Η σύνδεση της Μεσσηνίας με δύο από τα πιο εμβληματικά προϊόντα της ελληνικής γης, το ελαιόλαδο και το κρασί, δεν αναπτύχθηκε στη σύγχρονη εποχή. Οι ρίζες της ανάγονται στη μυκηναϊκή εποχή, πριν από περισσότερα από 3.000 χρόνια, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα που έχει φέρει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στο Ανάκτορο του Νέστορος, στον Άνω Εγκλιανό.

Πίθοι, ψευδόστομοι αμφορείς, κεραμικά σκεύη και πινακίδες της Γραμμικής Β΄ συνθέτουν την εικόνα δύο προϊόντων με σημαντική θέση στην οικονομία της μυκηναϊκής Πύλου. Το κρασί και το ελαιόλαδο συγκεντρώνονταν, αποθηκεύονταν και καταγράφονταν στο πλαίσιο μίας ιδιαίτερα οργανωμένης διοικητικής διαχείρισης, ενώ στην περίπτωση του ελαιολάδου τεκμηριώνεται επιπλέον η μεταποίησή του για την παρασκευή αρωματικών ελαίων.

Τα ευρήματα στο Ανάκτορο του Νέστορος

Το Ανάκτορο του Νέστορος, κοντά στη σημερινή Χώρα Μεσσηνίας, προσφέρει μία από τις πληρέστερες εικόνες για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ένα μυκηναϊκό ανακτορικό κέντρο. Κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. αποτελούσε τη διοικητική έδρα του βασιλείου της Πύλου, ενώ οι περίπου 1.100 πινακίδες Γραμμικής Β΄ που βρέθηκαν εκεί φωτίζουν πτυχές της οικονομίας, της διοίκησης και της καθημερινής λειτουργίας του. Στις πινακίδες το ίδιο το κέντρο αναφέρεται ως pu-ro, δηλαδή Πύλος.

Ανάμεσα στις πληροφορίες που παρέχουν οι πινακίδες, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν εκείνες που σχετίζονται με το κρασί και το ελαιόλαδο.

Η Αποθήκη του Οίνου

Η σημασία του κρασιού γίνεται αντιληπτή ήδη από την οργάνωση του ίδιου του ανακτορικού συγκροτήματος. Βόρεια του κεντρικού κτηρίου, έξω από τα όρια του κυρίως Ανακτόρου, υπήρχε ένα ανεξάρτητο δίχωρο κτίσμα, το οποίο οι αρχαιολόγοι έχουν ταυτίσει με την Αποθήκη του Οίνου.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι το δωμάτιο 105. Εκεί ήταν τοποθετημένοι σε σειρές 35 μεγάλοι πίθοι για την αποθήκευση κρασιού. Δεν πρόκειται, επομένως, για μεμονωμένα αγγεία, αλλά για έναν οργανωμένο αποθηκευτικό χώρο, ο οποίος φανερώνει ότι το κρασί συγκεντρωνόταν σε σημαντικές ποσότητες και αποτελούσε μέρος της ελεγχόμενης οικονομικής δραστηριότητας του Ανακτόρου.

Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η Αποθήκη του Οίνου ήταν ένα «οινοποιείο» με τη σύγχρονη έννοια. Μέχρι σήμερα, τα δημοσιευμένα ευρήματα από τον χώρο τεκμηριώνουν με σαφήνεια την αποθήκευση και τη διαχείριση του κρασιού, όχι όμως την ύπαρξη ληνού, δηλαδή πατητηριού, όπου γινόταν η έκθλιψη των σταφυλιών. Η διάκριση έχει σημασία, αφού τα ευρήματα δεν επιτρέπουν να προσδιοριστεί ο χώρος όπου γινόταν η οινοποίηση.

Το ελαιόλαδο

Εξίσου σημαντική ήταν η θέση του ελαιολάδου. Στο Ανάκτορο υπήρχαν ειδικοί χώροι για τη φύλαξη τόσο του κοινού όσο και του αρωματικού ελαίου, ενώ οι μεγάλοι πίθοι και οι ψευδόστομοι αμφορείς που έχουν βρεθεί μαρτυρούν την οργανωμένη αποθήκευση και διακίνησή του.

