Πώς ένα από τα πιο ισχυρά ελληνικά σύμβολα οικειότητας στήνεται με νέους όρους, συμβαδίζοντας με τις σύγχρονες ανάγκες. Στο Αλφαβητάριον της Α’ Τάξης Δημοτικού από το 1955 έως το 1979 αποτυπώνεται μια εικόνα οικογενειακού γεύματος, που για πολλούς είναι άγνωστη. Η μητέρα σερβίρει το φαγητό με τη σειρά, στο καλοστρωμένο τραπέζι. Τα παιδιά περιμένουν να σερβίρει στη γιαγιά και στο δικό της πιάτο. Φορούν πετσέτες στον λαιμό. Μια ανάμνηση από τα παλιά, τότε που η ελληνική οικογένεια συγχρονιζόταν γύρω από ένα τραπέζι. Το μεσημέρι έκλειναν προσωρινά οι δουλειές, τα παιδιά επέστρεφαν από το σχολείο, τα πιάτα γέμιζαν και η τελετουργία του φαγητού ξεκινούσε. Το οικογενειακό τραπέζι, το μεσημέρι, υπήρξε για δεκαετίες ένας από τους πιο σταθερούς πυρήνες της ελληνικής καθημερινότητας: χώρος επικοινωνίας, διαφωνιών, συμβουλών, αστείων ή και δυσβάσταχτων σιωπών.

Τα χρόνια πέρασαν, ο τρόπος που οι Έλληνες ζουν, εργάζονται και κινούνται μέσα στη μέρα τους άλλαξε και το οικογενειακό τραπέζι άδειασε σιγά-σιγά. Η πρώτη μεγάλη αλλαγή ήρθε από την εργασία. Τα σταθερά ωράρια, που κάποτε επέτρεπαν σε μια οικογένεια να συναντιέται το μεσημέρι, αντικαταστάθηκαν από διευρυμένα ωράρια, βάρδιες, δεύτερες δουλειές και μετακινήσεις μέσα στην πόλη. Η τηλεργασία χωρίς σαφή όρια και η διαρκής αίσθηση χρονικής πίεσης άλλαξαν συνολικά τον ρυθμό του σπιτιού. Η σύγχρονη ελληνική οικογένεια σπάνια λειτουργεί πλέον συγχρονισμένα. Άλλος σχολάει στις 3, άλλος στις 6, άλλος τρώει μπροστά σε μια οθόνη και άλλος κάτι πρόχειρο στον δρόμο.

Το κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι

Τρώγαμε, όμως, όντως κάποτε όλοι μαζί σε καθημερινή βάση; Ή μήπως το κοινό μεσημεριάτικο τραπέζι είναι ένας ακόμη μύθος; Συζητάμε με τον Παναγή Παναγιωτόπουλο, αναπληρωτή καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ, ο οποίος βάζει τα πράγματα στη θέση τους: «Η ιστορία με τα ωράρια είναι σημαντική γιατί έχει να κάνει με τη διάρθρωση του χρόνου. Τη δεκαετία του 1980 είναι η εποχή που άρχισαν να ενοποιούνται οι ζωές των ανθρώπων ως προς τα πρότυπα κατανάλωσης, αλλά να αλλάζουν ως προς τις χρονικότητες της ζωής τους.

»Σε μικρότερη κλίμακα, αυτό είχε αρχίσει να γίνεται και τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, ενώ από τη Μεταπολίτευση και μετά το ενιαίο ωράριο αποδυναμώνεται ακόμη περισσότερο. Συχνά οι άνθρωποι κάνουν και δεύτερη δουλειά. Είναι αυτό που ονομάζουμε “πολυσθένεια”. Δηλαδή μια μερίδα εργαζομένων, λόγω των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, δεν απασχολείται σε μία μόνο σταθερή δουλειά, αλλά παρέχει εργασία σε πολλαπλούς τομείς.

