Μια μοναδική οινική ιστορία που ξεπερνά τις τρεις χιλιετίες ξετυλίγεται στον αττικό αμπελώνα, που ταυτόχρονα διαθέτει ένα σπουδαίο «εμπορικό» πλεονέκτημα, καθώς βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την Αθήνα.

Η Αττική αποτελεί μία από τις ελάχιστες, αν όχι τη μοναδική σε παγκόσμιο επίπεδο, περιοχές που έχει να δείξει μια σταθερή και αδιάλειπτη αμπελουργική και οινοποιητική δραστηριότητα για περισσότερα από 3.000 χρόνια. Σύμφωνα με τον χαριτωμένο μύθο των αρχαίων Αθηναίων, την τέχνη της αμπελουργίας και της οινοποιίας τη δίδαξε ο ίδιος ο θεός Διόνυσος στον Ικάριο, ο οποίος τον φιλοξένησε στο σπίτι του σε ένα από τα πολλά ταξίδια του.

Βέβαια, ο «ατακτούλης» θεός μάλλον γεύτηκε και τα «ξινά σταφύλια» της κόρης του οικοδεσπότη, της Ηριγόνης, με την οποία μάλιστα, κατά μία εκδοχή, απέκτησε έναν γιο, τον Στάφυλο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Πάντως οι Αθηναίοι, τιμώντας τον Ικάριο, έδωσαν το όνομά του σε έναν σημαντικό δήμο της Αιγηίδος φυλής που οι αρχαιολόγοι τοποθετούν στα όρια του σημερινού Διονύσου.

Ιστορίες 3.000 ετών

Στην περίοδο της ακμής της Αθήνας η διαδικασία κατανάλωσης του οίνου είχε φτάσει σε αξιοπρόσεκτα επίπεδα εκλέπτυνσης, με καθορισμένο τελετουργικό και ειδικά σχεδιασμένα σκεύη τόσο για την πόση όσο και για την παρουσίαση ή τη συντήρησή του. Από την παράσταση, που κοσμεί ένα τέτοιο κεραμικό σκεύος, μαθαίνουμε ότι οι αμπελουργοί της Αττικής είχαν επινοήσει ένα σύστημα υποστύλωσης των κλημάτων, το οποίο ως ιδέα λίγο διαφέρει από αυτό που εφαρμόζεται σήμερα. Τα τοπικά κρασιά πρωταγωνιστούν στις δημόσιες τελετές και στα «λαϊκά» σπίτια, αν και στα συμπόσια των «πλουσίων» δεν λείπουν τα πολυτελή «εισαγόμενα» της εποχής.

Στη συνήθεια των προγόνων μας να χρησιμοποιούν ρετσίνι πεύκου για να σφραγίσουν και να στεγανοποιήσουν τους αμφορείς μεταφοράς των οίνων, αποδίδεται η δημιουργία της Ρετσίνας, του κρασιού που έχει συνδεθεί όσο κανένα άλλο με την Αττική.

Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς προστέθηκε για πρώτη φορά ρετσίνι στη διάρκεια της ζύμωσης, όμως, τουλάχιστον από τον 12ο αιώνα και μετά, η Ρετσίνα έχει εδραιώσει την κυριαρχία της, στην Αθήνα. Ο μητροπολίτης Μιχαήλ Ακομινάτος το επιβεβαιώνει, καθώς, αφού αναγνωρίσει ότι ο ρητινίτης ήταν το μόνο κρασί σε κοινή χρήση στην πόλη του, παραπονιέται για τη συνήθως πικρή γεύση του λόγω της υπερβολικής χρήσης ρετσινιού.

Νέα Ελλάδα, νέες συνήθειες

Μετά την επανάσταση του ’21 και τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, η πόλη μεγαλώνει με γρήγορους ρυθμούς και ο αμπελώνας της ευρύτερης περιοχής των Μεσογείων, που επίσης αναπτύσσεται, προσφέρει άφθονη πρώτη ύλη στους συνήθως αυτοδίδακτους, εμπειρικούς οινοποιούς. Μπακάλικα, μπακαλοταβέρνες και καρβουνιάρικα φτιάχνουν το δικό τους κρασί -δηλαδή Ρετσίνα-, που είτε απολαμβάνουν επί τόπου οι πελάτες, με τη συνοδεία ελάχιστου μεζέ, είτε το αγοράζουν για το σπίτι.  Στα καλύτερά της είναι ένα «σπινθηροβόλο» κρασί, με βαθύ χρυσό χρώμα και λεπτά αρώματα ρετσινιού. Στα χειρότερά της, άσ’ τα να πάνε, καθώς το ρετσίνι καλύπτει τα πάντα, αφήνοντας έντονη πίκρα στη γεύση.

