Μοιραζόμαστε με ακρίβεια λέξεων και συναισθημάτων όσα αποκόμισαμε από την ολιγόλεπτη συνομιλία μας με τον διάσημο Βρετανό σεφ, Τζέιμι Όλιβερ, στο εστιατόριό του στο Golden Hall στο Μαρούσι.

«Να προσφέρω έναν καφέ, νερό, μια βότκα; Εγώ ήπια ένα ποτό το πρωί στην αγορά. Λίγο τσίπουρο, αλλά μην ανησυχείς είμαι νηφάλιος», και μέσα σε δευτερόλεπτα το άμεσο χιούμορ του λειτούργησε χαλαρωτικά. H χειραψία γερή, η ματιά του έντονη και φιλοπερίεργη, το πρώτο χαμόγελο απαστράπτον. Χέρια, μάτια και χείλη κινούνταν συντονισμένα με στόχο να σε μεθύσουν με τη δική του χαρά. Και τα κατάφεραν!

Πριν τη συνάντησή μας είχε προηγηθεί η πρωινή επίσκεψή του στη Βαρβάκειο Αγορά όπου αντάλλαξε και εισέπραξε αγκαλιές, λόγια εκτίμησης, χάρισε χαμόγελα σε κόσμο που -το δίχως άλλο- τον αναγνώρισε αμέσως, δοκίμασε μαγειρίτσα. Βίωσε ένα ατελείωτο πάρε-δώσε γευστικής χαράς και αγάπης. «Αυτές οι μέρες ήταν γεμάτες συναίσθημα κυρίως γιατί οι άνθρωποι είναι πολύ ευγενικοί, όπου και να πήγα, ακόμα και στο αεροδρόμιο. Και πιστεύω ότι ο λόγος, που οι Έλληνες είναι τόσο γενναιόδωροι και καλοί μαζί μου, είναι γιατί ήμουν “παρών” στο σπίτι τους μέσω της τηλεόρασης εδώ και 20 χρόνια. Γεγονός που αγνοούσα για πολλά χρόνια. Οπότε το να ανοίξω εδώ εστιατόριο είναι σαν όνειρο που έγινε πραγματικότητα», παραδέχτηκε με χαρά μικρού παιδιού.

Τζέιμι Όλιβερ: Τηλεοπτικός σταρ, συγγραφέας και όχι μόνο

Η πρώτη μας -μονόπλευρη προφανώς- επαφή μαζί του υπήρξε η εκπομπή The Naked Chef Show, δεκαετίες πριν κάνοντας τα πάντα να φαίνονται απλά γύρω από τη μαγειρική στο σπίτι. Μετά ακολούθησαν και τα βιβλία μαγειρικής. Γίναμε σταδιακά μάρτυρες ενός πνεύματος πάρα πολύ ερευνητικού και «γαστρο-φυγόδικου», που του άρεσε να ξεφεύγει μαγειρικά από συμαβτικούς κανόνες που πιθανότατα του δίδαξαν από μικρό. Τον είδαμε να μπλέκει δημιουργικά τις πρώτες ύλες του, να ελαφραίνει την προετοιμασία των υλικών, αφαιρώντας αυτόματα και την κούραση της ημέρας και να σου μεταδίδει αυτή την αγάπη και τη γνώση ότι τρώγοντας ένα γεύμα που ετοιμάζεις μόνος σου ή μαζί με φίλους σου είναι εύκολο και σου κάνει καλό: «Δεν χρειάζεται να περάσεις ώρες αμέτρητες μέσα στην κουζίνα. Η κουζίνα δεν είναι σκλαβιά, είναι φίλη σου», δήλωσε ειλικρινά και αβίαστα.

