Από την BBDO Athens στους μηλεώνες της Καστοριάς. Η Άννα Άτσου μιλά για την απόφαση να αφήσει την Αθήνα, να καλλιεργήσει μήλα στην Καστοριά και να δημιουργήσει το «Θέλω Μήλο Τώρα».

Γεννήθηκε στην Ασβεστόπετρα Κοζάνης, αλλά σε ηλικία μόλις οκτώ μηνών οι γονείς της μετακόμισαν στην Αθήνα. Δύο χρόνια που πέρασε αργότερα με τη γιαγιά της στο χωριό ήταν, όπως λέει, αρκετά για να της αφήσουν κάτι από «το DNA της επαρχίας». Ωστόσο, η ζωή της χτίστηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς και στη συνέχεια μπήκε στον χώρο της διαφήμισης, σε μια εποχή μεγάλης ανάπτυξης για τον κλάδο της επικοινωνίας. Εργάστηκε για περίπου τρία χρόνια στην ADEL Saatchi & Saatchi και ακολούθησαν σχεδόν δύο δεκαετίες στην BBDO Athens, όπου έφτασε στη θέση της Business Unit Director. Ήταν μια εταιρεία που, όπως λέει, έφτασε να θεωρεί «σπίτι» της.

Η οικονομική κρίση άλλαξε σταδιακά το περιβάλλον στο οποίο εργαζόταν. Οι περικοπές, οι απολύσεις και η ανασφάλεια την έκαναν να αναρωτηθεί για πρώτη φορά τι θα μπορούσε να κάνει έξω από τη διαφήμιση. Την ίδια περίοδο ο σύζυγός της, Χρήστος, βρισκόταν στην Καστοριά και εργαζόταν στον κλάδο της γούνας, ο οποίος επίσης άρχιζε να υποχωρεί. Αναζήτησαν μαζί μια νέα επαγγελματική κατεύθυνση. Εξέτασαν καλλιέργειες που τότε εμφανίζονταν ως νέες ευκαιρίες για να καταλήξουν τελικά σε κάτι πολύ πιο κοντά στον τόπο τους: το μήλο.

Δεν έφυγα από την Αθήνα επειδή ήμουν σίγουρη για αυτό που πήγαινα να κάνω. Ήμουν σίγουρη για κάτι άλλο: ότι δεν ήθελα να ξαναγυρίσω.

Σήμερα, καλλιεργούν μηλιές στην Καστοριά, ενώ η Άννα πέρασε από την πρωτογενή παραγωγή στη μεταποίηση δημιουργώντας το «Θέλω Μήλο Τώρα». Παράγει, μεταξύ άλλων, γέμιση μηλόπιτας, πουρέ μήλου, chutney, αποξηραμένο μήλο και χυμό, ενώ σχεδιάζει τη δημιουργία δικού της εργαστηρίου χυμοποίησης. Κάπου ανάμεσα στον μηλεώνα και στο δικό της brand, η παλιά της επαγγελματική ζωή εξακολουθεί να είναι παρούσα.

Δείτε επίσης
Αύρα Πανουσοπούλου: Άφησε την Αθήνα για να δημιουργήσει την πρώτη σύγχρονη οικοτεχνία στην Αγιά Λάρισας

Άννα Άτσου μήλα Καστοριά

Πότε άρχισες να σκέφτεσαι ότι θέλεις να φύγεις από τη διαφήμιση;
Μέχρι ένα σημείο όλα ήταν πολύ καλά. Αγαπούσα πάρα πολύ τη δουλειά μου. Έμεινα σχεδόν 18 χρόνια στην ίδια εταιρεία και τη θεωρούσα σπίτι μου. Δεν υπήρχαν γιορτές, δεν υπήρχαν Σαββατοκύριακα, όλα ήταν για τη δουλειά και για τους πελάτες. Γύρω στο 2008-2009, όμως, άρχισε να αλλάζει η κατάσταση. Ήρθε μια δυσπραγία, μια μιζέρια, μια φαγωμάρα. Τα budget των πελατών μειώνονταν και η διαφήμιση δεν είχε πια τη γοητεία που είχε για μένα παλιότερα. Είχε γίνει μια δουλειά ρουτίνας και, κυρίως, ένιωθα ότι δεν παρήγαγα πλέον κάτι χειροπιαστό. Με την κρίση ήρθαν η γκρίνια, οι απολύσεις, η αβεβαιότητα και οι εντάσεις μέσα στις εταιρείες. Για μένα κάποια στιγμή έγινε μονόδρομος να πω «φτάνει, δεν θέλω άλλο».