Ο Σ.Δ. Σταματιάδης, στην «Οινοποιία» του που εκδόθηκε το 1923 γράφει χαρακτηριστικά, με τη γλώσσα της εποχής: «Πρέπει να διακρίνωμεν δύο περιπτώσεις: τους παντοειδείς εκείνους οίνους εις τους οποίους εις πλείστα μέρη της Ελλάδος, η άτεχνος οινοποιία αναγκάζεται να προσθέτη ρητίνην προς ευκολοτέραν διατήρησιν, και τους οποίους θα ονομάσωμεν ρητινωμένους οίνους, και αφ’ ετέρου τον γνωστόν και ωρισμένον λευκόν οίνον, τον παρασκευαζόμενον κυρίως εν Αττική και Ευβοία, εκ της ποικιλίας Σαββατιανού, και εις τον οποίον η ρητίνη προστίθεται όχι πλέον ως τι αναγκαίον κακόν, αλλ’ ως συμπληρωματικόν συστατικόν, και όστις ονομάζεται ρητινίτης.» και συνεχίζει «τους ρητινωμένους οίνους δυνάμεθα εκ των προτέρων και ανεπιφυλάκτως να τους καταδικάσωμεν ως προϊόντα απλώς της αγνοίας της τέχνης και να τους θεωρήσωμεν ως προωρισμένους να εκλείψουν».

Πραγματικά, σήμερα πλέον, χάρη στις προσπάθειες μιας νέας γενιάς παθιασμένων οινοποιών, η Ρετσίνα της Αττικής, στις περισσότερες εμφιαλωμένες εκδοχές της «αρέσκει και εις στόματα εξοικειωμένα με την λεπτοφυά σύστασιν των οίνων της Δύσεως».

Σαββατιανό: Η ποικιλία-ταυτότητα

Δεν θα ήταν, πάντως, υπερβολή να πούμε ότι ο αμπελώνας της Αττικής, με τη σύγχρονη μορφή του, δεν θα υπήρχε χωρίς το Σαββατιανό, την ποικιλία σταφυλιού που λες και δημιουργήθηκε για να ταιριάξει στο κλίμα και τα εδάφη της. Πολύ ανθεκτική στην ξηρασία, αξιοποιεί ιδανικά το ξηροθερμικό περιβάλλον της Αττικής, ενώ δίνει ποιοτική πρώτη ύλη σε ξηρά, φτωχά, χαλικώδη και ασβεστούχα εδάφη.

Ανθεκτική επίσης στον περονόσπορο αλλά και εξαιρετικά παραγωγική, αποτέλεσε από πολύ παλιά σοβαρή πηγή εισοδήματος για τις αγροτικές κοινότητες της περιοχής. Μάλιστα, «κατέλαβε» ακόμα μεγαλύτερες εκτάσεις στην περίοδο του Μεσοπολέμου, καθώς, λόγω των χαρακτηριστικών της -ιδιαίτερα της παραγωγικότητάς της- προωθήθηκε συστηματικά από τους γεωπόνους του υπουργείου Γεωργίας ως ποικιλία πρώτης επιλογής για την αναμπέλωση, μετά την επέλαση της φυλλοξήρας.

Φυσικά το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής μετατρέπεται σε Ρετσίνα, όμως ένα μέρος της καταναλώνεται ως επιτραπέζιο σταφύλι, «γιατί έχει άφθονο χυμό, πολλή ζάχαρη και λεπτό άρωμα, που δεν τα έχουνε τα άλλα σταφύλια πολυτελείας», γράφει ο ποιητής Κώστας Βάρναλης σε ένα χρονογράφημά του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Πρωία» στις 9 Αυγούστου 1941. Στο ίδιο χρονογράφημα μας «πληροφορεί» ότι «Έκανε προχθές (σ.σ.: 7 Αυγούστου) την πρώτη του θριαμβευτική είσοδο στην πρωτεύουσα, επί πώλου όνου, το Σαββατιανό: ο βασιλιάς των σταφυλιών κι ας είναι το λαϊκότερο απ’ όλα τα σταφύλια». Δείτε σύμπτωση. Μια μέρα πριν, δηλαδή στις 6 Αυγούστου, του Σωτήρος Χριστού, οι αμπελουργοί των Μεσογείων συνήθιζαν να πηγαίνουν στην εκκλησία καλάθια με τα πρώτα σταφύλια για να ευλογηθούν και στη συνέχεια τα μοίραζαν στον κόσμο, μια συνήθεια που αντανακλά την αρχαία τελετουργία των «Απαρχών».

Ως ποικιλία καταγράφεται για πρώτη φορά στην «Αμπελογραφία» του Guillon το 1895 και λίγο αργότερα, ως Savatiano από τους Viala και Vermorel, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως δεν υπήρχε παλιότερα.

