Η Ειρήνη Σπανούλη ακολουθούσε μια επαγγελματική διαδρομή που έμοιαζε προδιαγεγραμμένη με σπουδές στην Αθήνα, εργασία σε πολυεθνικές, γραφείο, meetings, στόχους και deadlines. Μέχρι που, λίγο μετά την καραντίνα, πήρε τηλέφωνο τον πατέρα της στη Λάρισα και τον ρώτησε αν προλάβαινε την προθεσμία για το πρόγραμμα Νέων Αγροτών.
Από «manager» σε «νέα αγρότισσα – οικονομολόγος»
Σε μικρό χρονικό διάστημα η Ειρήνη Σπανούλη άφησε πίσω της τα γραφεία και βρέθηκε στα χωράφια. Βέβαια, δεν βρέθηκε σε έναν εντελώς άγνωστο κόσμο, αφού η οικογένειά της είχε αγροτική δραστηριότητα και η ίδια είχε μεγαλώσει γνωρίζοντας από κοντά τις αγωνίες της καλλιέργειας. Αυτή τη φορά, όμως, έπρεπε να τις αντιμετωπίσει και η ίδια. Σήμερα, μάς συστήνεται ως «νέα αγρότισσα – οικονομολόγος».
Kατάγεται από τη Λάρισα, είναι απόφοιτη του Τμήματος Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει δύο μεταπτυχιακούς τίτλους, στη Λογιστική και Χρηματοοικονομική και στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA International). Εργάστηκε στην Αθήνα σε πολυεθνικές εταιρείες, καθώς επίσης και ως σύμβουλος στο υπουργείο Ανάπτυξης. Το 2021 εντάχθηκε στο πρόγραμμα Νέων Αγροτών και ασχολήθηκε με την καλλιέργεια αμυγδάλου, συνεχίζοντας την οικογενειακή αγροτική δραστηριότητα.
Είναι συνιδρύτρια της Ομάδας Παραγωγών «Καρπολόγιον», που δημιουργήθηκε το 2022 από Θεσσαλούς παραγωγούς με έδρα στη Γλαύκη Λάρισας. Το 2023 κατέκτησε την πρώτη θέση στην ελληνική διοργάνωση του προγράμματος Empowering Women in Agrifood (EWA) του EIT Food.
Συναντήσαμε την Ειρήνη Σπανούλη στη διαδρομή ανάμεσα σε δύο κόσμους που, όπως λέει και η ίδια, δεν χρειάζεται τελικά να επιλέξει μεταξύ τους.
Δείτε επίσης
Αύρα Πανουσοπούλου: Άφησε την Αθήνα για να δημιουργήσει την πρώτη σύγχρονη οικοτεχνία στην Αγιά Λάρισας

Σπούδασες και εργάστηκες για χρόνια στην Αθήνα, σε ένα εντελώς διαφορετικό επαγγελματικό περιβάλλον. Πώς ήταν η ζωή σου τότε και πώς φανταζόσουν την επαγγελματική σου πορεία;
Η καθημερινότητά μου είχε όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός νέου ανθρώπου που προσπαθεί να χτίσει τη καριέρα του στο ανταγωνιστικό περιβάλλον των επιχειρήσεων της Αθήνας. Γυρνώντας τον χρόνο πίσω, τολμώ πλέον να πω ότι είχα μια αρκετά καλή επαγγελματική εξέλιξη μέσα σε δύσκολες συγκυρίες για έναν νεοεισερχόμενο στην αγορά εργασίας με οικονομική κρίση, μνημόνια, brain drain και μια σκιά ανασφάλειας να βαραίνει κάθε βήμα.
Τότε φανταζόμουν την επαγγελματική μου πορεία μέσα σε διαδοχικούς τίτλους που κατέληγαν σε «manager», office look, meetings, checklists και goal settings με πολλά τικ. Αυτή ήταν, λίγο-πολύ, η εικόνα που είχα τότε για την επαγγελματική επιτυχία.
Πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά η σκέψη της επιστροφής πίσω; Υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή που είπες «φεύγω από την Αθήνα» ή ήταν μια απόφαση που ωρίμαζε καιρό;
Στη δική μου περίπτωση η απόφαση μάλλον ωρίμαζε για καιρό, όμως δεν την άφηνα να βγει προς τα έξω- ίσως δεν την φανέρωνα ούτε καν στον ίδιο μου τον εαυτό. Παρόλο που έβλεπα συνεχώς εξέλιξη στη δουλειά μου, υπήρχε πάντοτε ένα αίσθημα ανεκπλήρωτου. Μου αρέσει να οραματίζομαι, να δημιουργώ, να βλέπω κάτι να εξελίσσεται. Άρχισα, λοιπόν, να συνειδητοποιώ ότι μου έλειπε η αίσθηση πως όλη αυτή η προσπάθεια οδηγεί σε κάτι απτό. Παράλληλα, με γοήτευε πάντοτε η ιδέα του «να έχω κάτι δικό μου».
Η απόφασή μου ήρθε λίγο μετά τη καραντίνα. Ήξερα ότι υπάρχει πίσω η οικογενειακή αγροτική παραγωγή. Απ’ αυτήν άλλωστε μεγάλωσα και σπούδασα. Σκέφτηκα ότι το «κάτι δικό μου» είναι μπροστά στα μάτια μου. Και τι πιο απτό από έναν καρπό που μπορείς να πιάσεις στα χέρια σου και να γευτείς;
Ένα πρωί κάλεσα τον πατέρα μου και του είπα «προλαβαίνω την προθεσμία για το πρόγραμμα νέων αγροτών;» Κεραυνός εν αιθρία!
Τι ήταν τελικά δυσκολότερο: να φύγεις από την Αθήνα ή να επιστρέψεις στον τόπο που μεγάλωσες; Τι σε δυσκόλεψε περισσότερο στην προσαρμογή και τι από τη ζωή της Αθήνας σού έλειψε;
Συχνά σκέφτομαι ότι με ακολουθεί εκείνο το κλασικό δίλημμα της σχολικής έκθεσης: «πόλη ή χωριό;». Θυμάμαι ότι έπρεπε να επιχειρηματολογήσουμε για το τι κερδίζεις και τι χάνεις από κάθε επιλογή: περισσότερες ευκαιρίες αλλά και περισσότερο στρες στην πόλη, πιο ήρεμη ζωή αλλά και λιγότερες επιλογές στο χωριό. Στην πραγματική ζωή, βέβαια, τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απόλυτα.
Υπάρχει συχνά μια αρκετά ρομαντική εικόνα γύρω από την «επιστροφή στην επαρχία»: ότι αφήνεις πίσω την ένταση της μεγάλης πόλης και περνάς αυτομάτως σε μια πιο απλή και ήρεμη ζωή. Αυτό εν μέρει ισχύει. Όταν όμως θέλεις να εξελίξεις αυτό που κάνεις, η πραγματικότητα γίνεται λίγο πιο σύνθετη.
Η παραγωγή μας βρίσκεται στη Θεσσαλία, ωστόσο ένα σημαντικό μέρος της αγοράς στην οποία απευθυνόμαστε βρίσκεται στην Αθήνα. Πελάτες, συνεργάτες, εκθέσεις, συναντήσεις και επαφές απαιτούν συχνά φυσική παρουσία και, όσο κι αν η τεχνολογία έχει μικρύνει τις αποστάσεις, δεν γίνονται όλα από μια οθόνη.
