Η Γλυφάδα είναι για μένα μια κάπως αχαρτογράφητη περιοχή. Ως παιδί συνήθιζα να βγαίνω συχνά εκεί με τους γονείς μου, όμως μεγαλώνοντας με κέρδισαν περισσότερο το κέντρο και ο Πειραιάς. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν μαγαζιά που σου αποδεικνύουν πως αξίζει να σπας τη ρουτίνα σου και να επιλέγεις περιοχές που δεν βρίσκονται συνήθως στον χάρτη των εξόδων σου.

Ένα από αυτά τα μαγαζιά είναι, το «Ethos», στη Ζησιμοπούλου, στο κέντρο της Γλυφάδας.

Από την πρώτη στιγμή, το μαγαζί σου κάνει εντύπωση με το πόσο ευρύχωρο και φωτεινό είναι, με φυτά που κρέμονται από το ταβάνι και μια ανοιχτόχρωμη, ήρεμη παλέτα που σε χαλαρώνει. Τα μεγάλα τραπέζια και η πίστα που αρχίζει να στήνεται όσο περνά η ώρα σε προετοιμάζουν για κάτι παραπάνω από ένα απλό δείπνο.

Εδώ δεν έρχεσαι μόνο για να φας, αλλά για να περάσεις καλά με παρέα, μικρή ή μεγάλη. Εμείς φτάσαμε νωρίς, με ξεκάθαρο στόχο για εκείνη τη βραδιά: το φαγητό.

Ξεκινήσαμε με τις σαλάτες: έναν ντάκο με παξιμάδι χαρουπιού, φρεσκοτριμμένη ντομάτα, κάπαρη και κρίταμο, και τη σαλάτα «Ethos» με baby ρόκα, σπανάκι και βαλεριάνα, ανθότυρο και τραγανό κριτσίνι από ζέα.

Και οι δύο ήταν ιδιαίτερα δροσερές, με προσεγμένα υλικά. Στη δεύτερη, ξεχώρισα την προσθήκη καραμελωμένων πεκάν, που έδεναν πολύ όμορφα με το ανθότυρο και τα πράσινα φύλλα.

Από τα ορεκτικά φάνηκε πως πρόκειται για ένα αρκετά κρεατοφαγικό και γενναιόδωρο στα πιάτα του μαγαζί. Ξεκινήσαμε με το καρπάτσιο ελληνικής μοσχίδας, με γαλάκτωμα τρούφας, φιστίκι, ρόκα, κάπαρη και ανθό αλατιού, και συνεχίσαμε με μια ακόμη ωμή κοπή: ταρτάρ μοσχαρίσιο με τραγανή τορτίγια.

Και τα δύο πιάτα ήταν δροσερά, με ποιοτικό κρέας, χωρίς περιττά υγρά, ευχάριστη υφή, σωστές οξύτητες και ενδιαφέρουσες υφές, στοιχεία απαραίτητα σε τέτοιου είδους παρασκευές.

Στη συνέχεια ήρθαν στο τραπέζι τα πιο comfort πιάτα της βραδιάς. Ξεχωρίζει η τυρόπιτα κανταΐφι, που σερβίρεται σε ζεστό μαντεμένιο σκεύος, με μπόλικα τυριά, τσορίζο Δράμας και μαρμελάδα ντομάτας, ελαφρώς αλμυρή και άκρως απολαυστική, ειδικά αν αγαπάς τα τυριά.

Ακολούθησε η κροκέτα μόσχου, με μείγμα ελληνικών τυριών και κρέμα τρούφας, τραγανή εξωτερικά και ζουμερή στο εσωτερικό, με καλομαγειρεμένο μοσχαρίσιο κρέας που λιώνει.

Δοκιμάσαμε επίσης τα τηγανητά μοσχαρίσια κεφτεδάκια, με μους γαλομυζήθρας, συνοδευμένα από υπερτραγανά, χειροκομμένα chips πατάτας.

Έτσι, για το ξεκάρφωμα, επιλέξαμε και την ποικιλία μανιταριών στη σχάρα, με καβουρδισμένο φουντούκι, flakes παλαιωμένης γραβιέρας και γλάσο από πετιμέζι και τρούφα. Τα μανιτάρια, σε διαφορετικές ποικιλίες, είχαν ωραία γήινη γεύση και ήταν ψημένα όσο πρέπει, ώστε να κρατούν στο δάγκωμα, παραμένοντας ταυτόχρονα ζουμερά.