Από την άλλη, για την προέλευση του ονόματός της έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις, καμιά όμως με απόλυτη βεβαιότητα. Προσωπικά, βρίσκω πιο συμπαθητική εκείνη που συσχετίζει το όνομα με το μεσαιωνικό εκκλησάκι του Αγίου Σάββα στον Βοτανικό, γνωστό αμπελότοπο της παλιάς Αθήνας απ’ όπου λέγεται ότι πήραν οι Μεσογείτες μοσχεύματα για να δημιουργήσουν τον αμπελώνα τους.

Εδώ και πολλές δεκαετίες κατέχει την πρώτη θέση, από άποψη φυτεμένων εκτάσεων, ανάμεσα σε όλες τις ποικιλίες οινοστάφυλων στην Ελλάδα, με περισσότερα από 103.000 στρέμματα. Παραπάνω από τα μισά βρίσκονται στην Περιφέρεια Αττικής, απλωμένα από τα Μέγαρα μέχρι τα Σπάτα και από το Καπανδρίτι μέχρι την Ανάβυσσο. Τα υπόλοιπα μοιράζονται σε άλλες περιοχές, όπου μάλιστα εμφανίζεται με διάφορες ονομασίες, όπως Περαχωρίτης (από την Περαχώρα Λουτρακίου, ονομασία που συναντάμε στη Λευκάδα), Κουντούρα άσπρη (κυρίως στην Εύβοια και τις Κυκλάδες, ίσως από το κούντουρος = χαμηλός), Δουμπραίνα άσπρη (από τη Δομβραίνα της Βοιωτίας), Σταματιανό (από τη Σταμάτα της Αττικής) και Σακαίικο.

Το σαββατιανό σήμερα

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «επανάσταση του ελληνικού κρασιού» κατεβαίνει από τον Βορρά προς τον Νότο και φτάνει στην Αττική. Νέοι οινοποιοί, που κάποιοι από αυτούς συνεχίζουν την οικογενειακή παράδοση ενώ κάποιοι άλλοι δραστηριοποιούνται για πρώτη φορά, φέρνουν καινούριες γνώσεις και τεχνολογία, ανανεώνοντας την εικόνα του Σαββατιανού.

Έχουν προηγηθεί οι προσπάθειες του Γιώργου Κοκοτού στη Σταμάτα, της Ρωξάνης Μάτσα στην Κάντζα και της Στροφιλιάς στην Ανάβυσσο, που περιλαμβάνουν στη «συλλογή» τους πολύ καλοφτιαγμένες εκδοχές του, είτε μόνου του είτε σε συνδυασμό με άλλες ποικιλίες. Προσωπικά, διατηρώ ευχάριστες αναμνήσεις και από το λευκό King, της οινοποιίας Χαρλαύτη, που πάντρευε, αν θυμάμαι καλά, το Σαββατιανό με Ροδίτη.

Εδώ, θα ήταν άδικο να μην αναφέρουμε τον αείμνηστο Βασίλη Κουρτάκη, ο οποίος, στη δεκαετία του ’70, με σημαντικό προσωπικό κόστος και ρίσκο, επένδυσε στην εμφιαλωμένη, άρα σταθερής ποιότητας και χαρακτήρα, Ρετσίνα. Ποιος άλλωστε -άνω των 65- δεν θυμάται την τεράστια διαφημιστική καμπάνια, ακόμα και στην ασπρόμαυρη τότε τηλεόραση, με το «Κουρτάκη και χταποδάκι».

Στη δεκαετία του ’90, ο Βασίλης Παπαγιαννάκος παρουσιάζει το Σαββατιανό του, από τον οικογενειακό αμπελώνα, στο Μαρκόπουλο, που κάνει αίσθηση για τη φρεσκάδα και την καθαρότητα των αρωμάτων του, αλλά και για τη μινιμαλιστική ετικέτα του με το «κοκοράκι». Σύντομα ακολουθούν και άλλοι, που εξερευνούν τις δυνατότητες της ποικιλίας και αναδεικνύουν καινούριες, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πλευρές της.

Η μελέτη των διαφορετικών υποπεριοχών, για παράδειγμα της βόρειας Αττικής, του κάμπου των Μεσογείων ή της νότιας Αττικής, με τα ιδιαίτερα κλιματολογικά και εδαφολογικά χαρακτηριστικά της καθεμιάς, έδωσε τη δυνατότητα παραγωγής κρασιών με διαφορετικές αρωματικές και γευστικές προσωπικότητες.