Το δυσκολότερο κομμάτι για μένα, λοιπόν, ήταν –και παραμένει– να βρω μια ισορροπία ανάμεσα στην οικογένεια, στην παραγωγή και σε μια δουλειά που, για να προχωρήσει, απαιτεί κίνηση. Η μετάβαση, λοιπόν, που αρχικά έμοιαζε σαν μια απόφαση που θα με πήγαινε απλώς από τη μία ζωή στην άλλη, εξακολουθεί στην πράξη να είναι μέρος της καθημερινότητάς μου.
Είναι, ίσως, η μεγαλύτερη πρόκληση που χρειάζεται να διαχειριστώ, έχοντας συχνά μαζί και τη μικρή μου κόρη – τη «συνταξιδιώτριά μου», όπως την αποκαλώ. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και η γέφυρα που μου επιτρέπει να κρατώ πράγματα και από τους δύο κόσμους, πριν προλάβω πραγματικά να τα νοσταλγήσω.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Πόσο δύσκολο ήταν να ξεκινήσεις ουσιαστικά από την αρχή και πότε αισθάνθηκες για πρώτη φορά ότι μπορείς να πεις «είμαι αγρότισσα»;
Ήταν δύσκολο, γιατί έπρεπε να μάθω έναν καινούργιο επαγγελματικό κόσμο σχεδόν από την αρχή. Και δεν εννοώ μόνο την ίδια την καλλιέργεια. Έπρεπε να μάθω τη γλώσσα του, τους κώδικες επικοινωνίας του, τον τρόπο λειτουργίας του.
Χρειάστηκε, επίσης, να επαναπροσαρμόσω αρκετά τον τρόπο με τον οποίο είχα μάθει να σκέφτομαι και να δουλεύω. Προερχόμουν από έναν χώρο στον οποίο σχεδιάζεις, βάζεις στόχους, οργανώνεις ανθρώπους και πόρους και περιμένεις ότι η προσπάθεια θα σε οδηγήσει όσο γίνεται πιο κοντά στο αποτέλεσμα που έχεις σχεδιάσει.
Στη γεωργία γρήγορα καταλαβαίνεις ότι δεν ορίζεις μόνο εσύ τους κανόνες. Η γη και ο καιρός έχουν πάντα τον τελευταίο λόγο.
Αυτό το γνώριζα από παιδί. Θυμάμαι ότι έπρεπε να κάνω απόλυτη ησυχία όταν έπαιζε το δελτίο καιρού και ότι, όταν εμφανίζονταν μαύρα σύννεφα το καλοκαίρι, φοβόμουν το χαλάζι – όχι απλώς τη βροχή που θα μου χαλούσε το παιχνίδι έξω. Χρειάστηκε να μπω η ίδια στην παραγωγή για να καταλάβω τι σήμαινε εκείνη η αγωνία και τι διακυβεύεται όταν η δουλειά μιας ολόκληρης χρονιάς εξαρτάται και από παράγοντες που δεν μπορείς να ελέγξεις.
Και μετά συνειδητοποιείς ότι η δουλειά εξελίσσεται σχεδόν σε δύο επίπεδα. Πρώτα υπάρχει η γη: να παραχθεί ένας καλός καρπός μέσα σε όλες αυτές τις συνθήκες. Και όταν τελικά τα καταφέρεις, αρχίζει ένα δεύτερο παιχνίδι, με άλλους κανόνες και άλλα ρίσκα: η διαχείριση του προϊόντος, η αγορά, η τιμή, ο πελάτης. Έπρεπε να αρχίσω να καταλαβαίνω και τους δύο κόσμους και, κυρίως, πώς συνδέονται μεταξύ τους.
Πότε ακριβώς, μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία, άρχισα να λέω «είμαι αγρότισσα» και να μου ακούγεται φυσικό, δεν το θυμάμαι. Ακόμη και σήμερα, άλλωστε, συστήνομαι συχνά ως «νέα αγρότισσα – οικονομολόγος». Όχι γιατί το πρώτο δεν μου αρκεί – ίσα ίσα – αλλά γιατί νομίζω ότι αυτή είναι τελικά η επαγγελματική μου ταυτότητα. Οι δύο κόσμοι υπάρχουν μέσα μου και δεν αισθάνομαι ότι χρειάζεται να επιλέξω ανάμεσά τους.
