Η ελληνική αγροτική παραγωγή διαθέτει ποιοτικά προϊόντα, αλλά συχνά δεν γνωρίζει τι ζητάει η αγορά. Ο Απόστολος Αποστολάκος εξηγεί στο Cantina Academy Round Table που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026, πού χάνεται η αξία και γιατί η πληροφορία πρέπει να φτάνει εγκαίρως στον αγρότη.

Το πρόβλημα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής δεν περιορίζεται στο κόστος, στις καλλιεργητικές μεθόδους ή στο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων. Ένα σημαντικό μέρος του βρίσκεται στην απόσταση που χωρίζει τον παραγωγό από τον τελικό καταναλωτή. Αυτή ήταν η βασική θέση που ανέπτυξε ο Απόστολος Αποστολάκος, σύμβουλος επιχειρήσεων και πρώην διευθύνων σύμβουλος του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών και Αλιείας (ΟΚΑΑ), στο Cantina Academy Round Table για το μέλλον της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής έως το 2040.

Με πολυετή εμπειρία στο εμπόριο τροφίμων και στη λειτουργία των κεντρικών αγορών, ο Απόστολος Αποστολάκος υποστήριξε ότι οι Έλληνες αγρότες, συχνά, παράγουν χωρίς να γνωρίζουν επαρκώς ποιοι θα αγοράσουν τα προϊόντα τους, σε ποια μορφή και μέσα από ποια κανάλια διάθεσης. «Η αγορά είναι καταναλωτές και κανάλια διάθεσης», ανέφερε, εξηγώντας ότι η γνώση της παραγωγής δεν αρκεί όταν απουσιάζει η αντίστοιχη εμπορική οργάνωση.

Παράγουμε φακές, αλλά εισάγουμε σνακ από φακές

Για να εξηγήσει τι εννοεί, χρησιμοποίησε το παράδειγμα των οσπρίων. Η Ελλάδα διαθέτει παραγωγή φακής, αλλά την ίδια στιγμή εισάγει από χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης επεξεργασμένα προϊόντα, όπως κράκερ, κροκέτες και τσιπς από φακές.

Αυτό το παράδειγμα, αναδεικνύει μια αδυναμία της ελληνικής αγροδιατροφής, το οποίο ενώ διαθέτει την πρώτη ύλη, δεν αξιοποιεί πάντοτε τις δυνατότητες μεταποίησης και δημιουργίας προϊόντων που απευθύνονται σε διαφορετικές καταναλωτικές ανάγκες.

Ο Αποστολάκος αναφέρθηκε, επίσης, στην αυξανόμενη διεθνή ζήτηση για προϊόντα με πρωτεΐνη, επισημαίνοντας ότι οι παραγωγοί πρέπει να παρακολουθούν τις αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες και να αναζητούν νέες εμπορικές ευκαιρίες. Κατά την άποψή του, η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσο παράγουμε, αλλά και από το τι μπορούμε να προσφέρουμε στον καταναλωτή πέρα από την πρώτη ύλη.

Τα ντοματίνια και οι μικρότερες συσκευασίες

Ένα δεύτερο παράδειγμα αφορούσε στα ντοματίνια και τη συσκευασία τους. Όπως παρατήρησε, στην ελληνική αγορά εξακολουθούν να κυκλοφορούν προϊόντα σε ποσότητες που δεν ανταποκρίνονται απαραίτητα στις ανάγκες των σημερινών νοικοκυριών. Αναφέρθηκε σε συσκευασίες του ενός κιλού, οι οποίες μπορεί να έχουν υψηλό συνολικό κόστος για τον καταναλωτή, όταν σε άλλες αγορές διατίθενται μικρότερες ποσότητες, των 50, 100 ή 200 γραμμαρίων.

Η παρατήρησή του συνδέθηκε με τις δημογραφικές αλλαγές. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά και οι μικρότερες οικογένειες δεν αγοράζουν τρόφιμα με τον ίδιο τρόπο που αγόραζαν οι πολυμελείς οικογένειες προηγούμενων δεκαετιών. Επομένως, ακόμη και ένα ποιοτικό αγροτικό προϊόν μπορεί να δυσκολευτεί να βρει αγοραστή όταν η ποσότητα, η συσκευασία ή η τιμή του δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του. Για τον Αποστολάκο, η γνώση του καταναλωτή πρέπει να προηγείται των αποφάσεων για την παραγωγή και την εμπορική διάθεση.

«Μπορούμε να είμαστε το μπουτίκ μαγαζί του κόσμου»

Συγκρίνοντας την Ελλάδα με μεγαλύτερες παραγωγικές χώρες, ο Απόστολος Αποστολάκος υποστήριξε ότι δεν έχει νόημα να επιδιώκουμε τον ανταγωνισμό αποκλειστικά με όρους ποσότητας ή χαμηλού εργατικού κόστους. Αντίθετα, θεωρεί ότι η ελληνική αγροδιατροφή μπορεί να αξιοποιήσει την ποιότητα, την ταυτότητα και την ιδιαίτερη αξία των προϊόντων της. «Μπορούμε να είμαστε το μπουτίκ μαγαζί του κόσμου», ήταν μια από τις χαρακτηριστικές διατυπώσεις του.

