Ο Γιάννης Αλαμπάνος κάθεται σε ένα σκαμπό στην άκρη του μπαρ του Galaxy της οδού Σταδίου. Δείχνει ήρεμος. Κοιτά διακριτικά τους πελάτες με εκείνο το βλέμμα που μόνο η εμπειρία φέρνει.
Ο άνθρωπος που στέκεται απέναντί μου είναι γεμάτος μνήμες. Δούλεψε για δεκαετίες πίσω από την μπάρα του Galaxy. Πια παραμένει πρωταγωνιστής ενός από τους εμβληματικούς χώρους εστίασης της Αθήνας με τον δικό του τρόπο. Παρατηρεί τις ανάγκες των πελατών. Συχνά βοηθά τον Στέλιο, τον βασικό μπάρμαν του Galaxy, αλλά και τον γιο του, τον Κώστα Αλαμπάνο, που πια έχει αναλάβει μέρος των ευθυνών του μαγαζιού. Το Galaxy της οδού Σταδίου είναι θεσμός για την πόλη.
Το άνοιξε ο Γιάννης Αλαμπάνος με τον αδελφό του, τον Τζίμη, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Η ιδέα τους πια ανήκει στην πόλη. Αυτό είναι ένα από τα ελάχιστα μπαρ της Αθήνας που δεν ανήκει σε εποχές και trends με ημερομηνία λήξης. Όσες φορές και να περάσεις την πόρτα του Galaxy, νιώθεις πως είναι ένας τόπος συμφιλίωσης διαφορετικών γενιών. Γνωρίζεις ότι πριν από εσένα πέρασαν άλλοι σαν κι εσένα, που θέλησαν το ίδιο: να φλερτάρουν, να ξενυχτήσουν, να αφήσουν κάτι από τον εαυτό τους πάνω στην ίδια μπάρα. Κάπου εδώ δεν ζει το νόημα της εστίασης;

– Κύριε Αλαμπάνε, το μπαρ σας είναι τοπόσημο για την Αθήνα. Πώς μπήκατε σ’ αυτή τη δουλειά;
– Ήρθαμε με τον αδελφό μου από το χωριό μας, έξω από τη Λαμία, το 1964. Είχαμε κάποιους φίλους που δούλευαν σε ξενοδοχεία. Με σύστησαν σε ένα, με κράτησαν. Από την πρώτη στιγμή σε μένα και στους άλλους έγινε φανερό ότι μπορούσα να δουλέψω με κόσμο. Μετρούσε και η εμφάνιση, μετρούσε και η διάθεση. Σιγά σιγά προσαρμόστηκα, μπήκα στη δουλειά, έπιανε το μυαλό μου. Έτσι προχωρήσαμε.
– Πότε ανοίξατε το Galaxy;
– Το 1972. Λίγο πριν είχαμε αποφασίσει με τον αδελφό μου πως θέλαμε να φτιάξουμε τον δικό μας χώρο. Πήγαμε σε άλλα μαγαζιά για να δούμε πώς λειτουργούν, πώς ήταν το ντεκόρ τους. Κάποια στιγμή νιώσαμε έτοιμοι. Είχαμε αποκρυσταλλώσει την ιδέα γύρω από το μαγαζί μας. Βρήκαμε χώρο και ζητήσαμε από έναν καλλιτέχνη να διαμορφώσει το μπαρ μας. Ο σκηνογράφος Πέτρος Καπουράλης, που δούλευε στο θέατρο, στο σινεμά, στην τηλεόραση, ήταν ο άνθρωπος στον οποίο απευθυνθήκαμε. Μιλήσαμε και εκείνος μας έβγαλε ένα πλάνο. Μας είπε: «Αυτό θα κάνουμε» και χωρίς δισταγμό τον ακολουθήσαμε. Έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μας.
– Το Galaxy παραμένει απαράλλαχτο στο πέρασμα του χρόνου. Γιατί δεν το αλλάξατε; Τα μπαρ γερνάνε;
Δεν έχει αλλάξει και δεν θα αλλάξει. Όπως είναι, όσο είμαστε, έτσι θα μείνει. Ακόμα και παλιοί πελάτες που έρχονται μας λένε: «Γιάννη, να μην το αλλάξετε καθόλου. Έτσι το μάθαμε, έτσι θέλουμε να το βρίσκουμε».