Το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι αποθηκευτικοί χώροι βρίσκονταν κοντά στην Αίθουσα του Θρόνου φανερώνει τη σημασία που είχε το ελαιόλαδο για την οικονομική λειτουργία του Ανακτόρου.

Όπως και στην περίπτωση του κρασιού, για το οποίο δεν έχουν μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί εγκαταστάσεις οινοποίησης, έτσι και για το ελαιόλαδο δεν έχει τεκμηριωθεί η ύπαρξη ελαιοτριβείου στο Ανάκτορο.

Αυτό που τεκμηριώνεται επιστημονικά είναι ότι το ελαιόλαδο αποθηκευόταν σε σημαντικές ποσότητες και αποτελούσε αντικείμενο συστηματικής διοικητικής διαχείρισης. Και από αυτό το σημείο η ιστορία του γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Τα αρωματικά έλαια

Για τους κατοίκους της μυκηναϊκής Πύλου, το λάδι δεν είχε μόνο διατροφική χρήση. Αποτελούσε επίσης τη βάση για την παρασκευή αρωματικών ελαίων, προϊόντων υψηλής αξίας που συνδέονταν με καλλωπιστικές, ιατρικές και τελετουργικές χρήσεις.

Εδώ οι πινακίδες της Γραμμικής Β΄ αποδεικνύονται πολύτιμες. Οι καταγραφές τους αποκαλύπτουν ένα οργανωμένο σύστημα εργασίας με παράδοση πρώτων υλών, ειδικευμένους τεχνίτες, ποσότητες ελαίου, δοχεία μεταφοράς και ανθρώπους που ήταν υπεύθυνοι για την παραγωγή ή την παραλαβή.

Μάλιστα, ορισμένοι από αυτούς βγαίνουν από την ανωνυμία έπειτα από περισσότερα από 3.000 χρόνια. Ανάμεσά τους βρίσκονται ο Φίλαιος και ο Θυέστης, δύο αρωματοποιοί τα ονόματα των οποίων εμφανίζονται σε καταγραφές σχετικές με πρώτες ύλες που ήταν απαραίτητες για την παρασκευή των αρωματικών ελαίων.

Μια πινακίδα και 518 λίτρα αρωματικού ελαίου

Η μικρή πήλινη πινακίδα Γραμμικής Β΄, που βρέθηκε στο αρχειοφυλάκειο του Ανακτόρου και σήμερα φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ίσως είναι το πιο χαρακτηριστικό τεκμήριο αυτής της δραστηριότητας. Στην πινακίδα καταγράφεται συναλλαγή που αφορά 518,4 λίτρα αρωματικού ελαίου, ενώ αναφέρονται επίσης 38 ψευδόστομοι αμφορείς, των οποίων η συνολική χωρητικότητα αντιστοιχούσε στην παραπάνω ποσότητα.

Η ποσότητα είναι εντυπωσιακή από μόνη της. Τα περισσότερα από 500 λίτρα αρωματικού ελαίου μαρτυρούν μια συναλλαγή σημαντικής κλίμακας, η οποία βρισκόταν υπό τον έλεγχο του ανακτορικού μηχανισμού και καταγραφόταν με ακρίβεια.

Οι γραπτές μαρτυρίες δεν είναι οι μόνες ενδείξεις. Νεότερη μελέτη των αγγείων που έχουν βρεθεί στο δωμάτιο 60 του Ανακτόρου επανεξέτασε τη χρήση τους και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένα μέρος τους χρησιμοποιείτο ως εξοπλισμός για την παρασκευή αρωματικού ελαίου, ενώ άλλα αγγεία συνδέονταν με διαφορετικές δραστηριότητες.

Το Ανάκτορο του Νέστορος, το καλύτερα σωζόμενο μυκηναϊκό ανακτορικό συγκρότημα σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα κι ένα από τα μεγαλύτερα μυκηναϊκά κέντρα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (1680-1200 π.Χ.), καταστράφηκε από μία μεγάλη πυρκαγιά στα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ.