Με χώρους αντάξιους του μεγαλύτερου μουσείου διακοσμητικών τεχνών παγκοσμίως, το V&A Café εντυπωσιάζει με το μενού και την ιστορία του.
V&A Café: Ο χώρος που άλλαξε τη φιλοσοφία των μουσείων
Πίσω στη μακρινή δεκαετία του 1850, οι Λονδρέζοι επιβιβάζονταν σε ιππήλατα ταξί για να μεταβούν από το κεντρικό Λονδίνο στην απομακρυσμένη, τότε, περιοχή του Brompton, ώστε να επισκεφθούν τις συλλογές εφαρμοσμένων τεχνών και επιστημών του South Kensington Museum. Και μάλιστα, ακόμη και τις απογευματινές ώρες, χάρη στον φωτισμό των αιθουσών του μουσείου με λάμπες υγραερίου -μια παγκόσμια πρωτιά. Η οποία, όμως, δεν ήταν η μόνη που περίμενε όσους έφταναν στο επιβλητικό κτήριο, καθώς πέρα από τους σπουδαίους πολιτιστικούς θησαυρούς φιλοξενούσε και το πρώτο εστιατόριο μουσείου στον κόσμο.

Σήμερα, πάνω από 170 χρόνια μετά, κάποια στοιχεία του διάσημου μουσείου έχουν εξελιχθεί πολύ και κάποια ευτυχώς διατηρούν την ιστορική τους συνέχεια προς όφελος των εκατομμυρίων φίλων και επισκεπτών του. Το Victoria & Albert Museum, όπως είναι πλέον το όνομά του -φόρος τιμής στο βασιλικό ζεύγος Βικτωρίας και Αλβέρτου που προώθησαν τις τέχνες και τις επιστήμες- είναι το μεγαλύτερο μουσείο διακοσμητικών τεχνών στον κόσμο, περίφημο για τις ανεξάντλητες συλλογές του και τις εξαιρετικές περιοδικές εκθέσεις που διοργανώνει.
Κι αν η διαδρομή έως εδώ γίνεται πια πανεύκολα με το λονδρέζικο μετρό και οι λάμπες γκαζιού έχουν φύγει, το εστιατόριο του V&A Café αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της επίσκεψης, όχι μόνο λόγω των ολόφρεσκων ζεστών και κρύων πιάτων του μενού, αλλά και για την εμπειρία ενός γεύματος στους θεαματικούς χώρους με τη μακραίωνη ιστορία.
Η αρχική ιδέα
Ο στόχος του Henry Cole, πρώτου διευθυντή του μουσείου, ήταν σαφής: αφενός, το νέο πολιτιστικό ίδρυμα ν’ αποτελέσει ισχυρό αντίδοτο στις pub και τα gin palaces όπου σύχναζαν οι κάτοικοι της βρετανικής πρωτεύουσας, κάτι που θα πετύχαινε με τη δυνατότητα απογευματινών επισκέψεων. Αφετέρου, η ενθάρρυνσή τους να αγκαλιάσουν τις εφαρμοσμένες τέχνες, με το εστιατόριο εντός του μουσείου να δίνει μια κοινωνική διάσταση και να ολοκληρώνει την εμπειρία.

Έτσι, η πείρα του Cole από τη Μεγάλη Έκθεση του 1851, ότι οι επισκέπτες έχουν ανάγκη από μια κούπα τσάι κι ένα κομμάτι κέικ ή ένα ζεστό γεύμα, οδήγησε στις πρώτες εγκαταστάσεις εστίασης εντός μουσείου, το Refreshment Room του V&A που εγκαινιάστηκε το 1856, μια κίνηση καινοτόμα αφού τα υπόλοιπα πολιτιστικά ιδρύματα δεν είχαν επενδύσει σε υπηρεσίες catering έως τον 20ό αιώνα.
Καθώς το κοινό περνούσε από τους κήπους του μουσείου, δεν το υποδέχονταν τα εντυπωσιακά εκθέματα, αλλά τρεις αψίδες με γυάλινες πόρτες που οδηγούσαν στους τρεις χώρους του αναψυκτηρίου, μιας προσωρινής κατασκευής στην ανατολική πτέρυγα του κτηρίου. Σχεδιασμένες από τον Francis Fowke, οι αίθουσες με τα ενσωματωμένα ξύλινα δοκάρια που αναβίωναν το τυδωριανό στυλ, έρχονταν σε έντονη αντίθεση με το ύφος του μουσείου, με αποτέλεσμα μία από τις εγκυρότερες εφημερίδες της εποχής να τις χαρακτηρίσει «αποκρουστικά άσχημες». Προς μεγάλη ευχαρίστηση των κριτικών, αυτή η πρώτη κατασκευή κατεδαφίστηκε το 1867.
Η μεγαλοπρέπεια του Gamble Room

