Στα ορεινά Μαγούλιανα, εκεί όπου η παράδοση συναντά την επιμονή, ο Γιώργος Κανελλόπουλος χτίζει καθημερινά μια αυθεντική σχέση με τη γη και τα ζώα του.

«Πρέπει να γνωρίσετε τον Γιώργο». Η παραίνεση του Αθηναγόρα Κωστάκου, που έμοιαζε περισσότερο με εντολή, δεν άφηνε πολλά περιθώρια για αντιρρήσεις. Όπου Γιώργος, ο προμηθευτής του πεντάστερου ξενοδοχείου Manna, σε αρνιά και κατσίκια. Όταν λέμε προμηθευτής, δεν εννοούμε χονδρέμπορο ή έστω κρεοπώλη. Πρόκειται για ενεργό κτηνοτρόφο με οικογενειακές περγαμηνές.

Το βιογραφικό της φάρμας

Ο Γιώργος Κανελλόπουλος, λοιπόν, είναι παθιασμένος κτηνοτρόφος από επιλογή. «Άμα κολλήσεις με τα ζωντανά, κολλάς. Είναι τρέλα», θα μας πει πολλές φορές. Πλην όχι μόνο. Στη φάρμα του, εκτός από τα αιγοπρόβατα που μπορεί να πλησιάζουν και τα 1.000, εκτρέφει από κότες και χοιρινά μέχρι μοσχάρια. Τα περισσότερα από αυτά προορίζονται για την ταβέρνα που διατηρεί στα Μαγούλιανα, μαζί με την οικογένεια του αδελφού του, φημισμένη στην περιοχή και μακρύτερα, για την εξαιρετική ποιότητα των κρεάτων της. Όπως και οι καρποί από το μικρό μποστάνι του, «για να μαθαίνουν οι άνθρωποι της πόλης πώς είναι η πραγματική γεύση των λαχανικών».

Δεξιοτέχνης τυροκόμος επίσης, αυτοδίδακτος, αλλά η φέτα του, παχιά, με γαλατένια αρώματα, σφιχτή και όσο χρειάζεται πικάντικη, ωριμασμένη σε βαρέλι, όπως παλιά, δύσκολα βρίσκει αντίπαλο. «Πάρτε τον δρόμο απ’ τα Μαγούλιανα για τη Λάστα (παλιό κεφαλοχώρι της περιοχής, με μόλις δύο μόνιμους κατοίκους πλέον) και σε κάνα δυο χιλιόμετρα θα δείτε μια παλιά βρύση. Από πάνω είμαστε εμείς». Ακρίβεια GPS και βάλε. Μας υποδέχονται τα απαραίτητα τσομπανόσκυλα, «τα τσακάλια μάς κάνουν μεγάλη ζημιά όλο τον χρόνο», κι ένας συμπαθέστατος γαϊδαράκος, ο Μένιος, άριστος στις δημόσιες σχέσεις, που «μας βοηθάει όπου δεν πάει το 4Χ4». «Είμαστε στο άρμεγμα, περάστε μέσα».

Το αρμεχτικό μηχάνημα των 50 θέσεων δείχνει τη δυναμικότητα της μονάδας, όπως και οι παλάμες του Γιώργου δείχνουν πόσες χιλιάδες πρόβατα έχει αρμέξει με τα χέρια πριν από την εγκατάσταση του μηχανήματος. Απέξω περιμένουν τα μικρά αρνάκια και τα κατσίκια να πάρουντο δικό τους μερτικό. «Ακόμα τα αφήνουμε να βυζαίνουν. Παίρνουμε μόνο όσο γάλα χρειαζόμαστε για το τυρί μας και για το μαγαζί».

Το DNA των αμνών

Οι ράτσες των προβάτων ανακατεμένες. Είδαμε τα πολύ μεγαλόσωμα γαλακτοφόρα από τη φυλή της Χίου, τα μεγαλόσωμα της Λέσβου, που προσαρμόζονται σε δύσκολες συνθήκες και αποδίδουν ικανοποιητικές ποσότητες γάλακτος, λίγα μικρόσωμα Βλάχικα και λίγα επίσης της Κοκοβίτικης φυλής, μιας ντόπιας ράτσας, εξαιρετικά προσαρμοσμένης στις ορεινές συνθήκες, που κινδυνεύει με εξαφάνιση. «Άλλα έχουμε για το γάλα τους και άλλα για το κρέας τους».

Απ’ όλη τη συζήτησή μας, για λειψυδρία, περιορισμένα βοσκοτόπια και κόστη παραγωγής, κρατώ, ως επιμύθιο ότι «αν δεις τις επιδοτήσεις σαν βιοπορισμό, τελείωσες. Αν πιστέψεις στη δουλειά ως δουλειά, ως παραγωγή, μπορείς να σταθείς. Έχουμε πολλές δυσκολίες, αλλά αν το αγαπάς, το παλεύεις».

Φωτογραφίες: Όλγα Δέικου

Διαβάστε επίσης:

Πού πάει ο Αθηναγόρας Κωστάκος για ψώνια, φαγητό, καφέ και ποτό

Μοσχαρίσιο κρέας στην Ελλάδα: Τι ισχύει σήμερα με την παραγωγή, τις εισαγωγές, την κατανάλωση