»Σε κάθε περίπτωση όμως το καθημερινό τραπέζι δεν είναι μια καθολική συνήθεια. Αφορά κυρίως τα μικροαστικά και μεσοαστικά νοικοκυριά της μεταπολεμικής περιόδου. Οι εργάτες έπαιρναν φαγητό μαζί τους και έτρωγαν στον χώρο της δουλειάς τους όταν γινόταν διάλειμμα. Το ίδιο συνέβαινε και στους αγρότες. Η συνήθεια του πολύ συχνού κοινού γεύματος λοιπόν δεν ήταν καθολική. Συνέβαινε κυρίως τις μέρες της αργίας. Άρα, Κυριακές και μεγάλες γιορτές. Το περίφημο κυριακάτικο τραπέζι δημιουργούσε μια κοινωνική ενότητα από τα ανώτερα μέχρι τα πιο αδύναμα στρώματα. Το παλιό Αλφαβητάρι δεν μας δείχνει ένα καθημερινό τραπέζι, αλλά ένα κυριακάτικο ή τουλάχιστον έτσι έχει περάσει στη συλλογική φαντασίωση. Στις δεκαετίες του 1990-2000 βέβαια έχουμε την ευρύτερη αποδιάρθρωση των ωραρίων και σχεδόν παντού καταργείται η σιέστα».

Νέα δομή στην οικογένεια

Οι γενιές έπαψαν να συγκατοικούν και το καθημερινό μοντέλο της μητέρας ή της γιαγιάς που περίμενε με έτοιμο φαγητό στο σπίτι ατόνησε. Η αυξημένη συμμετοχή των γυναικών στην εργασία αναδιαμόρφωσε και τον χρόνο της οικιακής ζωής. Οι οικογενειακές ισορροπίες έγιναν πιο σύνθετες, ενώ η έννοια του «όλοι μαζί την ίδια ώρα» ήταν όλο και πιο δύσκολη στην πράξη. «Στα χρόνια μετά το 1960 διασπάται προοδευτικά ο ρόλος της νοικοκυράς. Η γυναίκα δουλεύει πια και έξω από το σπίτι ενώ σταδιακά αποδυναμώνεται και ο ρόλος της μαγείρισσας, της γυναίκας δηλαδή που είναι οικοδέσποινα, μητέρα, φροντίστρια, τροφός. Στην εποχή μας μπορεί να υπάρχει σε πολλά σπίτια κάποιος που μαγειρεύει, αλλά δεν είναι ο μάγειρας που ενώνει. Να πούμε ακόμη και ότι από τη δεκαετία του 1970 και μετά, χάρη στις πρώτες στιγμές της γυναικείας χειραφέτησης, σταματάνε οι μανάδες να μαθαίνουν τις κόρες τους να μαγειρεύουν. Οι εκπομπές και τα περιοδικά μαγειρικής έρχονται να καλύψουν αυτή την ανάγκη διότι έχει αποδυναμωθεί η μετάδοση της γνώσης. Κάποια στιγμή μέσα στη Μεταπολίτευση το οικογενειακό κυριακάτικο τραπέζι μεταφέρεται έξω, σε ταβέρνα. Το 1950 δεν γινόταν αυτό, αλλά τριάντα χρόνια αργότερα συνέβαινε. Αυτό όμως είναι ένα οικογενειακό τραπέζι που γίνεται με άλλους όρους».

Το καθημερινό τραπέζι δεν είναι μια καθολική συνήθεια. Αφορά κυρίως τα μικροαστικά και μεσοαστικά νοικοκυριά της μεταπολεμικής περιόδου. Οι εργάτες έπαιρναν φαγητό μαζί τους και έτρωγαν στον χώρο της δουλειάς τους όταν γινόταν διάλειμμα.

Παράλληλες ιδιωτικές ζωές

Στην Ελλάδα της τελευταίας δεκαπενταετίας, η οικονομική κρίση επιτάχυνε ακόμη περισσότερο αυτή τη μετάβαση. Η εργασιακή επισφάλεια, οι χαμηλότεροι μισθοί και η ανάγκη για περισσότερες ώρες δουλειάς επηρέασαν άμεσα την οικογενειακή καθημερινότητα.

Το φαγητό έπαψε να είναι σταθερό σημείο συνάντησης και μετατράπηκε συχνά σε ατομική, βιαστική διαδικασία: ένα τάπερ στο γραφείο, ένα delivery το βράδυ, ένα γεύμα στο πόδι.

Και μαζί με τον χρόνο, άλλαξε και η ίδια η σχέση μας με το τραπέζι. Το κινητό τηλέφωνο, οι πλατφόρμες streaming και η κουλτούρα της συνεχούς κατανάλωσης περιεχομένου μετέτρεψαν το φαγητό από συλλογική εμπειρία σε προσωπική συνήθεια. Πολλοί άνθρωποι σήμερα τρώνε μόνοι, ακόμα κι όταν συγκατοικούν με άλλους. Η κοινή ώρα αντικαταστάθηκε από παράλληλες ιδιωτικές ζωές μέσα στο ίδιο σπίτι.