Τρεις νέοι χώροι εστίασης τις αντικατέστησαν άμεσα -με τα διακριτά ονόματα Gamble, Poynter και Morris, αλλά ως ενιαίο εστιατόριο- αν και οι εργασίες διακόσμησης που ξεκίνησαν το 1868 συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια.
Η πρώτη αίθουσα, αρχικά γνωστή ως Centre Refreshment Room ή Gamble Room, βρισκόταν σε σημείο στρατηγικό, ακριβώς απέναντι από αυτό που προοριζόταν να είναι η κύρια είσοδος, ώστε να δελεάζει τους επισκέπτες με τις λαχταριστές μυρωδιές της κουζίνας αλλά και τον εύθυμο, φιλόξενο τόνο που έδιναν οι συνδαιτυμόνες.
Πετύχαινε, όμως, πολλά περισσότερα, αφού κυριολεκτικά θάμπωνε με την εντυπωσιακή της διακόσμηση: αψίδες, ιωνικοί κίονες, μαρμάρινα τζάκια, πολύχρωμα κεραμικά, γυαλί και σμάλτο τύλιγαν το χώρο με λάμψη, με τις εφημερίδες πλέον να αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για μια αίθουσα «φωτεινή και χαρούμενη», η οποία «μοιάζει με ένα από τα πλούσια και χαρούμενα στολισμένα καφέ του Παρισιού». Εμπνευστής του περίτεχνου ντεκόρ ήταν ο Godfrey Sykes, ένας ιδιαίτερα σεβαστός νεαρός καλλιτέχνης που προσλήφθηκε από τον Cole, με τη σκυτάλη να περνά μετά τον πρόωρο θάνατό του στον σχεδιαστή James Gamble που χάρισε στην αίθουσα το όνομά του.
Οι τοίχοι και οι επιβλητικές κολώνες ήταν καλυμμένοι με πολύχρωμα κεραμικά πλακίδια «μαγιόλικα», διακοσμημένα με βερνίκια μολύβδου, μια νεωτεριστική τεχνική που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Έκθεση του 1851, μιμούμενη αντίστοιχη της Ιταλικής Αναγέννησης. Η ίδια περίοδος έδινε την έμπνευση για ανάγλυφες παραστάσεις με putti που συλλέγουν τροφή, δειπνούν ή διαβάζουν εφημερίδες, ενώ τον μεγαλοπρεπή χώρο κοσμούσαν ακόμη μεγάλοι καθρέφτες με κεραμικές κορνίζες, σκαλιστές σκηνές με ελέφαντες και καμήλες που περιέβαλλαν τις πόρτες και βιτρό παράθυρα, τα οποία με τη σειρά τους έκρυβαν με κομψό τρόπο τις κουζίνες, το χώρο φύλαξης πάγου και τα κτίρια της σχολής τέχνης από πίσω. Στη δε οροφή, σιδερένια φύλλα με σμάλτο θύμιζαν τις επισμαλτωμένες πινακίδες με τα ονόματα των σιδηροδρομικών σταθμών της εποχής.
Προσεκτικά επιλεγμένα, τα πολυτελή διακοσμητικά υλικά είχαν σκοπό σαφώς να εντυπωσιάσουν, αλλά εξυπηρετούσαν κι έναν πρακτικό σκοπό: πλένονταν εύκολα διευκολύνοντας τον καθαρισμό της τραπεζαρίας, ενώ ταυτόχρονα ήταν ανθεκτικά στον ατμό, τις οσμές των φαγητών και τη φωτιά, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο πυρίμαχο κελί μέσα στο μουσείο, το οποίο σε περίπτωση πυρκαγιάς θα απαιτούνταν πολύς χρόνος για να το προσεγγίσουν πυροσβεστικά οχήματα με άλογα, αφού το South Kensington ήταν ακόμα ένα μακρινό, αποκομμένο προάστιο τη δεκαετία του 1860.
Για ψητά της ώρας στο Poynter Room
Μικρότερη και αποπνέοντας μια αίσθηση αξιοσημείωτα διαφορετική από την κεντρική αίθουσα, η τραπεζαρία στα ανατολικά του Gamble Room, ονομάζονταν Grill Room -μετέπειτα Poynter Room- και εξειδικεύονταν στα ψητά σχάρας, σερβίροντας σε πεινασμένους επισκέπτες του V&A παϊδάκια και μπριζόλες. Ο ζωγράφος Edward J. Poynter επιλέχθηκε για να διακοσμήσει τον χώρο, που διέθετε μια ανοιχτή εστία από χυτοσίδηρο σε έναν τοίχο και «ζεστούς θαλάμους» εκατέρωθεν, όπου ζεσταίνονταν τα πιάτα.
Όπως και ο Gamble, ο Poynter χρησιμοποίησε κεραμικά στους τοίχους, κυρίως στους κυανόλευκους τόνους των παραδοσιακών ολλανδικών κεραμικών. Τα πλακάκια, μάλιστα, ζωγραφίζονταν από μαθήτριες της Εθνικής Σχολής Καλών Τεχνών, που πληρώνονταν με 6-9 πένες την ώρα, μια ασυνήθιστη δημόσια ανάθεση για γυναίκες εκείνη την εποχή.
Σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή πολυτέλεια του Gamble Room, το Poynter Room φανέρωνε τις ανατολίτικες επιρροές του, ειδικά στα κυματιστά μοτίβα και τα εξωτικά σχέδια με λουλούδια και παγώνια, λεπτομέρειες που προμήνυαν την έλευση του κινήματος του Αισθητισμού στη Βρετανία. Στους επάνω τοίχους, σετ από ζωγραφισμένα πλακίδια αντιπροσώπευαν τους μήνες, τις εποχές, και τα ζώδια, ενώ από κάτω, φρούτα και λουλούδια παρεμβάλλονταν ανάμεσα σε πορτρέτα γυναικών από την κλασική λογοτεχνία, συμπεριλαμβανομένων της Ωραίας Ελένης, της Αφροδίτης, της Μήδειας και της Σαπφούς.
Οι επισκέπτες απολάμβαναν τρία διαφορετικά μενού ανάλογα με την κοινωνική τους θέση. Το 1867, το μενού της πρώτης θέσης περιελάμβανε πιάτα όπως λαγό σε πήλινο (για 1 σελίνι και έξι πένες), πουτίγκα με κρέας (1 σελίνι) και εποχιακές τάρτες (μισό σελίνι). Στο μενού της δεύτερης θέσης, μπορούσε κανείς να βρει μοσχαρίσια μπριζόλα (10 πένες), ποσέ αυγό και σπανάκι (1 σελίνι) και για επιδόρπιο γλυκά ψωμάκια ή παντεσπάνι (μία πένα). Το τρίτης κατηγορίας μενού προορίζονταν για «μηχανικούς και όλους τους εργάτες που απασχολούνταν στα κτίρια του Μουσείου, ακόμη και για τους ταπεινούς επισκέπτες της εργατικής τάξης», αλλά αν λάβει κανείς υπόψη ότι ένας τυπικός ανειδίκευτος εργάτης κέρδιζε 1 λίρα την εβδομάδα, το φαγητό στο εστιατόριο του V&A Café δεν ήταν καθόλου φθηνό.
Η αναγέννηση του γοτθικού ρυθμού την τραπεζαρία Morris Room

