Στα βουνά της Αρκαδίας, η Ζέρζοβα δίνει μαθήματα τροφοσυλλογής και παραδοσιακής ελληνικής κουζίνας.

Μισή ώρα μακριά από τη Δημητσάνα, περνώντας από την ιστορική Ζάτουνα και καταμεσής στην εξοχή, βρίσκεται η παραδοσιακή ταβέρνα Ζέρζοβα, το σπίτι της Ευαγγελίας Μαυρίκη και του Γιάννη Αγγελακόπουλου. Από τη λουλουδιασμένη αυλή της, στο ξέφωτο της Γορτυνίας, προβάλλουν τα χωριά Καρύταινα και Ανδρίτσαινα. Εκεί που το βλέμμα αγγίζει τις βουνοκορφές δεσπόζει επιβλητικός ο Ταΰγετος, πριν η προσοχή του επισκέπτη στραφεί στα βάθη του Ιονίου πελάγους που καιροφυλακτούν στην άλλη άκρη του ορίζοντα

Η aρχή της ιστορίας: Το καφενεδάκι στην πλατεία της Παναγιάς

Η ιστορία ξεκινά πριν από περίπου 25 χρόνια, όταν ένα καφενεδάκι στην πλατεία του χωριού Παναγιά μετατράπηκε στην πρώτη, την παλιά Ζέρζοβα της ορεινής Αρκαδίας. Τα κλειδιά ανήκαν στη μητέρα του Γιάννη, την Ελένη Αγγελακοπούλου. Αργότερα στην ταβέρνα μπήκε και ο Γιάννης, κτηνοτρόφος, τροφοσυλλέκτης και τυροκόμος, με τη σύζυγό του Βαγγελιώ Μαυρίκη, δεινή οικιακή μαγείρισσα η ιδία.

Το πιάτο που τους έκανε γνωστούς στην πρώιμη εποχή της ταβέρνας ήταν σίγουρα οι χυλοπίτες με το καμένο βούτυρο. Σήμερα ολόκληρη η γαστρονομική παράδοση της Αρκαδίας, αλλά και ολόκληρης της ορεινής Πελοποννήσου, περνά μέσα από τις κατσαρόλες, τα ταψιά, τον ξυλόφουρνο και τα αδιάκοπα χέρια της Βαγγελιώς, που καθημερινά ζυμώνουν, πλάθουν, φουρνίζουν και μαγειρεύουν.

Είναι η Ζέρζοβα η κορυφαία ταβέρνα στην Ελλάδα;

Η Βαγγελιώ και ο Γιάννης υπηρετούν με ζήλο και αφοσίωση ένα εστιατορικό μοντέλο της ελληνικής υπαίθρου που κινδυνεύει με εξαφάνιση, μένοντας πιστοί στις γευστικές παραδόσεις του τόπου τους. Στη Ζέρζοβα δεν θα βρείτε τίποτα βιαστικό, επιτηδευμένο ή νεωτεριστικό. Εδώ ζυμώνουν το δικό τους προζυμένιο ψωμί, καλλιεργούν στο μποστάνι τους τα δικά τους οπωροκηπευτικά και τυροκομούν το εξαιρετικό αιγοπρόβειο τυρί τους. Έχουν δικό τους κοτέτσι με κότες και κοκόρια και, όσο αντέχουν, κρατούν στα βουνά ένα μικρό κοπάδι με αρνιά και κατσίκια. Παράλληλα, στηρίζουν έμπρακτα τους παραγωγούς της Γορτυνίας, αγοράζοντας τις πρώτες ύλες που δεν καλλιεργούν οι ίδιοι. Από την κουζίνα της Βαγγελιώς βγαίνουν καθημερινά μαγειρευτά πιάτα γεμάτα θαλπωρή και βαθιά νοστιμιά.