«Από τη δεκαετία του 2000 αρχίζει και μπαίνει πολύ έντονα ένα καινούριο στοιχείο, που είναι οι διατροφικές διαφορές οι οποίες δεν διευκολύνουν τη συμφαγία, διότι αρχίζει ο καθένας να έχει προτιμήσεις ιδιαίτερες. Βεβαίως, όταν μιλάμε για κοινό τραπέζι μιλάμε για το minimum consensus. Αυτή η ελάχιστη συναίνεση όμως είναι πλέον δύσκολο να επιτευχθεί γιατί μπορεί σε μια οικογένεια να έχει ο καθένας το δικό του διατροφολόγιο. Να υπάρχει κάποιος vegan, άλλος να προτιμά την πρωτεΐνη ή να μην τρώει επεξεργασμένους υδατάνθρακες. Έτσι τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα», εξηγεί ο κ. Παναγιωτόπουλος.

Επίσης, έχουμε την είσοδο του delivery, το οποίο μπορεί να είναι σημείο διάσπασης ή σημείο ενότητας. Μπορεί να παραγγείλει ο καθένας αυτό που θέλει από το ίδιο μαγαζί ή από διαφορετικά μαγαζιά και είτε να απομονωθεί ο καθένας για να φάει είτε να καθίσουν σε ένα κοινό τραπέζι. Οι άνθρωποι μοιράζονται την ευκαιρία της συνεστίασης, αλλά όχι του ίδιου γεύματος.

Επικοινωνία ή πειθαρχία;

Είναι πράγματι σημαντικό το κοινό τραπέζι ή απλώς ωραιοποιούμε ό,τι έχει να κάνει με το παρελθόν; «Ιστορικά είναι ένα σημαντικό σημείο στην κοινωνικότητα της οικογένειας. Αλλά πλέον έχουν αποδιαρθρωθεί οι παλιοί ρόλοι, όπως και οι παλιές υποχρεωτικές συμπεριφορές εκείνου του τραπεζιού. Ο πάτερ φαμίλιας που προεδρεύει του τραπεζιού, σερβίρεται πρώτος, μοιράζει το φαγητό ή το ψωμί, καθορίζει ποιος μιλάει και ποιος δεν μιλάει, τι λέγεται και τι δεν λέγεται έχει υποχωρήσει πάρα πολύ εδώ και δεκαετίες. Λέμε ότι χάθηκε η επαφή μεταξύ των μελών της οικογένειας επειδή δεν βρίσκονται για να μιλήσουν, αλλά και παλαιότερα δεν ξέρω αν συζητούσαν ουσιαστικά οι άνθρωποι στο τραπέζι. Απλώς ήταν πειθαρχημένοι όλοι».

Το μεσημεριανό κοινό τραπέζι δεν χάθηκε μόνο λόγω έλλειψης χρόνου, αλλά και επειδή άλλαξε ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την οικογένεια, την ιδιωτικότητα και την καθημερινότητα. Οι νεότερες γενιές μεγάλωσαν με μεγαλύτερη ατομικότητα, πιο ευέλικτα ωράρια, διαφορετικές διατροφικές συνήθειες και μια λιγότερο τελετουργική σχέση με το φαγητό. Το κυριακάτικο και το γιορτινό τραπέζι, όμως, εξακολουθούν να επιβιώνουν, όπως και οι οικογενειακές έξοδοι στην ταβέρνα.

Ίσως οι άνθρωποι αναζητούν την ίδια ανακουφιστική εικόνα: ένα τραπέζι γεμάτο φαγητό, φωνές που μπλέκονται μεταξύ τους και την αίσθηση ότι, έστω για λίγο, όλοι βρίσκονται στο ίδιο σημείο και την ίδια χρονική στιγμή.

Το βιβλίο του Παναγή Παναγιωτόπουλου «Μάγειρες και μαγείρισσες του έθνους» αναμένεται σύντομα από τις εκδόσεις Πατάκη.

Δείτε επίσης

Τι να τρώμε για να μην πεινάμε συνέχεια – Οι τροφές που χορταίνουν περισσότερο

Πολίτικα γλυκά: 33 συνταγές από τις κλασικές μέχρι τις παραλλαγές τους