Κάποτε στην Αθήνα, μια καλή γωνία μπορούσε να εξασφαλίσει το μεροκάματο ολόκληρου του χειμώνα. Οι καστανάδες διεκδικούσαν θέσεις στην Πανεπιστημίου, στην Πατησίων και στην Ερμού, εκεί όπου περνούσε περισσότερος κόσμος και η μυρωδιά από τα ψημένα κάστανα απλωνόταν στους γύρω δρόμους. Για ένα πόστο υπήρχαν άδειες, κληρώσεις, ανταγωνισμοί, ακόμη και πολιτικές παρεμβάσεις.

Στην Αθήνα της δεκαετίας του 1950 λειτουργούσαν περίπου 200 φουφούδες. Σε άλλες ελληνικές πόλεις, οι καστανάδες προμηθεύονταν κάστανα από τα γύρω χωριά και τα πουλούσαν βραστά ή ψητά, ανάλογα με την ώρα και την πελατεία.

Οι Θεσσαλοί καστανάδες της Αθήνας

Από τις αρχές του 20ού αιώνα, πολλοί καστανάδες της Αθήνας κατάγονταν από τη Θεσσαλία, ιδιαίτερα από την Καρδίτσα, τα Τρίκαλα και τα Φάρσαλα. Έφταναν στην πρωτεύουσα το φθινόπωρο και έμεναν μέχρι την άνοιξη, οπότε επέστρεφαν στα χωριά τους για τις αγροτικές εργασίες. Νοίκιαζαν μικρά δωμάτια σε κοντινές περιοχές που χρησίμευαν ταυτόχρονα ως κατοικίες και αποθήκες όπου φύλαγαν τα κάστανα, προετοίμαζαν το εμπόρευμά τους και κοιμούνταν στρωματσάδα.

Το επάγγελμα δεν απαιτούσε ιδιαίτερες εγκαταστάσεις. Όμως χρειαζόταν αρχικό κεφάλαιο για την αγορά των κάστανων και του εξοπλισμού, αντοχή στο κρύο και, κυρίως, ένα σημείο με αρκετούς περαστικούς.

Η μάχη για τα καλύτερα πόστα

Η Πανεπιστημίου, η Πατησίων, η Βασιλίσσης Αμαλίας, το Ζάππειο και η Ερμού ήταν από τα πιο περιζήτητα σημεία της παλιάς Αθήνας. Οι καστανάδες δεν υπολόγιζαν μόνο την κίνηση των πεζών, αλλά και τη μυρωδιά. Προτιμούσαν τις γωνίες, ώστε το άρωμα από τα κάστανα που ψήνονταν στα κάρβουνα να απλώνεται κατά μήκος δύο δρόμων. Έτσι, οι περαστικοί μπορούσαν να μυρίσουν τα κάστανα πριν ακόμη αντικρίσουν τη φουφού.

Ο ανταγωνισμός ήταν έντονος, ιδιαίτερα όσο αυξανόταν ο αριθμός των επαγγελματιών. Οι παλιοί καστανάδες διαμαρτύρονταν για τον υπερκορεσμό και κατηγορούσαν ορισμένους νεότερους ότι εξασφάλιζαν άδειες με αθέμιτους τρόπους. Δεν έλειπαν και οι αντιπαραθέσεις όταν εμφανίζονταν νέες φουφούδες δίπλα σε ήδη εγκατεστημένους πωλητές.

Τη δεκαετία του 1950 οι άδειες χορηγούνταν από την αστυνομία, ενώ τη δεκαετία του 1980 οι θέσεις στον Δήμο Αθηναίων παραχωρούνταν μέσω πλειστηριασμών ή κληρώσεων.

Το ζήτημα της αδειοδότησης παραμένει επίκαιρο. Στις 15 Οκτωβρίου 2026, το Υπουργείο Ανάπτυξης εξέδωσε διευκρινιστική εγκύκλιο για την εφαρμογή του Ν. 4849/2021, μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 5297/2026. Σύμφωνα με αυτή, οι άδειες και οι θέσεις στάσιμου υπαίθριου εμπορίου χορηγούνται μέσω δημοτικών προκηρύξεων. Όταν περισσότεροι ενδιαφερόμενοι διεκδικούν την ίδια θέση ή οι υποψήφιοι υπερβαίνουν τις διαθέσιμες θέσεις, προβλέπεται ηλεκτρονική κλήρωση. Στο συγκεκριμένο καθεστώς υπάγεται κατά κανόνα και η πώληση ψημένων κάστανων από σταθερό σημείο.