Η προσέγγισή του δεν περιορίζεται στην παραγωγή ακριβότερων τροφίμων. Προϋποθέτει οργανωμένη παρουσία στις αγορές, γνώση των εμπορικών δικτύων και δυνατότητα προσαρμογής των προϊόντων στις ανάγκες των αγοραστών. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, σε χώρες που έχουν αναπτύξει ισχυρή εξαγωγική παρουσία στα αγροτικά προϊόντα, αξιοποιώντας τις συνεργασίες με μεγάλες ευρωπαϊκές αλυσίδες λιανικής.

Ο πιο εκτεθειμένος επαγγελματίας

Ο Απόστολος Αποστολάκος περιέγραψε την αβεβαιότητα που αντιμετωπίζει καθημερινά ο Έλληνας αγρότης, αναφέροντας πως «Ο αγρότης στην Ελλάδα είναι ο πιο εκτεθειμένος επαγγελματίας», ανέφερε, προσθέτοντας ότι συχνά στηρίζεται στο «πρώτα ο Θεός», «έχει ο Θεός» και «δόξα σοι ο Θεός».

Ωστόσο, πίσω από αυτή τη διατύπωση βρίσκεται ένα ουσιαστικό πρόβλημα: ο παραγωγός καλείται να αποφασίσει τι θα καλλιεργήσει, πόσο θα επενδύσει και πού θα διαθέσει το προϊόν του, χωρίς να έχει πάντοτε πρόσβαση σε αξιόπιστα στοιχεία για τις ανάγκες της αγοράς. Ενώ η πληροφορία υπάρχει σε υπουργεία, πανεπιστήμια και άλλους φορείς, δεν φτάνει οργανωμένα στον άνθρωπο που πρέπει να πάρει την απόφαση.

Η πληροφορία που δεν φτάνει ποτέ στον παραγωγό

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά του στις πληροφορίες που συγκεντρώνουν οι ελληνικές πρεσβείες και οι εμπορικοί ακόλουθοι στο εξωτερικό. Αντλώντας από την εμπειρία του στον ΟΚΑΑ, περιέγραψε την ύπαρξη αναφορών για ξένες αγορές, οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν παραγωγούς και επιχειρήσεις να κατανοήσουν τη ζήτηση, τον ανταγωνισμό και τις εμπορικές ευκαιρίες. Έφερε ως παράδειγμα ενημερωτικό υλικό από την Ισπανία σχετικά με την αγορά ψαριών, το οποίο, όπως περιέγραψε, δεν ήταν γνωστό στους επαγγελματίες στους οποίους απευθυνόταν.

«Υπάρχει πληροφορία στο κράτος που μένει είτε στους υπολογιστές είτε στα γραφεία κάποιων στελεχών», ανέφερε. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι μόνο η συγκέντρωση των δεδομένων, αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο αυτά θα φτάσουν στον αγρότη σε απλή, κατανοητή και αξιοποιήσιμη μορφή.

Πρότεινε ουσιαστικά μια πιο οργανωμένη διαδικασία ενημέρωσης, με τη συμμετοχή της πολιτείας, των πανεπιστημίων και των φορέων της αγοράς, ώστε οι παραγωγοί να γνωρίζουν εγκαίρως τις αλλαγές που τους αφορούν.

Από τη γνώση της καλλιέργειας στη γνώση της αγοράς

Ο Απόστολος Αποστολάκος αναγνώρισε ότι υπάρχουν ήδη παραγωγοί και συνεταιρισμοί που έχουν καταφέρει να αναπτύξουν επιτυχημένη εμπορική δραστηριότητα. Ωστόσο, θεωρεί ότι οι περιπτώσεις αυτές πρέπει να πάψουν να αποτελούν εξαιρέσεις. Έδωσε ιδιαίτερη σημασία στους νεότερους αγρότες, οι οποίοι μπορούν να αξιοποιήσουν ευκολότερα τα ψηφιακά εργαλεία και τις νέες μορφές ενημέρωσης. Το ζητούμενο για την ελληνική γεωργία του 2040, όπως προέκυψε από την τοποθέτησή του, είναι να μην περιορίζεται ο παραγωγός στην καλλιέργεια ενός προϊόντος, αλλά να γνωρίζει ποιος το χρειάζεται, πώς το αγοράζει και πόσα είναι διατεθειμένος να πληρώσει γι’ αυτό.

Η σύνδεση της παραγωγής με την αγορά δεν αποτελεί, επομένως, μόνο ζήτημα πωλήσεων. Είναι μια αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αποφασίζουμε τι θα καλλιεργήσουμε, πώς θα το συσκευάσουμε και πού θα το διαθέσουμε.