Ένα τραπέζι γεμάτο παράδοση

Ο πλούτος των μαγειρευτών φαγητών και των παραδοσιακών παρασκευών ξεχειλίζει και εντυπωσιάζει: κόκορας κοκκινιστός, κουνέλι με δεντρολίβανο, αρνάκι λαδορίγανη, χοιρινό με σέλινο, λαχανοντολμάδες και σούπα τραχανά με άγρια εποχικά μανιτάρια. Οι χορτόπιτες φτιάχνονται με χυλό και άγρια χόρτα του βουνού και ψήνονται στον ξυλόφουρνο, ενώ οι χυλοπίτες σερβίρονται με καμένο βούτυρο και μυζήθρα.

«Υπάρχουν επισκέπτες, ειδικότερα από την Αθήνα, που αρνούνται να δοκιμάσουν τα μαγειρευτά και μας ζητούν μπριζόλες με πατάτες τηγανητές ή κοτόπουλο στη σχάρα. Αυτό μας στεναχωρεί και μας προβληματίζει παράλληλα. Επιπλέον βιάζονται πολύ. Βιάζονται να καθίσουν, να εξυπηρετηθούν, να γευματίσουν, και δεν απολαμβάνουν. Οι άνθρωποι των αστικών κέντρων έχουν γίνει δέσμιοι του τρόπου ζωής τους», μου λέει ο Γιάννης, καθώς φέρνει να δοκιμάσουμε μερικά εξαιρετικά μανιτάρια που έχει συλλέξει ο ίδιος από το βουνό πριν ξεπροβάλλει η Βαγγελιώ με ένα βαθύ πιάτο με έναν διαυγή ζωμό. Είναι η βραστή γίδα με τη συγκινητική της νοστιμιά, με ντόπιο κρέας, σέλινο και κρεμμύδι.

Ένα φθινοπωρινό απόγευμα στην Ζέρζοβα

Εκείνη τη Δευτέρα, μια μέρα πιο ήσυχη μετά τον βομβαρδισμό της Κυριακής από επισκέπτες, ευτυχήσαμε να δοκιμάσουμε εξαιρετικά άγρια χόρτα πλάι στη τη μοναδική τους αιγοπρόβεια φέτα, και τα δύο πιάτα αρτυμένα με το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο από τις δικές τους ελιές. Δοκιμάσαμε ακόμα λουκάνικο, αγριογούρουνο στα κάρβουνα, πρόβατο φουρνιστό στη λαδόκολλα, τις τελευταίες ντομάτες της χρονιάς από το μποστάνι του Γιάννη και φυσικά τις βουτυρωμένες, καμένες χωριάτικες χυλοπίτες, το πιάτο σήμα κατατεθέν. Όλα αυτά ένα δροσερό φθινοπωρινό απόγευμα Δευτέρας, την καλύτερη εποχή του χρόνου, φωλιασμένοι σε μια κοιτίδα παράδοσης και λαογραφικής μοναδικότητας.

Όσο η Γη αντέχει

«Όσο η Γη αντέχει», μου είχε πει κάποτε ο Γιάννης. Αυτές τις τέσσερις λέξεις τις έχω κρατήσει βαθιά ριζωμένες μέσα μου σαν φυλαχτό, και κάθε φορά που τον επισκέπτομαι τις ανακαλώ στη μνήμη, ως μια προφητική ερμηνεία για τη Γη και τους καρπούς της. Όσο η Γη αντέχει, και όταν σταματήσει να μας δίνει τα κοπιαστικά κερδισμένα αγαθά της, τότε θα έχουμε φτάσει στο σημείο μηδέν. Ευλογημένοι όσοι άνθρωποι, σαν τη Βαγγελιώ και τον Γιάννη, μας απομακρύνουν έστω και για λίγο ακόμα από αυτό το σημείο μηδέν.

info
Κοινότητα Μάρκου, Γορτυνία, τηλ. 6932847358, Ωράριο: ΠΑ- ΚΥ 12,30 -21.00 / ΔΕ 12.30 -17.30 ΤΡ-ΤΕ-ΠΕ Κλειστά.