Fifteen: «Μια ιδέα από καρδιάς και βγαλμένη από την τρέλα του μυαλού μου, που κράτησε 17 χρόνια»

Όταν συναντάς ένα άνθρωπο που έχει γυρίσει τον κόσμο και έχει αποκομίσει εμπειρίες ζωής, δεν μπορείς παρά να του ζητήσεις να μοιραστεί τη στιγμή που άλλαξε τη ζωή του ολοκληρωτικά . “Σε ηλικία μόλις 25 μόλις ετών, ξεκινήσαμε το κοινωνικό πρόγραμμα Fifteen. Στελεχώθηκε με νεαρά παιδιά από δύσκολα οικογενειακά περιβάλλοντα, άστεγους ή άτομα που είχαν εκτίσει κάποια ποινή φυλάκισης, με στόχο να βοηθήσουμε στην ομαλή επανένταξή τους στην κοινωνία. Κράτα τον αριθμό: 486+ μαθητευόμενοι, μερικοί από αυτούς είναι ακόμα στον τομέα της γαστρονομίας, και κάποιοι έχουν αστέρια Michelin. Το πιο σημαντικό μάθημα που πήρα ήταν πόση δυναμική έχει το φαγητό. Έχει δύναμη. Δεν σε θρέφει μόνο. Δεν σε ενώνει μόνο. Το φαγητό σου δίνει τη δύναμη να έχεις επιλογές στη ζωή σου. Και ειδικά αν γίνεις σεφ δεν χρειάζεται να μείνεις ποτέ άνεργος. Και αν γίνεις σεφ μπορείς να ταξιδέψεις σε όλο τον κόσμο και να μαθαίνεις συνέχεια και να πλημμυρίζει το σώμα σου και η ψυχή σου με χαρά».

Σε αυτό το σημείο δεν μπορούσαμε παρά να ζητήσουμε ένα τρανταχτό παράδειγμα: «Ξέρω ότι μπορώ να σε κάνω να κλάψεις σε λιγότερο από 5 λεπτά, να μοιραστώ ιστορίες, να σου το αποδείξω, να σου δείξω φωτογραφίες και βίντεο για παράδειγμα από έναν πρώην γκάνγκστερ, που ήταν διακινητής ναρκωτικών και 14 μήνες αργότερα πλάι μας είχε μεταμορφωθεί. Τώρα; Τρέχει την κουζίνα σε ένα από πιο cool sushi εστιατόρια στη Μαδρίτη με αστέρι Michelin. Από ένα παιδί που είχε μπλεξίματα με τον νόμο, τώρα μιλάει ισπανικά πλέον, έχει Ισπανή σύντροφο, μαγειρεύει εκπληκτικά και όταν έχει επιπλέον χρήμα ταξιδεύει δύο φορές τον χρόνο στην Ιαπωνία για να εκπαιδεύεται, να μελετά την κουζίνα που υπηρετεί. Μπορεί να φοράει ακόμα το cool καπέλο του, να ντύνεται όπως κάποτε, να ακούει και την γκανγκστερική μουσική του, αλλά στην καρδιά του είναι κομψός, μαλακός, απαλός, και ρομαντικός, μιλάμε για την υπέρτατη μεταμόρφωση και στροφή».

Δείτε επίσης
José Miguel Bonet: «Η ουσία της καλής κουζίνας δεν βρίσκεται απαραίτητα σε ακριβά ή εντυπωσιακά υλικά»

Υπάρχουν τελικά ομοιότητες ανάμεσα στην ελληνική και βρετανική κουζίνα;

Παραδέχτηκε ότι υπάρχει μία που είναι και η πιο σημαντική: η αγάπη των δύο λαών για το αρνί. Στην Αγγλία πρωταγωνιστεί, όπως και στην Ελλάδα. «Η γη μας, τα βουνά μας, το γρασίδι, όλα παίζουν καταλυτικό ρόλο στη γεύση του κρέατος. Και υπάρχουν και παράκτιοι υγρότοποι (salt marshes) — εκτάσεις που πλημμυρίζουν με θαλασσινό νερό και έχουν ιδιαίτερη βλάστηση, πολλές φορές αλμυρή. Υπάρχουν δηλαδή μέχρι και αρνιά, που τρέφονται αποκλειστικά με αλμυρόχορτα ή με φύκια. Αν πρέπει να εντοπίσω μια διαφορά, είναι ότι εμείς τα τρώμε χρονιάρικα, δυο ετών και τριών, ενώ οι Έλληνες, και έξι μηνών δηλαδή γάλακτος».