Συνάντησες διαφορετικούς κώδικες επικοινωνίας και συνεργασίας επιστρέφοντας στη Θεσσαλία; Χρειάστηκε να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνείς, διαπραγματεύεσαι ή διεκδικείς πράγματα;
Η επαρχία ακολουθεί δικούς της κώδικες και ρυθμούς. Εδώ ο χρόνος μοιάζει να λειτουργεί σχεδόν αντίστροφα απ’ ό,τι στην Αθήνα. Από τη μια οι μικρές αποστάσεις εκμηδενίζουν τον χαμένο χρόνο της καθημερινότητας και από την άλλη υπάρχει λιγότερο η αίσθηση του κατεπείγοντος στις επαγγελματικές σχέσεις. Μαζί με τον ρυθμό αλλάζει και ο τρόπος επικοινωνίας, γίνεται πιο άμεσος και προσωπικός. Εδώ, κυριαρχεί η εμπιστοσύνη που χτίζεται μέσα από τη γνωριμία και τη καλή φήμη που έχεις προς τα έξω.
Κάπως έτσι πιάνεις τον εαυτό σου να επανασυστήνεται στον τόπο και τον τρόπο με τον οποίο μεγάλωσες. Χαίρεσαι που ξεμπέρδεψες γρήγορα με κάτι, εκνευρίζεσαι όταν μια απάντηση αργεί, διστάζεις λίγο περισσότερο να γράψεις «ευγενική υπενθύμιση» σ’ ένα email και προπαντός αποφεύγεις να καλείς το μεσημέρι, ειδικά το καλοκαίρι.
Οπότε ναι, χρειάστηκε να προσαρμοστώ. Να είμαι πιο υπομονετική ως προς τους χρόνους απόκρισης, και να δίνω περισσότερο χώρο στην προσωπική σχέση και στο χτίσιμο εμπιστοσύνης. Από την άλλη πλευρά, κράτησα από τη προηγούμενη επαγγελματική μου εμπειρία πράγματα που θεωρώ πολύτιμα: την οργάνωση, τη συνέπεια και την ανάγκη για σαφείς συμφωνίες.

Πώς σε αντιμετώπισαν οι άνθρωποι του τόπου σου; Υπήρξε δυσπιστία απέναντι σε μια νέα γυναίκα που ερχόταν από την Αθήνα, με σπουδές και εμπειρία από έναν εντελώς διαφορετικό επαγγελματικό κόσμο;
Δεν θα έλεγα ότι συνάντησα δυσπιστία επειδή ερχόμουν από έναν διαφορετικό επαγγελματικό κόσμο. Ο αγροτικός χώρος, όμως, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανδροκρατούμενος και θα ωραιοποιούσα την πραγματικότητα αν έλεγα ότι δεν έχω συναντήσει δυσκολίες λόγω του φύλου μου. Τις έχω συναντήσει κυρίως στις εμπορικές συναλλαγές, στις οποίες κάποιες φορές αισθάνομαι ότι ως νέα γυναίκα χρειάζεται να κερδίσω εξαρχής περισσότερο χώρο και να αποδείξω ότι γνωρίζω το αντικείμενό μου.
Από την πλευρά μου, προσπάθησα να μπω σε έναν νέο χώρο με διάθεση να μάθω. Να ακούσω ανθρώπους με βαθιά γνώση και εμπειρία της παραγωγής, να παρατηρήσω και να αποκτήσω σταδιακά τη δική μου εμπειρία. Στην πορεία χτίστηκε μια σχέση εμπιστοσύνης και αλληλοσεβασμού και νομίζω ότι αυτά τελικά κερδίζονται μέσα από τη δουλειά, τη συνέπεια και το αποτέλεσμα.
