές πίτσες και μακαρονάδες φούρνου συνυπάρχουν με σεβίτσε και τιραντίτο, fusion και εθνικές κουζίνες.

Το fine dining επαναπροσδιορίζεται, ο πελάτης παίρνει τα ηνία και ζητάει -απαιτεί, μάλλον- οικειότητα, ζεστή φιλοξενία, γνώριμες γεύσεις και αναγνωρίσιμα υλικά.

Ο ελληνικός καφές και ο φραπέ ξαναγεμίζουν τις κούπες και τα ποτήρια μας χωρίς ενοχές και ντροπή μπροστά στους εσπρέσο και τους καπουτσίνο, όλα μοιάζουν να ανακατεύονται γλυκά, απροσποίητα, αναζωογονητικά.

Όχι, δεν είναι ελληνικό φαινόμενο και δείχνει να μην είναι μια απλή μόδα. Το παρελθόν γίνεται ασφαλές καταφύγιο για τις γενιές του αποκλεισμού, της κρίσης, της απομόνωσης, ακόμη κι αν δεν το έχουν ζήσει. Η αναζήτηση της ασφάλειας μέσα από την εμπειρία του φαγητού δείχνει κυρίαρχη.

Μαγειρεύουμε, όσο μαγειρεύουμε στο σπίτι, με το μυαλό και τη μνήμη μας γεμάτα γεύσεις και εικόνες. Αυτές τις εικόνες και τις γεύσεις παραγγέλνουμε και όταν βγαίνουμε έξω.

Αυτή τη σύνδεση γιορτάζουμε στο τεύχος του Μαρτίου. Του παρελθόντος με το παρόν μας και το αύριο που έρχεται. Μέσα από εμπειρίες ανθρώπων, από συνταγές και πιάτα, από την αισθητική και την κουλτούρα που φέρουν. Στις σελίδες του, θα δείτε τα περάσματά μας από όλα τα σημεία που πυροδότησε η μνήμη μας και ίσως συναντηθούμε με τη δική σας.

Καλή ανάγνωση!