Μπορεί ο William Morris να ήταν ένας από τους πιο διάσημους σχεδιαστές της βικτωριανής περιόδου, ωστόσο την εποχή που ο Henry Cole τον προσέλαβε για να σχεδιάσει την Δυτική ή Πράσινη Τραπεζαρία -μετέπειτα Morris Room-, ήταν 31 ετών και η εταιρεία του, Morris, Marshall, Faulkner & Co., σχετικά άγνωστη. Ο Morris, που αργότερα πρωτοστάτησε στο Κίνημα Arts & Cafts, πρότεινε ένα σχέδιο επηρεασμένο από τα χαρακτηριστικά της Γοτθικής Αναγέννησης με ένθετα πλαίσια ελισαβετιανού στιλ.
Ζήτησε, μάλιστα, τη βοήθεια των φίλων του στο εγχείρημα που έμελλε να πάρει το όνομά του: Ο μεν αρχιτέκτονας Philip Webb εμπνεύστηκε από μια μεγάλη ποικιλία μεσαιωνικών και εκκλησιαστικών πηγών, ενώ ο ζωγράφος Edward Bourne-Jones πρόσθεσε τα ζώδια και εικόνες μεσαιωνικών γυναικών που εκτελούν οικιακές εργασίες.
Το αποτέλεσμα ήταν μια πράσινων τόνων τραπεζαρία με επένδυση από ίδιας απόχρωσης ξύλο οξιάς, κυκλωμένη από ένα γυψανάγλυφο κλαδιών ελιάς και μια ζωφόρο με κυνηγόσκυλα που κυνηγούν λαγούς, μια οροφή καλυμμένη με γεωμετρικά μοτίβα και φλοράλ αραβουργήματα και παράθυρα με βιτρό φιγούρες, ένα σύνολο υποβλητικό που σύντομα θα γινόταν δημοφιλές σημείο συνάντησης για καλλιτέχνες και φιλικές παρέες, συμπεριλαμβανομένων των J.M. Whistler, Edward Poynter και George du Maurier -αν και ο Edward Burne-Jones προτιμούσε να δειπνεί στο Poynter Room.
Γαστρονομική εμπειρία