Ο πατέρας σου είχε ήδη ξεκινήσει την καλλιέργεια αμύγδαλων. Πώς μπήκες εσύ σε αυτή τη δραστηριότητα και ποιος ήταν ο δικός σου ρόλος στην εξέλιξή της;
Ο πατέρας μου είχε ήδη αρχίσει να φυτεύει αμυγδαλιές, δοκιμάζοντας μάλιστα νεότερα συστήματα φύτευσης και καλλιέργειας που τότε δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα στην περιοχή. Μπήκα σε αυτή τη δραστηριότητα με μεγάλη περιέργεια και με την ανάγκη πρώτα απ’ όλα να καταλάβω. Έγινα, λοιπόν, πάνω απ’ όλα ακροάτρια. Ρώτησα πολύ, παρατήρησα και δεν σταμάτησα να διαβάζω και να ψάχνω για το έδαφος και το νερό, για το κλίμα και την παγωνιά, για τις ποικιλίες και τις καλλιεργητικές πρακτικές. Παράλληλα, συμμετείχα σε σεμινάρια και γνώρισα παραγωγούς από διαφορετικές περιοχές και διαφορετικές καλλιέργειες. Η ανταλλαγή εμπειριών μαζί τους με βοήθησε να καταλάβω πόσο μεγάλη αξία έχει η ανταλλαγή γνώσης.
Σταδιακά άρχισα να μελετώ περισσότερο τις συνδέσεις: πώς η ποικιλία, ο τόπος και ο τρόπος καλλιέργειας επηρεάζουν τον καρπό, πώς η συγκομιδή και η διαχείρισή του επηρεάζουν την ποιότητα και τη φρεσκάδα του και, τελικά, πώς όλα αυτά φτάνουν μέχρι τη γεύση και τη διατροφική του αξία.
Κάπως έτσι άρχισα να βλέπω όλη τη δραστηριότητα ως μια ενιαία διαδρομή. Για μένα η δουλειά δεν τελειώνει όταν παράγεται ένας καλός καρπός. Έχει σημασία και τι θα συμβεί μετά: πώς θα τον διαχειριστείς, πώς θα διατηρήσεις τα χαρακτηριστικά του, πώς θα τον συσκευάσεις και τελικά σε ποια αγορά θα τον απευθύνεις. Εκεί άρχισα να φέρνω περισσότερο και τα δικά μου εργαλεία: να οργανώνω, να μετρώ, να συγκρίνω, να φτιάχνω δείγματα και να ζητώ feedback, να αναζητώ πελάτες και αγορές και να προσπαθώ να καταλάβω τι ζητά ο καθένας από το προϊόν.
Νομίζω ότι περίπου σε αυτό το σημείο διαμορφώθηκε και ο δικός μου ρόλος: να προσπαθώ να βλέπω αυτή τη διαδρομή συνολικά και να συνδέω την παραγωγή με το προϊόν και το προϊόν με την αγορά. Σταδιακά ήρθαν και πολύ χειροπιαστά αποτελέσματα για τη συνολική μας προσπάθεια: διακρίσεις σε διαγωνισμούς γεύσης, αλλά και οι πρώτες μας εξαγωγές, με τα αμύγδαλά μας να φτάνουν μέχρι επαγγελματίες της υψηλής γαστρονομίας στο Παρίσι.