Comfort φαγητό, fine dining και ένα ευοίωνο μέλλον

Φέρνοντας στο τραπέζι το θέμα του comfort food και του fine dining, δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν λειτουργούν αντίθετα, αλλά συμπληρωματικά: το πρώτο είναι προσιτό, έχει περισσότερους αποδέκτες και φέρνει τον κόσμο κοντά, ενώ το δεύτερο, παρότι πιο ακριβό, προσφέρει δημιουργία, εξέλιξη και σε προκαλεί να δεις τη γαστρονομία αλλιώς. «Η μαγειρική δεν πρέπει να λειτουργεί “mono” ή “stereo”, δηλαδή μονοδιάστατα ή περιορισμένα, αλλά “surround”, ως μια εμπειρία 360°, που άλλοτε σε ενώνει και άλλοτε σε βγάζει από τη ζώνη άνεσής σου. Σε μια δύσκολη εποχή για την εστίαση, το μέλλον είναι ευοίωνο όταν υπάρχει χώρος για όλους. Οι καλύτεροι άνθρωποι είναι αυτοί που ανοίγουν τα μάτια, το μυαλό και το στομάχι τους στα καλύτερα των καινούριων και τα καλύτερα των παλιών. Αυτός ο συνδυασμός είναι ο πιο σωστός, γιατί είναι αυτός που οδηγεί στην πραγματική εξέλιξη».

Το μενού στο Jamie Oliver | Kitchen

Συζητώντας για τα πιάτα του νέου του εστιατορίου παραδέχτηκε ότι το ελληνικό στοιχείο δεν είναι πολύ έντονο και έγινε σκόπιμα. «Η Ελλάδα δεν χρειάζεται τον Τζέιμι Όλιβερ να της μαγειρέψει ελληνικό φαγητό. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό είναι ένα μενού με μεσογειακό πρόσημο, αλλά υπάρχουν έθνικ επιρροές, από Ινδονησία, Αμερική κλπ.. Επειδή είχα την τύχη να ταξιδέψω σε πολλά μέρη, αυτό έχει αποτυπωθεί γευστικά στον κατάλογο. Σαν να λέμε τα καλύτερα hits απ’ όλο τον κόσμο, μαγειρεμένα με σωστή πρώτη ύλη. Από comfort μέχρι κλασικά, και για όλες τις ηλικίες σε περιμένουν για να σε μπερδέψουν όμορφα», δήλωσε γελώντας. Τι θέλει τελικά να δείξει στους Έλληνες μέσα από τα πιάτα του; Να μας καλωσορίσει. Αγαπά να θρέφει τους ανθρώπους και προσπαθεί να τους εκπαιδεύσει: με τον τρόπο που μιλάει για το φαγητό, με τον τρόπο που το μαγειρεύει, που το σερβίρει, μέσα από τα τοπικά και εποχιακά προϊόντα που επιλέγει.

Αποφάσισε να κλείσει την όμορφη συζήτησή μας λέγοντας ότι δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι πρέπει να δουλέψουμε σκληρά και να παλέψουμε, για να κρατήσουμε ζωντανό το φαγητό -δηλαδή τον ίδιο τον πολιτισμό μας. Και το να είσαι πραγματικά Έλληνας για εκείνον σημαίνει να διατηρείς αυτή τη σχέση με το φαγητό, με τη γεωργία. Γιατί, στο τέλος, όλα ξεκινούν από εκεί: από τη βαθιά και ουσιαστική σχέση μας με τη γη.

POV: Ο Τζέιμι Όλιβερ είναι σταρ σε πολλαπλά επίπεδα. Δηλώνουμε έξω φρενών από χαρά που είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε έστω και 10΄.

Δείτε επίσης