Τα μανιτάρια έχουν μια αξιοσημείωτη ικανότητα να προσαρμόζονται. Μπορούν να μπουν σε μια σάλτσα με ντομάτα, να συνοδεύσουν κρέας, να δώσουν χαρακτήρα σε μια κρέμα, να ενισχύσουν έναν ζωμό ή να κάνουν μια φυτική παρασκευή να μοιάζει γευστικά πληρέστερη. Δεν χρειάζεται καν να κυριαρχούν. Πολλές φορές η μεγαλύτερη συνεισφορά τους γίνεται σχεδόν αθόρυβα, με τα υπόλοιπα υλικά να βγαίνουν εντονότερα, τη σάλτσα να γίνεται πιο δεμένη και τη συνολική γεύση πιο πλούσια, χωρίς όμως να είναι προφανές το τι ακριβώς άλλαξε.
Αυτό που συμβαίνει, όμως, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα του χαρακτηριστικού αρώματος των μανιταριών. Στη σάρκα τους συνυπάρχουν αμινοξέα, νουκλεοτίδια, πεπτίδια, οργανικά οξέα και πτητικές ενώσεις, ενώ το σοτάρισμα δημιουργεί ακόμη περισσότερα αρωματικά μόρια. Κάποια ενεργοποιούν άμεσα τους υποδοχείς της γεύσης, άλλα ενισχύουν το umami και άλλα προσθέτουν εκείνη την αίσθηση πληρότητας που κάνει μια σάλτσα να φαίνεται πιο «στρογγυλή». Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, το γιατί τα μανιτάρια λειτουργούν τόσο καλά σε μια σάλτσα, παύει να είναι μαγειρικό μυστήριο και γίνεται υπόθεση φυσικοχημείας.

Umami, το μεγάλο πλεονέκτημα των μανιταριών
Ένα από τα σημαντικότερα συστατικά των μανιταριών είναι το ελεύθερο γλουταμικό, μαζί με άλλα αμινοξέα όπως το ασπαρτικό. Το γλουταμικό συνδέεται άμεσα με την αντίληψη της πέμπτης βασικής γεύσης, του umami, εκείνης της αίσθησης που περιγράφεται συχνά ως βαθιά ή «κρεάτινη». Όταν μπαίνει σε μια σάλτσα, δεν γίνεται απαραίτητα αντιληπτό ως ξεχωριστή γεύση. Αντίθετα, ενισχύει τη συνολική ένταση του πιάτου.
Στη γλώσσα υπάρχουν ειδικοί υποδοχείς, οι οποίοι αναγνωρίζουν το γλουταμικό. Όταν αυτό δεσμευθεί πάνω τους, ενεργοποιείται το νευρικό σήμα που ο εγκέφαλος ερμηνεύει ως umami. Τα μανιτάρια όμως έχουν ένα επιπλέον πλεονέκτημα, καθώς μαζί με το γλουταμικό περιέχουν και νουκλεοτίδια (GMP, IMP και AMP). Τα μόρια αυτά λειτουργούν συνεργιστικά με το γλουταμικό, σταθεροποιώντας την ενεργή μορφή του ίδιου υποδοχέα.
Σε πρακτικούς όρους αυτό σημαίνει ότι το άθροισμα μπορεί να είναι μεγαλύτερο από τα επιμέρους συστατικά. Η παρουσία γλουταμικού και νουκλεοτιδίων μαζί δημιουργεί πολύ ισχυρότερη αντίληψη umami από ό,τι θα προκαλούσε καθένα μόνο του. Γι’ αυτό και μια σάλτσα με μανιτάρια μπορεί να φαίνεται πλουσιότερη, χωρίς να έχει απαραίτητα περισσότερο λίπος ή πολύ περισσότερο αλάτι.
