Την προοπτική συνολικών επενδύσεων ύψους 1 δισ. ευρώ για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων έως το 2034, με χρηματοδότηση από ευρωπαϊκούς πόρους και Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), παρουσίασε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς, μιλώντας στο Cantina Academy Round Table, που πραγματοποιήθηκε σήμερα Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου, με αντικείμενο την πορεία της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής έως το 2040.
Ο υπουργός έθεσε τη διαχείριση του νερού στην κορυφή των προτεραιοτήτων για την αναδιάρθρωση της ελληνικής γεωργίας, υπογραμμίζοντας ότι απαιτούνται έργα μεγάλης κλίμακας, ικανά να αλλάξουν τα παραγωγικά δεδομένα σε αγροτικές περιοχές της χώρας.
«Η χώρα μπορεί να προσβλέπει σε συνολικές επενδύσεις ενός δισεκατομμυρίου ευρώ για το νερό μέχρι το 2034, είτε από κοινοτικούς πόρους είτε από τη Σύμπραξη Δημόσιου-Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ)» ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας την ανάγκη για ένα μεγάλο άλμα αποτελεσματικότητας στη διαχείριση των υδάτινων πόρων.
Μαργαρίτης Σχοινάς: Έχουμε μοναδικό brand ποιότητας
Όπως παραδέχθηκε, η Ελλάδα έχει χάσει πολύτιμο χρόνο στον συγκεκριμένο τομέα, καθώς οι παρεμβάσεις που υλοποιήθηκαν μέχρι σήμερα δεν είχαν την απαιτούμενη κλίμακα. «Η διαχείριση των υδάτινων πόρων ήταν ‘ψέκασμα’ πόρων εδώ κι εκεί» σημείωσε.
«Η χώρα χρειάζεται αυτό το μεγάλο άλμα αποτελεσματικότητας στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, έργα μεγάλης εμβέλειας, που θα αλλάξουν τη Θεσσαλία, που θα αλλάξουν περιοχές οι οποίες είναι δέσμιες αυτού του σημερινού μοντέλου, που πια έφτασε στα όριά του» πρόσθεσε.
Πέρα από τις επενδύσεις στις υδάτινες υποδομές, ο κ. Σχοινάς προσδιόρισε τη συνεργασία και την τεχνολογία ως τους άλλους δύο βασικούς πυλώνες για τη διατήρηση της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής παραγωγής τις επόμενες δεκαετίες.
«Έχουμε μικρό κλήρο, έχουμε κατακερματισμένη γη, έχουμε πολλές δυσκολίες στην περιφέρεια, αγωνιζόμαστε ακόμη να συμπληρώσουμε το Κτηματολόγιο. Αν δεν βρούμε, μέσα από τη συνεργασία των παραγωγών, του κράτους και των συνεταιρισμών, τον τρόπο να κάνουμε διαχείριση της γης που θα μας οδηγήσει σε μεγάλη κλίμακα, πάντοτε θα έχουμε ένα έλλειμμα αποτελεσματικότητας και θα είμαστε δέσμιοι αυτής της σημερινής κατάστασης του κατακερματισμού» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, αναφέροντας ως παραδείγματα τα υδροπονικά θερμοκήπια, την ευφυή γεωργία και τη διαχείριση δεδομένων. Πρόκειται, όπως είπε, για ένα αναδυόμενο τεχνολογικό οικοσύστημα, το οποίο ήδη δημιουργεί μικρές επαναστάσεις σε τοπικό επίπεδο και αναμένεται να μεταβάλει σημαντικά τις δυνατότητες των Ελλήνων παραγωγών.
Aπό τις επιδοτήσεις στην παραγωγή προστιθέμενης αξίας
Στο πλαίσιο της συζήτησης για το μέλλον της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής έως το 2040, ο υπουργός υποστήριξε ότι η στρατηγική της χώρας πρέπει να στηριχθεί στην ποιότητα, στην εξωστρέφεια και στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας και όχι αποκλειστικά στις αγροτικές ενισχύσεις.
Για να αναδείξει τις δυνατότητες προσαρμογής της ελληνικής γεωργίας, επικαλέστηκε το παράδειγμα της Κεντρικής Μακεδονίας, όπου τις προηγούμενες δεκαετίες μεγάλες εκτάσεις καπνοκαλλιέργειας αντικαταστάθηκαν από δυναμικές εξαγωγικές καλλιέργειες, όπως τα ακτινίδια, τα κεράσια και τα σπαράγγια.
«Δεν έχουμε τις μεγάλες εκτατικές καλλιέργειες, δεν έχουμε ποσότητες, δεν έχουμε όγκο. Έχουμε όμως ένα μοναδικό, ανεπανάληπτο, παγκοσμίως αναγνωρισμένο brand ποιότητας. Τα προϊόντα μας ο κόσμος τα ψάχνει, τα θέλει. Τα 40 εκατομμύρια τουρίστες που έρχονται το καλοκαίρι, όταν πηγαίνουν στις χώρες τους ψάχνουν να βρουν τη φέτα, το λάδι, το κρασί, τα φρούτα» είπε χαρακτηριστικά, τονίζοντας πως το πραγματικό ζητούμενο είναι πώς τα επόμενα 40 χρόνια «θα παραμείνει η χώρα στην κορυφή της ποιότητας στην αγροδιατροφή και δεν θα χάσει χρόνο σε καλλιέργειες που είναι καταδικασμένες, είτε από την αγορά είτε από τους περιορισμένους φυσικούς πόρους».
Αναφερόμενος στο ρόλο του ιδιωτικού τομέα, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης εκτίμησε πως ο ιδιωτικός τομέας «θα είναι μπροστάρης σε αυτή την προσπάθεια των επόμενων 40 χρόνων για την ποιότητα» και «θα μας δείξει πού πάνε οι αγορές, πού είναι οι τιμές, πού είναι οι ευκαιρίες, θα μας δώσει λύσεις για το νερό, για την τεχνολογία, για την κατάρτιση».
Η Πολιτεία, όπως τόνισε, θα παρέχει το ρυθμιστικό πλαίσιο, το οποίο πρέπει να είναι ευέλικτο, αντιγραφειοκρατικό. «Να έχει στο μυαλό του όχι μόνο την Ελλάδα με το απλωμένο χέρι που περιμένει τις επιδοτήσεις, αλλά και την Ελλάδα της αγροδιατροφής που περιμένει επενδύσεις. Θα πρέπει επίσης να παλέψουμε ώστε το νέο σύστημα αγροτικών πληρωμών να είναι διαφανές, αποτελεσματικό και να αποκαθιστά το κύρος της χώρας στην Ευρώπη. Και, τέλος, να βεβαιωθούμε ότι στα επόμενα 20-30 χρόνια θα έχουμε τους ευρωπαϊκούς πόρους που απαιτούνται, έτσι ώστε η ελληνική γεωργία να κάνει αυτό το άλμα προς την ποιότητα» υπογράμμισε.