Κάπου εκεί ήρθε η ώρα για τα κυρίως. Kαι μπορούμε να πούμε ότι σε αυτό το σημείο της βραδιάς μας καλομάθαν ακόμη περισσότερο. Στο τραπέζι ήρθε ένα κατσικάκι, ξεκοκαλισμένο μπούτι, σιγομαγειρεμένο με baby πατάτες. Το κρέας ήταν εξαιρετικά μαλακό, σχεδόν να λιώνει, ενώ οι πατάτες ήταν σωστά ψημένες και μελωμένες. Το αποτέλεσμα ήταν ισορροπημένο, χωρίς περιττά λιπαρά,  κάτι που δεν είναι πάντα δεδομένο σε τέτοιου είδους μαγειρέματα.

Στη συνέχεια ήρθε ένα υπερμεγέθες πιάτο, που όπως διαπιστώσαμε αργότερα στον κατάλογο προορίζεται για δύο έως τρία άτομα: ο κόκορας παστιτσάδα, με χοντρό μακαρόνι, σπετσερικό, βούτυρο Κέρκυρας και φρεσκοτριμμένη μυζήθρα. Ήταν ακριβώς όσο λαχταριστό και νόστιμο ακούγεται, με βαθιά, μεστή σάλτσα και πολύ σωστά βρασμένα ζυμαρικά, κάτι που συχνά δεν είναι εύκολο σε τόσο μεγάλες ποσότητες.

Δοκιμάσαμε επίσης το ψαρονέφρι σοφρίτο, με χειροποίητη ντεμί γκλας και κρέμα καπνιστής πατάτας. Γενικά, το ψαρονέφρι δεν είναι ένα κρέας που επιλέγω συχνά, ειδικά εκτός σπιτιού, καθώς τις περισσότερες φορές δεν ψήνεται σωστά. Το συγκεκριμένο, ωστόσο, ήταν από τα πιο γευστικά πιάτα της βραδιάς.

Τέλος, από τα κυρίως δοκιμάσαμε τον μουσακά του μαγαζιού, με λαχανικά μαγειρεμένα σε σάλτσα με βασιλικό. Αντί για κιμά, χρησιμοποιείται σιγομαγειρεμένο μοσχαρίσιο χτένι, ενώ η μπεσαμέλ είναι εμπλουτισμένη με καπνιστό τυρί Μετσόβου. Το αποτέλεσμα είναι ένας μουσακάς ιδιαίτερα γευστικός και κάπως απρόσμενος, πιο ελαφρύς από τον κλασικό, καθώς δεν περιλαμβάνει τηγανητά λαχανικά. Σε μια πιο ελληνική εκδοχή, θυμίζει και την Shepherd’s pie και μου έβαλε την ιδέα να δοκιμάσω κάτι αντίστοιχο και στο σπίτι.

Και κάπου εκεί ήρθε η ώρα του γλυκού. Δοκιμάσαμε μια πορτοκαλόπιτα με τραμπλ φιστικιού Αιγίνης, παγωτό καϊμάκι και κρεμέ πορτοκαλιού, αρωματική και ισορροπημένη.

Για μένα, όμως, το καλύτερο κλείσιμο ήρθε με το μιλφέιγ βανίλιας Μαδαγασκάρης. Με καραμελωμένη σφολιάτα βουτύρου, κρέμα βανίλιας, butterscotch καραμέλα, παγωτό βανίλια και καραμελωμένα πεκάν, ήταν ένα επιδόρπιο φίνο, ελαφρύ και όσο πρέπει γλυκό, με τραγανή σφολιάτα και αέρινες κρέμες.

Ένα μιλφέιγ αντάξιο ενός πολύ καλού ζαχαροπλαστείου, από αυτά που δεν περιμένεις εύκολα να βρεις σε ένα εστιατόριο. Όπως μάθαμε, στο «Ethos» διαθέτουν δικό τους pastry chef, κάτι που εξηγεί και το επίπεδο των γλυκών.

Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε και η συζήτηση που είχαμε στο τέλος με τον σεφ. Ρωτώντας τον για τα κρεατικά, μας εξήγησε πως δεν χρησιμοποιούν τεχνικές όπως το sous-vide, αλλά δουλεύουν αποκλειστικά με κατσαρόλες, γάστρες και φούρνο, ακολουθώντας έναν πιο παραδοσιακό τρόπο μαγειρέματος.

Μια προσέγγιση που προσωπικά εκτιμώ ιδιαίτερα, και που φαίνεται ξεκάθαρα και στο αποτέλεσμα.

info
Ζησιμοπούλου 10, Γλυφάδα

 

Δείτε επίσης:

Akoko: Δοκιμάσαμε πραγματικό τηγανητό κοτόπουλο που δεν θυμίζει «βρόμικο φαγητό»