Γιατί το σοτάρισμα αλλάζει τόσο πολύ τη γεύση τους
Τα ωμά μανιτάρια έχουν αρκετά διαφορετικό αρωματικό προφίλ από τα καλά σοταρισμένα. Με τη θέρμανση μειώνεται η περιεκτικότητά τους σε νερό και, ταυτόχρονα, στην επιφάνειά τους ευνοούνται αντιδράσεις που δημιουργούν νέα αρωματικά μόρια. Ανάμεσά τους βρίσκονται ενώσεις που συνδέονται με καβουρδισμένες και γήινες νότες.
Ιδιαίτερο ρόλο παίζουν οι αντιδράσεις Maillard, δηλαδή οι πολύπλοκες αντιδράσεις μεταξύ αμινοξέων ή πεπτιδίων και σακχάρων κατά τη θέρμανση. Τα προϊόντα τους δεν περιορίζονται μόνο στο χρώμα ή στο γνώριμο άρωμα του ψημένου τροφίμου. Ορισμένα παράγωγα μπορούν να συμβάλουν και στην αίσθηση umami και kokumi, δημιουργώντας μεγαλύτερο γευστικό βάθος.
Γι’ αυτό τα μανιτάρια χρειάζονται χώρο και αρκετή θερμοκρασία στο τηγάνι. Όταν μαγειρεύονται στριμωγμένα και αποβάλλουν μεγάλες ποσότητες νερού, ουσιαστικά βράζουν στο ίδιο τους το υγρό. Η επιφάνειά τους παραμένει πιο υγρή, το ρόδισμα περιορίζεται και μαζί του χάνονται αρκετές από τις αρωματικές νότες, οι οποίες θα μπορούσαν αργότερα να περάσουν στη σάλτσα.

Τα αρώματα δεν λειτουργούν μόνο μέσω της μύτης
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία στη χημεία των μανιταριών αφορά τις πτητικές ενώσεις τους. Θειούχες ενώσεις, αλδεΰδες και άλλα αρωματικά μόρια συμμετέχουν στο χαρακτηριστικό γήινο και «κρεάτινο» προφίλ τους. Η δράση τους όμως φαίνεται ότι δεν περιορίζεται στην όσφρηση.
Ορισμένες από αυτές τις ενώσεις μπορούν να επηρεάζουν και τη λειτουργία των υποδοχέων του umami, ενισχύοντας την απόκριση που προκαλεί το γλουταμικό. Έτσι, αυτό που αντιλαμβάνεται ο καταναλωτής ως «πιο νόστιμη» ή «πιο βαθιά» σάλτσα είναι ουσιαστικά αποτέλεσμα πολλών αισθητηριακών σημάτων που λειτουργούν ταυτόχρονα.
Κάπως έτσι εξηγείται και γιατί το έντονο ρόδισμα των μανιταριών πριν προστεθεί υγρό κάνει τόσο μεγάλη διαφορά. Η μυρωδιά που αναδύεται από το τηγάνι δεν είναι απλώς ευχάριστη προειδοποίηση για ό,τι θα ακολουθήσει. Είναι τμήμα της ίδιας της γευστικής εμπειρίας.

Kokumi, όταν μια σάλτσα αποκτά «σώμα»
Το umami δεν είναι η μοναδική εξήγηση. Στη σύγχρονη επιστήμη της γεύσης χρησιμοποιείται και ο όρος kokumi για να περιγράψει χαρακτηριστικά όπως η πληρότητα, η διάρκεια και η συνέχεια της γεύσης.
Το kokumi δεν θεωρείται ξεχωριστή βασική γεύση όπως το γλυκό ή το αλμυρό. Πρόκειται περισσότερο για ενίσχυση του συνολικού γευστικού αισθήματος. Ορισμένα πεπτίδια και ενώσεις που σχετίζονται με αμινοξέα μπορούν να αλληλεπιδρούν με τον κατάλληλο υποδοχέα στη γλώσσα και να κάνουν ένα τρόφιμο να φαίνεται πιο «γεμάτο».