Κάπου σε αυτή τη διαδρομή δημιουργήθηκε η Ομάδα Παραγωγών Καρπολόγιον. Πόσο εύκολο είναι να συνεργάζονται διαφορετικοί παραγωγοί και να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση;
Στην πραγματικότητα, η λογική της Ομάδας Παραγωγών είχε ξεκινήσει πολύ φυσικά, μέσα από την καθημερινή ανάγκη των παραγωγών να συζητήσουν και να μοιραστούν εμπειρίες και προβληματισμούς γύρω από την καλλιέργεια, τη διαχείριση του καρπού, τον καιρό, ακόμη και εμπορικά θέματα. Με απλά λόγια, είχε ήδη δημιουργηθεί άτυπα ένας πυρήνας παραγωγών που αντάλλασσαν απόψεις και ιδέες, μοιράζονταν εξοπλισμό και αναζητούσαν κοινές λύσεις. Κάποια στιγμή θελήσαμε να δώσουμε σε αυτή τη συνεργασία πιο οργανωμένη μορφή. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε το «Καρπολόγιον».
Επιλέξαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να μπορέσουμε να κάνουμε μαζί πράγματα που θα ήταν πολύ δυσκολότερο να κάνει ο καθένας μόνος του. Να έχουμε μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη, να μοιραζόμαστε γνώση και μέσα, να διαχειριστούμε και να διαθέσουμε καλύτερα τον καρπό μας και να μπορούμε να απευθυνθούμε με μεγαλύτερη συνέπεια στην αγορά.
Στην πράξη, βέβαια, η συνεργασία δεν είναι πάντα εύκολη. Στην Ελλάδα η έννοια του συνεταιρισμού κουβαλά το βάρος εμπειριών του παρελθόντος και μια επιφύλαξη που δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί. Και φυσικά κάθε παραγωγός έχει τη δική του εμπειρία, τη δική του άποψη. Μπορεί να έχουμε διαφορετική γνώμη για το πώς θα φτάσουμε κάπου, αρκεί να έχουμε συμφωνήσει πού θέλουμε να πάμε.

Στόχος σου είναι το αμύγδαλο να μη φεύγει από το χωράφι ως μια ακόμη πρώτη ύλη, αλλά να αποκτήσει ταυτότητα και προστιθέμενη αξία. Τι μπορεί να διαφοροποιήσει το ελληνικό αμύγδαλο από τον διεθνή ανταγωνισμό;
Νομίζω ότι το αμύγδαλο είναι ένα προϊόν πάνω στο οποίο μπορεί – και κατά τη γνώμη μου πρέπει – να χτιστεί ταυτότητα, στη λογική που έχει ακολουθηθεί και για άλλα αγροτικά προϊόντα, όπως το ε.π. ελαιόλαδο. Άλλωστε, έχει αποκτήσει πλέον σταθερή θέση στη σύγχρονη διατροφή, τόσο ως αυτοτελές snack όσο και ως πρώτη ύλη στη γαστρονομία. Είναι ένας καρπός με υψηλή διατροφική αξία, αλλά ταυτόχρονα με πολύ ενδιαφέροντα γευστικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά.
Το κόστος παραγωγής στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό από χώρες με πολύ μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας, όπως οι ΗΠΑ, σημαίνει ότι δύσκολα μπορούμε να ανταγωνιστούμε αποκλειστικά στην τιμή. Πρέπει επομένως να αναζητήσουμε τη θέση μας σε αγορές που αναζητούν την ποιότητα.
Και όταν μιλάμε για ποιότητα, μιλάμε για κάτι πολυδιάστατο. Είναι η ασφάλεια στον τρόπο παραγωγής και διαχείρισης, η ιχνηλασιμότητα και η φρεσκάδα, η διατροφική αξία, αλλά και η ίδια η γευστική εμπειρία: το άρωμα, η γλυκύτητα, η υφή, η τραγανότητα, η επίγευση. Και φυσικά είναι η δυνατότητα να προσφέρεις όλα αυτά με συνέχεια και συνέπεια.