Από τη διαφήμιση πώς φτάσατε τελικά στα μήλα;
Δεν ξέραμε στην αρχή με τι θα μπορούσαμε να ασχοληθούμε. Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας τα σαλιγκάρια. Πήραμε σβάρνα την Ελλάδα, πήγαμε σε σαλιγκαροτροφεία, μιλήσαμε με ανθρώπους που είχαν επενδύσει σε αυτά και είδαμε ότι πολλοί ήταν απογοητευμένοι. Εξετάσαμε επίσης την αρώνια, την παβλώνια και άλλες καλλιέργειες που τότε ήταν πιο «μοδάτες». Κάποια στιγμή, έπειτα και από μια συζήτηση του Χρήστου στο Υπουργείο, μας είπαν κάτι πολύ απλό: «Τι έχετε στην Καστοριά; Φασόλια και μήλα». Επειδή πλέον δεν ψάχναμε κάτι για να κάνουμε για πλάκα αλλά μια δραστηριότητα από την οποία θα μπορούσαμε να έχουμε εισόδημα, αφήσαμε τα υπόλοιπα και είπαμε «πάμε για μήλα». Έτσι ξεκίνησε η ιστορία.

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο σοκ όταν από ένα γραφείο βρέθηκες μέσα σε έναν μηλεώνα;
Η ανασφάλεια. Ή, αν θέλεις, η ελευθερία του ότι δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Όταν ξεκινήσαμε, θέλαμε να το κάνουμε οργανωμένα. Βάλαμε αντιχαλαζικά δίχτυα, αγοράσαμε εξοπλισμό, κάναμε όσα θεωρούσαμε ότι έπρεπε να κάνουμε. Στην αρχή νομίζεις ότι θα βάλεις τα μήλα και όλα θα πάνε καλά. Μετά καταλαβαίνεις ότι στον πρωτογενή τομέα υπάρχει μια διαρκής αβεβαιότητα. Και αυτή την αβεβαιότητα τη βιώνω ακόμη, 15 χρόνια μετά. Τη μία χρονιά έχεις μήλα, την άλλη δεν έχεις.

Υπήρξε ποτέ στιγμή που σκέφτηκες «έκανα λάθος, θέλω να επιστρέψω στην Αθήνα»;
Όχι. Δεν το σκέφτηκα ποτέ, για να σου πω την αλήθεια, γιατί αυτό το κεφάλαιο είχε κλείσει για μένα. Δεν έφυγα από την Αθήνα επειδή ήμουν σίγουρη για αυτό που πήγαινα να κάνω. Ήμουν σίγουρη για κάτι άλλο: ότι δεν ήθελα να ξαναγυρίσω. Και είπα «θα δούμε πώς θα πορευτούμε εκεί που πάμε». Στην αρχή σκεφτόμουν ακόμη και να ανοίξω λογιστικό γραφείο. Αυτό δείχνει πόσο ανοιχτό ήταν το επόμενο βήμα. Ήξερα τι άφηνα, αλλά όχι ακριβώς τι θα έκανα μετά.

Ως γυναίκα που ερχόταν από την Αθήνα και δεν είχε σχέση με τη γεωργία, χρειάστηκε να αποδείξεις περισσότερο ότι μπορείς να τα καταφέρεις;
Στην αρχή υπήρξαν πράγματα που άκουσα και με πείσμωσαν. Θυμάμαι, για παράδειγμα, όταν πήγα μόνη μου να συναντήσω έναν γεωπόνο για να δούμε με ποιον θα συνεργαστούμε. Υπήρχε αυτή η αντιμετώπιση της Αθηναίας που ήρθε εδώ να ασχοληθεί με τα μήλα. Αλλά δεν θέλω να παρουσιάσω την ιστορία σαν να τα έκανα όλα μόνη μου. Είχα δίπλα μου τον άντρα μου. Επίσης, προσπάθησα να κρατήσω χαμηλό προφίλ και να γίνω ένα με τους ανθρώπους του τόπου.

Μέχρι σήμερα, βέβαια, εξακολουθώ για αρκετούς να είμαι «η Αθηναία».

Ποια ήταν η μεγαλύτερη αυταπάτη που είχες για τη ζωή στην επαρχία;
Πίστευα ότι σε έναν μικρό τόπο υπάρχει μεγαλύτερη επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Ότι όλοι γνωρίζονται πραγματικά μεταξύ τους, ότι υπάρχει μεγαλύτερη εξωστρέφεια και μια ισχυρότερη έννοια κοινότητας. Στην πορεία κατάλαβα ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Κάθε σπίτι έχει τη δική του ιστορία, όπως ακριβώς συμβαίνει και σε μια πολυκατοικία στην Αθήνα.

Αυτό που με δυσκόλεψε περισσότερο ήταν η συνεργασία. Προσπαθήσαμε κάποια στιγμή να οργανωθούμε μαζί με άλλους παραγωγούς, αλλά όταν ήρθε η ώρα να μπούμε στην ουσία, άρχισαν τα «εγώ έχω περισσότερα χωράφια», «εσύ έχεις λιγότερα» και τελικά δεν προχώρησε. Θεωρώ ότι το κακό παρελθόν των συνεταιρισμών έχει αφήσει μεγάλη δυσπιστία. Και είναι κρίμα, γιατί ο κλήρος στην Ελλάδα είναι μικρός και κατακερματισμένος. Αν δεν συνεργαστούν οι μικροί παραγωγοί, είναι πολύ δύσκολο να πετύχουν οικονομίες κλίμακας.

Πώς γεννήθηκε το «Θέλω Μήλο Τώρα»;
Έβλεπα μήλα να πηγαίνουν χαμένα και αναρωτιόμουν γιατί δεν μπορούμε να τα αξιοποιήσουμε διαφορετικά. Έβλεπα, για παράδειγμα, τι συμβαίνει στην Ημαθία με το ροδάκινο, όπου υπάρχουν μονάδες μεταποίησης και το προϊόν φεύγει στο εξωτερικό, και σκεφτόμουν: «Εμείς γιατί όχι;».

Όταν βρέθηκε μπροστά μου η Νέα Γεωργία Νέα Γενιά, αποτέλεσε ουσιαστικά το εφαλτήριο. Μέχρι τότε δεν είχα κάπου να απευθυνθώ, να ρωτήσω, να μάθω πώς μπορεί να γίνει όλο αυτό. Κάπως έτσι πέρασα από την καλλιέργεια στη μεταποίηση.

Και το όνομα; Εκεί ξαναμπήκε στο παιχνίδι η διαφημίστρια;
Απολύτως. Θυμήθηκα όλες εκείνες τις ατέρμονες συζητήσεις που κάναμε στη διαφήμιση για μία λέξη: γιατί «θέλω» και όχι «επιθυμώ», γιατί αυτό και όχι κάτι άλλο. Ήθελα ένα όνομα διαφορετικό, πολύ straight, πολύ to the point. Δεν υπήρχαν τα κεφάλαια για να δημιουργήσεις ένα brand που θα χρειαζόταν χρόνια για να εξηγήσεις στον κόσμο τι είναι.

Έτσι προέκυψε το «Θέλω Μήλο Τώρα». Το «τώρα» σημαίνει ότι είναι άμεσα διαθέσιμο: ανοίγω το σακουλάκι και το τρώω. Οι παλιοί μου συνάδελφοι στη διαφήμιση δεν το είχαν ως πρώτη επιλογή όταν τους έδωσα τη λίστα με τα πιθανά ονόματα. Εγώ όμως είχα την αίσθηση ότι αυτό θα γράψει. Η διαφήμιση με έχει διαποτίσει. Με έχει ποτίσει και δεν πρόκειται να με αφήσει ποτέ.

Μπορεί σήμερα ένας μικρός παραγωγός να ζήσει αποκλειστικά από τη γη;
Στο επίπεδο στο οποίο βρισκόμαστε εμείς, νομίζω ότι είναι πολύ δύσκολο. Αν δεν υπήρχε βοήθεια από άλλες πηγές εισοδήματος, δεν θα ήταν εύκολο. Υπάρχει τεράστια αβεβαιότητα στον αγροτικό τομέα. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε και τις αλλαγές στο κλίμα. Η μεγάλη διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα στη μέρα και στη νύχτα ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά της Καστοριάς που βοηθούσαν τα μήλα να γίνουν ωραία και νόστιμα. Τώρα έχουμε πολύ υψηλές θερμοκρασίες και τα μήλα μπορεί να παραμένουν μικρά.

Και μετά θα έρθει ο έμπορος και μπορεί να σου πει ότι δεν τα θέλει ή να σου ρίξει την τιμή. Εμείς δεν είμαστε σε έναν συνεταιρισμό που θα απορροφήσει την παραγωγή. Είμαστε «ελεύθεροι σκοπευτές». Παίζεται ακόμη και το αν θα βρούμε πού θα δώσουμε τα μήλα.

Γιατί λοιπόν επιμένεις τόσο στη μεταποίηση;
Γιατί όταν είσαι τόσο μικρός παραγωγός δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα πάνω στο νωπό προϊόν. Αν ήμασταν ομάδα παραγωγών, θα μπορούσαμε να έχουμε δικά μας ψυγεία, διαλογητήρια, συσκευαστήριο. Θα μπορούσαμε να κινηθούμε εντελώς διαφορετικά. Γι’ αυτό θέλω να προχωρήσω περισσότερο στη μεταποίηση. Αυτή τη στιγμή κάνουμε γέμιση μηλόπιτας, πουρέ μήλου, chutney, αποξηραμένο μήλο και χυμό. Ο χυμός παράγεται σε εξωτερικό εργαστήριο και αυτό δημιουργεί περιορισμούς, γιατί η παραγωγή δεν βρίσκεται στα χέρια σου.

Στόχος μου είναι να δημιουργήσω δικό μου εργαστήριο. Γιατί, αν θέλεις να αναπτυχθείς πραγματικά, πρέπει κάποια στιγμή να έχεις τον έλεγχο της παραγωγής σου.

Για την κόρη σου πιστεύεις ότι η ζωή στην Καστοριά είναι καλύτερη από εκείνη που θα είχε στην Αθήνα;
Εκατό τοις εκατό. Δεν το συζητώ. Βέβαια, έχει να κάνει με τις αξίες του κάθε ανθρώπου και με το τι θεωρεί καλύτερο ή χειρότερο. Εγώ όμως δεν θεωρώ ότι υπάρχει κάτι στο οποίο υστερεί ένα παιδί επειδή μεγαλώνει στην επαρχία. Η Μαριάνθη είναι εννέα χρονών και κάνει κωπηλασία, τένις, χορό, χορωδία, μαθήματα πιάνου και αγγλικά από πολύ μικρή. Και όλα αυτά ενώ μένουμε στο χωριό. Αλλά αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι η σχέση της με την οικοτεχνία. Μεγάλωσε μαζί της. Από μωρό ερχόταν μαζί μας στις εκθέσεις και σήμερα χαίρεται και είναι περήφανη για το «Θέλω Μήλο Τώρα».

Πρόσφατα στο σχολείο τούς ζήτησαν να διαφημίσουν ένα προϊόν. Πήρε ένα μπουκαλάκι από τον χυμό μας και ασχολήθηκε με αυτό. Το ανέβασα μετά στο Facebook και σκέφτηκα: «Το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει». Δεν θέλω να την πιέσω ποτέ να ακολουθήσει αυτό που κάνουμε. Αλλά βλέπω ότι χαίρεται με αυτό και για μένα αυτή είναι μεγάλη ικανοποίηση.

Όταν επιστρέφεις σήμερα στην Αθήνα, πώς τη βλέπεις; Σου λείπει η προηγούμενη ζωή σου;
Νιώθω πολύ χαρούμενη που έζησα εκεί. Μου θυμίζει πάρα πολλά από τα χρόνια που πέρασα και είμαι πολύ χαρούμενη που πέρασα από αυτό το στάδιο της ζωής μου. Αλλά δεν μου λείπει. Όταν φεύγω από την Αθήνα λέω «θέλω να ξανάρθω σύντομα». Μετά φτάνω εδώ, την ξεχνάω και δεν ξαναπηγαίνω. Πηγαίνω πλέον κυρίως όταν υπάρχει ανάγκη. Δεν νιώθω ότι έχω απωθημένα. Νιώθω χορτάτη από όλα όσα έχω ζήσει. Ίσως μου λείπει λίγο το θέατρο, αλλά μετά σκέφτομαι ότι ακόμη κι όταν ζούσα στην Αθήνα σπάνια προλάβαινα να πάω. Και εδώ, όλα αυτά τα χρόνια, δεν βαρέθηκα ποτέ. Συνέχεια έμπαιναν καινούργια πράγματα στη ζωή μου.

Είναι σαν να ζω μια δεύτερη ζωή.

Κοιτάζοντας πίσω, είμαι πολύ περήφανη για αυτό που προηγήθηκε, αλλά είμαι πολύ περήφανη και για αυτό που έρχεται. Και παρόλο που βρίσκομαι σε μια ηλικία που θα μπορούσα να σκέφτομαι ότι σιγά σιγά πρέπει να τα παρατήσω, για κάποιον λόγο έχω όρεξη να κάνω ακόμη περισσότερα.

Δείτε επίσης

Little Kate: Η Καίτη Πετροπούλου μετατρέπει τα αγαπημένα μας φαγητά σε κόσμημα

Μέλι ελάτης «βανίλια»: Γιατί κάποιες χρονιές δεν υπάρχει καθόλου; O μελισσοκόμος Βασίλης Κουτρουλάκης εξηγεί

Ο πιλότος που καλλιεργεί καρύδια στην Ελασσόνα