Σχεδόν δύο αιώνες μετά, οι έπαινοι που έχουν συγκεντρώσει οι τρεις αίθουσες του V&A Café για τον πλούτο και το εύρος της διακόσμησής τους δικαιώνουν το πρωτοποριακό όραμα και την επιμονή του Henry Cole ότι αυτοί οι τρεις χώροι εστίασης θα έπρεπε να αντανακλούν ένα ευρύ φάσμα σύγχρονων καλλιτεχνικών ρευμάτων σχεδιασμού και διακόσμησης.
Από τα αναγεννησιακά πρότυπα του Gamble Room και τη διεθνή αισθητική του Poynter Room, μέχρι τον πλούσιο εκλεκτικισμό του Morris Room, το εστιατόριο σίγουρα διέθετε και διαθέτει κάτι για όλους, αναδεικνύοντας πρωτίστως την ιστορία του.

Το Gamble Room εξακολουθεί να λαμποκοπά με τους χρυσαφένιους τόνους και την περίτεχνη διακόσμηση, ενώ παραμένοντας απαράλλαχτο και διαθέτοντας επιπλέον ένα πιάνο με ουρά στο κέντρο, σε μεταφέρει απευθείας στα τέλη του 19ου αιώνα. Εκατέρωθεν, το δικό τους ξεχωριστό ύφος διατηρούν και οι αίθουσες Poynter και Morris, συνεχίζοντας να εντυπωσιάζουν τους πεινασμένους επισκέπτες σήμερα όσο και 175 χρόνια πριν. Όποια κι αν επιλέξετε για το διάλειμμά σας ή σαν προορισμό για να γευματίσετε στο South Kensington, θα περάσετε πρώτα από τους self service μπουφέδες, εξαιρετικά δημοφιλείς την ώρα του μεσημεριανού.

Το μενού στο V&A Café αλλάζει καθημερινά, περιλαμβάνοντας σταθερά μια μεγάλη ποικιλία νοστιμότατων πιάτων από σαλάτες, σούπες και βρετανικές κρεατόπιτες, ως club sandwich, καλοφτιαγμένα burgers και ινδικά κάρυ.

Ολόφρεσκα και τα γλυκά, με πρωταγωνιστές τα χειροποίητα κέικ, τις παραδοσιακές πουτίγκες, τα muffins και τις χορταστικές μπάρες, στο δικό τους ξεχωριστό μπουφέ και με συνοδευτικά ζεστά ροφήματα, χυμούς και αναψυκτικά. Αναμφίβολα μια εμπειρία που ικανοποιεί όλες τις αισθήσεις, αντάξια ενός μουσείου της φήμης και των αριστουργημάτων του Victoria and Albert Museum.
Info
V&A Café: Cromwell Road, South Kensington, SW7 2RL
Διαβάστε επίσης:
Λονδίνο: 7 προτάσεις για γιορτινό απογευματινό τσάι σε αριστοκρατικά ξενοδοχεία
Βαρκελώνη: 5 κεντρικότατα εστιατόρια που θα φάμε όπως οι ντόπιοι