Νομίζω ότι ένα σημαντικό επόμενο βήμα είναι να αρχίσουμε να μιλάμε περισσότερο για την ποικιλία, την προέλευση και το γευστικό προφίλ του αμυγδάλου. Να διερευνήσουμε περισσότερο ακόμη και την έννοια του terroir: πώς δηλαδή ο τόπος, το έδαφος και οι ιδιαίτερες συνθήκες μιας περιοχής μπορούν να αποτυπώνονται τελικά στον καρπό. Όπως έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε ότι δεν είναι όλα τα ελαιόλαδα ή όλα τα κρασιά ίδια, έτσι δεν είναι ίδια και όλα τα αμύγδαλα. Διαφορετικές ποικιλίες έχουν διαφορετικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά και μπορούν να αποκτήσουν διαφορετικό γαστρονομικό ρόλο.
Εκεί πιστεύω ότι βρίσκεται ένα σημαντικό κομμάτι της ευκαιρίας για το ελληνικό αμύγδαλο: να πάψει να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια ανώνυμη πρώτη ύλη και να αρχίσει να αναγνωρίζεται για την προέλευση, την ποικιλία, τα χαρακτηριστικά και την ποιότητά του.

Αν ερχόταν σήμερα σε εσένα μια γυναίκα με μια καλή δουλειά στην Αθήνα και σου έλεγε ότι σκέφτεται να τα αφήσει όλα και να επιστρέψει στον τόπο της για να ασχοληθεί με την παραγωγή, τι θα της έλεγες που θα ήθελες να είχε πει κάποιος σε εσένα όταν πήρες την ίδια απόφαση;
Πρώτα απ’ όλα θα της έλεγα να σκεφτεί πολύ, όχι μόνο αυτό που θέλει να αφήσει, αλλά κυρίως αυτό που θέλει να δημιουργήσει. Οι μεγάλες αλλαγές απαιτούν κάποιες ειλικρινείς απαντήσεις πρώτα από εμάς τους ίδιους. Να ξέρουμε γιατί τις κάνουμε, χωρίς να απαξιώνουμε αυτό που αφήνουμε πίσω ούτε να εξιδανικεύουμε αυτό που μας περιμένει.
Ο πρωτογενής τομέας είναι απαιτητικός και έχει μια αβεβαιότητα που δύσκολα αντιλαμβάνεσαι πραγματικά πριν τη ζήσεις. Εξαρτάσαι από τον καιρό, σήμερα ακόμη περισσότερο από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, και έχεις να αντιμετωπίσεις αυξημένα κόστη. Χρειάζεσαι εξοπλισμό, πόρους και ανθρώπους με βαθιά γνώση της γης, από τους οποίους να μπορείς να μάθεις. Και κυρίως χρειάζεται να αποδεχτείς ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τα πάντα, όσο καλά κι αν έχεις σχεδιάσει.
Θα της έλεγα όμως και κάτι ακόμη: να μην υποτιμήσει όλα όσα έχει μάθει στην προηγούμενη επαγγελματική της ζωή. Το κοντέρ τελικά δεν μηδενίζει. Παίρνεις μαζί σου γνώσεις, εμπειρίες και έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπεις τα πράγματα.
Και αν, έχοντας σκεφτεί όλα αυτά, εξακολουθεί να θέλει να το κάνει, τότε θα της έλεγα να το τολμήσει. Γιατί, παρά τις δυσκολίες, υπάρχει κάτι σχεδόν αρχέγονο και ταυτόχρονα πολύ δημιουργικό στο να παράγεις τροφή· να βλέπεις το αποτέλεσμα της δουλειάς σου, να το πιάνεις στα χέρια σου και τελικά να φτάνει στο τραπέζι κάποιου.
Δείτε επίσης
Άννα Άτσου: Άφησε τη διαφήμιση στην Αθήνα για να καλλιεργήσει μήλα στην Καστοριά
Κτήμα Βίγκα: Ένας θεολόγος και μία παραολυμπιονίκης «καλλιεργούν» το μέλλον τους στη Χίο
«Του τσοπάνη»: η 6η γενιά της φάρμας Γεωργούλη τυροκομεί στα βοσκοτόπια της Χίου