– Τι κάνει ένα μπαρ απαραίτητο σε μια πόλη;
– Κοιτάξτε, αυτό το δείχνει ο χρόνος. Δεν μπορείς να πεις από την αρχή «εγώ ξέρω να φτιάχνω μπαρ». Ξεκινάς με τις ιδέες και τις γνώσεις που έχεις πάνω στο αντικείμενο, βλέπεις, προσαρμόζεσαι, ρωτάς, μαθαίνεις. Κάθε μέρα πρέπει να προσπαθείς για το καλύτερο. Τίποτα δεν είναι έτοιμο. Κάθε μέρα το κερδίζεις.

– Ποια είναι τα συστατικά του σωστού μπάρμαν;
– Το αυτονόητο: πρώτα απ’ όλα πρέπει να ξέρει τη δουλειά του, να ξέρει το αντικείμενο των ποτών. Το ίδιο σημαντικό, όμως, είναι να μάθει να ακούει πολλά και να λέει λίγα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Να μην παίρνει τον λόγο από τον πελάτη. Αν ο πελάτης του πει κάτι, πρέπει να ξέρει να ακούει. Όταν ακούς, έχεις να πάρεις πολλά πράγματα. Έτσι μαθαίνεις και έτσι γίνεσαι καλύτερος.
– Στο Galaxy υπάρχει μια αίσθηση εγγύτητας ανάμεσα στους πελάτες σας. Πώς δημιουργεί το κοινό του ένα μπαρ;
Τον πελάτη δεν τον κρίνεις από τα χρήματα. Τον κρίνεις από τη συμπεριφορά του. Η προτεραιότητά μας ήταν πάντα η ποιότητα των ανθρώπων. Έχουμε συναναστραφεί ανθρώπους κάθε κατηγορίας, αλλά εκείνοι που ήθελα να ακούω, εκείνοι που άφηναν κάτι και σε μένα ακούγοντάς τους, ήταν οι καθηγητές, οι πρυτάνεις, οι συγγραφείς, οι άνθρωποι της τέχνης που περνούσαν από το μαγαζί να πιουν το ποτό τους. Αυτούς κρατώ στη μνήμη μου. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που ξέρουν τι θέλουν και είναι ωραίοι στη συμπεριφορά τους.
– Υπάρχουν πρόσωπα που θυμάστε πιο έντονα από όλα αυτά τα χρόνια;
– Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Κηλαηδόνη. Ο Λουκιανός έγινε φίλος μας. Ερχόταν στο μαγαζί γιατί ηχογραφούσε στο στούντιο ΕΡΑ που υπήρχε στο υπόγειο του κτηρίου όπου είναι το μαγαζί. Ανέβαινε, έπινε κάτι σε εμάς, ξανακατέβαινε, δούλευε μέχρι αργά. Όλα αυτά γύρω στη μία, στις δύο τη νύχτα. Ήταν άλλες εποχές. Υπάρχουν και φωτογραφίες αφιερωμένες από εκείνον σε μένα. Σήμερα οι κόρες του έρχονται στο μαγαζί συχνά. Στον χώρο πίσω από την πόρτα του μαγαζιού έχω μια φωτογραφία με τον Πολ Όστερ. Ένας κορυφαίος συγγραφέας ήρθε εδώ το 2014, κάθισε μαζί μας, ήταν απλός, καταδεκτικός. Αυτούς τους ανθρώπους είμαι περήφανος που τους γνώρισα και μοιράστηκα χρόνο μαζί τους. Αυτούς θέλω να θυμάμαι.
– Σήμερα, πώς βλέπετε το Galaxy με τον Στέλιο και τον Κώστα να συνεχίζουν μέσα στο μαγαζί;
– Το μαγαζί έχει μπει σε έναν δρόμο και ο Κώστας το ακολουθεί σιγά σιγά. Είναι νεότερος ακόμα, μαθαίνει. Όσο μπορώ είμαι κι εγώ εδώ, βοηθάω την κατάσταση. Τα πράγματα πάνε καλά.
– Αν έπρεπε να πείτε τι κάνει τελικά το Galaxy να αντέχει, τι θα λέγατε;
– Ότι κάθε μέρα πρέπει να προσπαθείς για το καλύτερο. Τίποτα δεν είναι έτοιμο. Κάθε μέρα το κερδίζεις.
Info
Σταδίου 10 Αθήνα, 210-3227733
Φωτογραφίες: Θάλεια Ιωάννου