Στο Cantina Academy Round table, που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, ο αντιπρύτανης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών παρουσίασε την πρόταση για ένα δίκτυο πειραματικών και επιδεικτικών αγροκτημάτων και συνέδεσε την αξιοποίηση της τεχνολογίας με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής γεωργίας.
Η μεταφορά της επιστημονικής γνώσης στην καθημερινή πρακτική του αγρότη αποτελεί, σύμφωνα με τον Θωμά Μπαρτζανά, βασικό στοίχημα για το μέλλον της ελληνικής παραγωγής. Στη συζήτηση του Cantina Academy με ορίζοντα το 2040, ο αντιπρύτανης Έρευνας, Οικονομικών και Ανάπτυξης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών περιέγραψε πώς τα ερευνητικά αγροκτήματα μπορούν να λειτουργήσουν ως χώροι δοκιμής, επίδειξης και εκπαίδευσης, φέρνοντας την τεχνολογία πιο κοντά στον παραγωγό.
Παράλληλα, έθεσε ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς η υιοθέτηση βιώσιμων πρακτικών θα συνδεθεί με συγκεκριμένο οικονομικό όφελος, ώστε ο αγρότης να έχει ουσιαστικό κίνητρο να τις εφαρμόσει.
Ένα αγρόκτημα που δείχνει πώς λειτουργεί η τεχνολογία
Απαντώντας στις ερωτήσεις της Νανάς Δαρειώτη, ο κ. Μπαρτζανάς αναφέρθηκε στα περίπου 1.500 στρέμματα γης που διαθέτει το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών για ερευνητικούς, εκπαιδευτικούς και παραγωγικούς σκοπούς. Το ζητούμενο, όπως εξήγησε, είναι η γνώση που παράγεται εκεί να μετατρέπεται σε χρήσιμο εργαλείο και πρακτική συμβουλή για τον Έλληνα αγρότη.
Ως παράδειγμα παρουσίασε την πειραματική υποδομή στην Αλίαρτο, η οποία αναπτύσσεται σε συνεργασία με την Smart Agro Hub. Σε έκταση περίπου πενήντα στρεμμάτων έχουν διαμορφωθεί εξήντα αυτόνομα τεμάχια, με δυνατότητα αυτοματοποιημένης άρδευσης, λίπανσης και εφαρμογών φυτοπροστασίας.
Στην υποδομή καταγράφονται οι εισροές νερού, ενέργειας, λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, ενώ τα δεδομένα διαχειρίζονται ψηφιακά. Ο κ. Μπαρτζανάς αναφέρθηκε επίσης στη δημιουργία ψηφιακού διδύμου για την παρακολούθησή τους.
Στόχος είναι ο παραγωγός να μπορεί να δει πώς λειτουργεί η τεχνολογία, πώς χρησιμοποιείται και με ποιον τρόπο μπορεί να μειώσει τη χρήση πόρων, διατηρώντας την παραγωγικότητά του και βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητά του.
Ένα δίκτυο προσαρμοσμένο στις ανάγκες κάθε περιοχής
Για το Γεωπονικό, η διεύρυνση της επίδρασης αυτής της δουλειάς περνά μέσα από τη δημιουργία ενός δικτύου πειραματικών και επιδεικτικών αγροκτημάτων στις περιφέρειες.
Όπως επισήμανε ο κ. Μπαρτζανάς, οι ανάγκες ενός βαμβακοπαραγωγού στη Θεσσαλία διαφέρουν από εκείνες ενός ελαιοπαραγωγού στην Πελοπόννησο ή μιας θερμοκηπιακής μονάδας στην Κρήτη. Η πρόσβαση σε δομές κοντά στην περιοχή και στο αντικείμενο της δραστηριότητας κάθε παραγωγού θα μπορούσε να διευκολύνει τη μεταφορά τεχνογνωσίας.
Η πρόταση που περιέγραψε αξιοποιεί το υφιστάμενο δίκτυο πανεπιστημίων, γεωπονικών σχολών, ερευνητικών ινστιτούτων του ΕΛΓΟ και αγροκτημάτων. Κατά την τοποθέτησή του, υπάρχουν υποδομές πάνω στις οποίες μπορεί να στηριχθεί αυτή η προσπάθεια, με την κατάλληλη στελέχωση και συνεργασία.