Όπως και η χρήση γηγενών ζυμομυκήτων ή οι ποικίλες τεχνικές οινοποίησης και ωρίμασης που χρησιμοποιούνται πλέον στην παραγωγή, όχι μόνο των «αρετσίνωτων» κρασιών, αλλά ακόμα και της Ρετσίνας «νέας γενιάς». Όλα τούτα δημιουργούν ένα εντυπωσιακό «μωσαϊκό» επιλογών που μπορούν να «ανταποκριθούν» σε κάθε στιγμή και σχεδόν κάθε γευστική πρόκληση. Φρέσκα, ξηρά, με αρώματα φρούτων και λουλουδιών, ξηρά, περασμένα από βαρέλι, ώριμα, με την «πατίνα» του χρόνου στη μύτη και το στόμα, πορτοκαλί, ήπιας παρέμβασης, αφρώδη κάθε λογής, ακόμα και γλυκά κρασιά με τον τρόπο των Μεσογείων, περιμένουν να βρεθούν στο ποτήρι μας.

Ο οινοτουρισμός

Ο αμπελώνας της Αττικής διαθέτει ένα σπουδαίο «εμπορικό» πλεονέκτημα, το οποίο έχω την αίσθηση ότι οι οινοποιοί του δεν έχουν αξιοποιήσει στο έπακρο, αν και πρέπει να παραδεχθούμε ότι γίνονται σοβαρές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Βρίσκεται δίπλα σε μια μεγαλούπολη σχεδόν 5 εκατομμυρίων δυνητικών καταναλωτών, η οποία επίσης μπαίνει ξανά, ύστερα από αρκετά χρόνια, στη λίστα των «αυτοτελών» προορισμών για τους διεθνείς ταξιδιώτες. Επομένως, ο οινοτουρισμός, μια παγκόσμια τάση η οποία αναπτύσσεται γρήγορα, μπορεί να φέρει επισκέπτες και συνακόλουθα πωλήσεις, άμεσες και έμμεσες, στα οινοποιεία της Αττικής, που τα περισσότερα απέχουν λιγότερα από 40 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης. Αυτό άλλωστε αποτελεί και προτεραιότητα της Περιφέρειας Αττικής, που επενδύει στη σωστή επικοινωνία του Αττικού Αμπελώνα.

Από τα 31 μέλη της Ένωσης Οινοπαραγωγών Αμπελώνα Αττικής (ΕΝΟΑΑ) παραπάνω από τα μισά δηλώνουν «επισκέψιμα», αν και για τα περισσότερα απαιτείται τηλεφωνική προσυνεννόηση.

Εμείς σας προτείνουμε

Κτήμα Οινότρια Γη, του Κώστα Λαζαρίδη
2ο χλμ. Καπανδριτίου – Καλάμου, Καπανδρίτι 19014, τηλ.: 22950 52213, estates-costalazaridi.gr/

Οινοποιείο Νικολού
Νικολάου Ντούνη 8, Κορωπί 19400, τηλ.: 210 6020775, nikolouwinery.gr

Οινοποιείο Λιέπουρη
Αθηνών Σουνίου 113, Κερατέα 19001, τηλ.: 22990 69815, 6944 988089, liepouriswines.gr

Μουσείο Οίνου Μάρκου
Αγίου Δημητρίου, Παλλήνη 15351, τηλ.: 210 6037933, ampelonesmarkougroup. gr

Μικροοινοποιία Μυλωνάς
Ιπποκράτους 3, Κερατέα 19001, τηλ.: 22990 68156, www.mylonas-wines.gr

Οινοποιείο Παπαγιαννάκος
Πούσι – Καλογέρι, Μαρκόπουλο Μεσογαίας 19003, τηλ.: 22990 25206, papagiannakos.gr

Οινοποιείο Ανδρέα Γκίκα
Μπέκα 88, Σπάτα 19004, τηλ.: 210 6634590, www.gikaswinery.gr/

Κτήμα Γιώργου Κοκοτού
Κτήμα Γ. Κοκοτού 1, Σταμάτα 14575, τηλ.: 210 8145113, kokotosestate.gr

Οινοποιείο Στροφιλιά Πατητήρια
Ανάβυσσος 19013, τηλ.: 22910 41650, strofiliawines.gr

Νίκος Χαρδαλιάς, περιφερειάρχης Αττικής:

«Η Περιφέρεια Αττικής δίνει ουσιαστικό χώρο και προτεραιότητα σε έναν κλάδο που δεν είναι απλώς ένας κρίκος στην αλυσίδα της παραγωγής, αλλά ένας κρίκος στην αλυσίδα της ταυτότητάς μας. Ο αττικός αμπελώνας συνδέει τη μακραίωνη ιστορία της περιοχής με τη σύγχρονη δημιουργία, την καινοτομία και την εξωστρέφεια, αποτελώντας ζωντανό κομμάτι της πολιτισμικής συνέχειάς της».