Από το μαχαίρι μέχρι το χωνάκι της εφημερίδας

Η παραδοσιακή φουφού ήταν ένα στρογγυλό, τσίγκινο μαγκάλι που έκαιγε κάρβουνα. Ο καστανάς είχε δίπλα του τα σακιά με το εμπόρευμα, ένα μαχαίρι και τη μασιά, την τσιμπίδα με την οποία γύριζε τα κάστανα στη φωτιά.

Πριν από το ψήσιμο ξεχώριζε τα κάστανα ανά μέγεθος. Τα μεγαλύτερα είχαν υψηλότερη τιμή, ενώ τα μικρότερα πωλούνταν φθηνότερα. Έπειτα τα χάραζε ένα ένα, για να μη σκάσουν πάνω στα κάρβουνα. Το ψήσιμο ήθελε προσοχή γιατί αν η φωτιά ήταν πολύ δυνατή, το κέλυφος καιγόταν πριν προλάβει να μαλακώσει το εσωτερικό.

Έπρεπε, επίσης, να υπολογίζει πόσα κάστανα θα έψηνε κάθε φορά, ανάλογα με την κίνηση. Αν έμεναν πολλή ώρα έτοιμα, στέγνωναν και έχαναν τη γεύση τους. Όταν εμφανιζόταν πελάτης, τα έπαιρνε με τη μασιά και τα έβαζε σε ένα αυτοσχέδιο χωνάκι από παλιές εφημερίδες. Γύρω από τη φουφού συγκεντρώνονταν συχνά και άλλοι μικροπωλητές, που σταματούσαν για να ζεσταθούν ή βοηθούσαν στην πώληση.

Με τα χρόνια άλλαξε και ο εξοπλισμός. Το σακί αντικαταστάθηκε σε αρκετές περιπτώσεις από ένα ξύλινο μπαούλο, που χρησίμευε τόσο για την αποθήκευση των κάστανων όσο και ως κάθισμα. Αργότερα εμφανίστηκαν κατασκευές από ανοξείδωτο χάλυβα, πιο εύκολες στο καθάρισμα και στη μεταφορά.

Από το Κιλκίς και τη Λάρισα μέχρι τη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα

Στη Βόρεια Ελλάδα, το Πάικο αποτελούσε σημαντική περιοχή προμήθειας κάστανων. Από τη Γρίβα και την Καστανερή, τα κάστανα μεταφέρονταν στο Κιλκίς και στις γύρω πόλεις, παλαιότερα ακόμη και με μουλάρια. Στην αγορά έφταναν επίσης κάστανα από την περιοχή του Βόλου και τη Λέσβο, ενώ η Θεσσαλονίκη αποτελούσε εμπορικό κέντρο για την προμήθειά τους.

Στο Κιλκίς, ένα από τα γνωστά πόστα βρισκόταν μπροστά στην παλιά Εμπορική Τράπεζα. Στη Λάρισα, οι φουφούδες άναβαν στη Μεγάλου Αλεξάνδρου και αργότερα στη συμβολή της Κούμα με την Παναγούλη. Τα κάστανα έφταναν κυρίως από τον Κίσσαβο, με την Καρίτσα και τη Μελιβοία να συγκαταλέγονται στις γνωστές καστανοπαραγωγικές περιοχές.

Στη Θεσσαλονίκη, η πλατεία Αριστοτέλους ήταν και παραμένει ένα από τα χαρακτηριστικά πόστα των καστανάδων. Στην Πάτρα, οι φουφούδες εμφανίζονταν σε κεντρικά εμπορικά σημεία και πεζόδρομους, ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Χριστουγέννων.

Ανάλογη ήταν η εικόνα και σε μικρότερες πόλεις και κωμοπόλεις, όπου οι καστανάδες επέλεγαν σημεία κοντά στις αγορές, στα καφενεία και στις πλατείες με τη μεγαλύτερη κίνηση.