Οι πειραματικές δομές του Γεωπονικού θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα για την ανάπτυξη του δικτύου, με προσανατολισμό στην καλύτερη διαχείριση των πόρων και στη διασφάλιση της παραγωγικότητας.
Από τις ερευνητικές συνεργασίες στην εφαρμογή
Ο κ. Μπαρτζανάς αναφέρθηκε στη συνεργασία με τη Yara στον αναγεννητικό αγρό της Αλιάρτου και στην πρωτοβουλία με την Πειραιώς για την υποστήριξη του κλάδου των θερμοκηπίων. Περιέγραψε επίσης συνεργασίες με ελληνικούς και διεθνείς ομίλους σε αντικείμενα όπως η σποροπαραγωγή, η βελτίωση ποικιλιών, η λίπανση και η φυτοπροστασία.
Στο ερώτημα πόσοι παραγωγοί έχουν ωφεληθεί μετρήσιμα, αναφέρθηκε στην ευρεία σύνδεση των συνεργαζόμενων φορέων με τον αγροτικό κόσμο, χωρίς να δώσει συγκεκριμένο αριθμό ωφελούμενων ή αποτίμηση του αποτελέσματος. Έθεσε ως στοίχημα τη διεύρυνση της κλίμακας στην οποία φτάνουν η έρευνα και η γνώση.
Το ζήτημα, όπως το προσδιόρισε, αφορά τη διαδρομή από το ερευνητικό αποτέλεσμα έως την υιοθέτηση και τη χρήση του από τον παραγωγό.
Το παράδειγμα της ευφυούς άρδευσης
Συνδέοντας την τεχνολογία με τη διαχείριση του νερού, παρουσίασε δοκιμές επτά διαφορετικών πρακτικών ευφυούς άρδευσης σε βαμβάκι και καλαμπόκι, επί δύο συνεχόμενες καλλιεργητικές περιόδους.
Σύμφωνα με την περιγραφή του, εξετάστηκαν προσεγγίσεις που αξιοποιούν κλιματικές παραμέτρους, στοιχεία του εδάφους και δορυφορικά δεδομένα. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη δυνατότητα εξοικονόμησης νερού μέσω δορυφορικών δεδομένων, χωρίς να απαιτείται σχετική επένδυση σε υποδομή από τον ίδιο τον παραγωγό.
Με αφορμή τα σχέδια βελτίωσης, έθεσε επίσης το ζήτημα των επενδυτικών προτεραιοτήτων. Αναρωτήθηκε σε ποιον βαθμό οι παραγωγοί θα αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα εργαλεία για τη μείωση της κατανάλωσης νερού και τη βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας.
Στο πλαίσιο αυτό, σχολίασε την τάση προηγούμενων ετών για αγορά μηχανημάτων μεγαλύτερης ιπποδύναμης, διευκρινίζοντας ότι η παρατήρησή του δεν αναιρεί την ανάγκη για μηχανολογικό εξοπλισμό.
Η βιωσιμότητα χρειάζεται οικονομικό αντίκρισμα
Κλείνοντας, ο κ. Μπαρτζανάς συνέδεσε την περιβαλλοντική επίδοση με την οικονομική προοπτική της εκμετάλλευσης. Η μείωση της χρήσης νερού, λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων χρειάζεται, κατά την προσέγγισή του, να συνοδεύεται από κίνητρα που αναγνωρίζει ο παραγωγός.
Έθεσε ως δυνατότητες προς διερεύνηση την πρόσβαση σε διαφορετικές μορφές χρηματοδότησης, την είσοδο σε νέες αγορές και την εμπορική αξιοποίηση των περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών ενός προϊόντος.
Η σύνδεση αυτών των δυνατοτήτων με την επιστημονική γνώση και τις διαθέσιμες τεχνολογίες μπορεί, όπως υποστήριξε, να ενισχύσει την υιοθέτηση βιώσιμων πρακτικών, με όφελος τόσο για την ανταγωνιστικότητα του παραγωγού όσο και για την προστασία των φυσικών πόρων.