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια σάλτσα. Ο στόχος δεν είναι μόνο η πρώτη δυνατή γεύση όταν φτάσει στο στόμα, αλλά και η διάρκειά της. Τα μανιτάρια μπορούν να προσθέσουν ακριβώς αυτή την αίσθηση συνέχειας, χωρίς να χρειάζεται πάντα μεγάλη ποσότητα λιπαρής ύλης.
Φρέσκα ή αποξηραμένα μανιτάρια;
Η επεξεργασία επηρεάζει σημαντικά τη χημική σύνθεση και το γευστικό αποτέλεσμα των μανιταριών. Τα αποξηραμένα μανιτάρια μπορούν να αποτελέσουν ιδιαίτερα συμπυκνωμένη πηγή γευστικών συστατικών και να χρησιμοποιηθούν ακόμη και σε μικρή ποσότητα για να ενισχύσουν ζωμούς ή σάλτσες.
Το υγρό της ενυδάτωσής τους, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν άχρηστο παραπροϊόν, καθώς περιέχει υδατοδιαλυτές ενώσεις που έχουν περάσει από το μανιτάρι στο νερό, άρα αυτό μπορεί να ενσωματωθεί στη σάλτσα, αφού φυσικά φιλτραριστεί καλά από τυχόν χώμα ή υπολείμματα.
Τα φρέσκα μανιτάρια, από την άλλη πλευρά, προσφέρουν υφή και επιτρέπουν καλύτερο έλεγχο του ροδίσματος. Ο συνδυασμός των δύο μπορεί επομένως να αξιοποιήσει διαφορετικές ιδιότητες, άρωμα και υφή από τα φρέσκα, συμπυκνωμένο γευστικό βάθος από τα αποξηραμένα.

Μπορούν τα μανιτάρια να βοηθήσουν και στη μείωση του αλατιού;
Η ένταση της γεύσης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το αλάτι. Όταν το umami και το kokumi είναι αρκετά ισχυρά, ένα τρόφιμο μπορεί να γίνεται αντιληπτό ως περισσότερο ικανοποιητικό, ακόμη και χωρίς μεγάλη αύξηση της αλατότητας. Αυτό κάνει τα μανιτάρια ιδιαίτερα ενδιαφέροντα για τη σύγχρονη ανάπτυξη τροφίμων, όπου συχνά ζητείται μείωση του νατρίου χωρίς να θυσιάζεται η γευστική αποδοχή.
Δεν σημαίνει ότι το umami αντικαθιστά αυτομάτως το αλάτι, αλλά ότι προσφέρει έναν διαφορετικό δρόμο, προς μια πιο σύνθετη και ολοκληρωμένη γεύση.
Το μυστικό μιας καλύτερης σάλτσας είναι τελικά η συνέργεια
Τα μανιτάρια λειτουργούν καλύτερα όταν δεν αντιμετωπίζονται απλώς σαν ένα ακόμη υλικό, που πρέπει να προστεθεί στην κατσαρόλα. Χρειάζονται σωστό ρόδισμα, χρόνο ώστε να χάσουν μέρος της υγρασίας τους και αρκετή θερμότητα ώστε να αναπτυχθούν τα αρώματα της επιφάνειάς τους. Στη συνέχεια, τα υγρά της σάλτσας μπορούν να παρασύρουν και να ενσωματώσουν πολλά από αυτά τα γευστικά μόρια στο τελικό πιάτο.
Η πραγματική τους δύναμη βρίσκεται στη συνέργεια. Γλουταμικό, νουκλεοτίδια, πεπτίδια και άλλες ενώσεις ενισχύουν το umami και το kokumi, προσθέτουν διάρκεια και πληρότητα, ενώ η θέρμανση δημιουργεί νέο αρωματικό πλούτο. Έτσι εξηγείται γιατί λίγα καλοσοταρισμένα μανιτάρια μπορούν να αλλάξουν τόσο αισθητά μια σάλτσα. Δεν πρόκειται για κάποιο μαγειρικό τέχνασμα. Είναι μια μικρή, εξαιρετικά αποτελεσματική συνέργεια της χημείας, μέσα στο τηγάνι.