Η Αγγελική Δράκου μεγάλωσε στην Αθήνα, σπούδασε Νομική και εργάστηκε ως δικηγόρος. Το 2010 εγκαταστάθηκε στην Κομοτηνή, όπου λίγα χρόνια αργότερα αποφάσισε να αλλάξει επαγγελματική πορεία και να ασχοληθεί με την αγροδιατροφή.
Σήμερα είναι συνιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλος της Grizo & Prasino, μιας επιχείρησης που καλλιεργεί και μεταποιεί βιολογικά βότανα στη Θράκη, διαθέτει περίπου 50 προϊόντα και εξάγει σε έξι χώρες.
Η δουλειά της έχει αποσπάσει σημαντικές διακρίσεις. Το 2023 κέρδισε το δεύτερο βραβείο του προγράμματος Empowering Women in Agrifood του EIT Food, ενώ το 2025 η Grizo & Prasino διακρίθηκε στα ευρωπαϊκά βραβεία CERES για την ανάπτυξη των εσόδων της. Η ίδια συμμετέχει ενεργά σε συζητήσεις για την επιχειρηματικότητα και το μέλλον της αγροδιατροφής, μεταξύ άλλων στο SNF Nostos 2026. Από το 2024 είναι γενική γραμματέας του Επαγγελματικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Ροδόπης.
Στη συνέντευξή της στο Cantina μιλά για τη ζωή στην Κομοτηνή, τη θέση της ως γυναίκας στον χώρο της παραγωγής, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε και όσα έμαθε αφήνοντας πίσω της τη δικηγορία.

Η συνέντευξη με την Αγγελική Δράκου
– Πριν από την Κομοτηνή και τα βότανα, πώς ήταν η ζωή σου στην Αθήνα; Είχες φανταστεί ποτέ ότι θα άφηνες τη δικηγορία για να ασχοληθείς με την αγροτική παραγωγή;
– Την Αθήνα την έζησα μόνο δύο χρόνια ως εργαζόμενη. Μεγάλωσα εκεί, αλλά ήταν ξεκάθαρο μέσα μου ότι θα έφευγα με την πρώτη ευκαιρία. Μόνο που στο μυαλό μου είχα κάποια πόλη του εξωτερικού, με μεγάλα πάρκα, ποτάμι και «τακτοποιημένη» καθημερινότητα. Σίγουρα, πάντως. δεν περίμενα ποτέ ότι θα μετακομίσω στην Κομοτηνή ούτε ότι θα ασχοληθώ με την αγροδιατροφή. Για τη μάχιμη δικηγορία δεν είμαι σίγουρη. Νομίζω οδηγήθηκα εκεί περισσότερο επειδή όλοι γύρω μου έλεγαν πως θα είμαι «καλή» παρά επειδή το ήθελα ή μου ταίριαζε.
– Το 2010 αποφάσισες να εγκατασταθείς στην Κομοτηνή. Τι θυμάσαι περισσότερο από εκείνη την περίοδο; Τι σου έλειψε από την Αθήνα και τι σε δυσκόλεψε περισσότερο στη νέα σου καθημερινότητα;
– Τα πρώτα χρόνια εργαζόμουν ως δικηγόρος στην Κομοτηνή, οπότε από εκείνη την περίοδο θυμάμαι κυρίως να απολαμβάνω το γεγονός ότι μπορούσα να φτάσω στα δικαστήρια με το ποδήλατο σε πέντε λεπτά και να φτάσω στο γραφείο σε άλλα πέντε περπατώντας και στον δρόμο να συναντώ γνωστούς και να καλημεριζόμαστε. Νομίζω μου πήρε αρκετό χρόνο να «χωνέψω» ότι δεν χρειαζόταν να περάσω μισή ώρα ψάχνοντας πάρκινγκ κοντά στον σταθμό και άλλη μισή στο τρένο ή στο μετρό για να πάω στη δουλειά μου. Το μόνο που μου έλειπε και είναι αβάσταχτο μέχρι σήμερα είναι ότι ζω μακριά από τα θέατρα, τις συναυλίες, τα ωραία, περίεργα μαγαζιά και τις μεγάλες παραστάσεις. Όλα αυτά τα ερεθίσματα που κάνουν τη σκέψη να ανοίγει και τους ανθρώπους να μοιράζονται εμπειρίες πέρα από τα πεζά, τα καθημερινά.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
– Πώς σε υποδέχτηκε η τοπική κοινωνία; Σε αντιμετώπιζαν ως «Αθηναία»; Υπήρξε κάποια στιγμή που αισθάνθηκες ότι πλέον σε θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο;
– Η Θράκη σε κάνει να νιώσεις παιδί της πολύ γρήγορα. Γρηγορότερα από οποιαδήποτε άλλη περιοχή της χώρας, νομίζω. Παίζει ρόλο προφανώς και η ιδιοσυγκρασία του καθενός και έχουν περάσει και πολλά χρόνια πια, όμως νιώθω ότι με νιώθουν δικό τους παιδί και το απολαμβάνω. Εξάλλου κι εγώ νιώθω πολύ Κομοτηναία.
Υπήρξα για λίγο η «Αθηναία», ναι. Κυρίως όσο ήμουν δικηγόρος. Και για λίγους. Αυτοί οι λίγοι νομίζω θα είχαν πρόβλημα με οποιαδήποτε γυναίκα, νέα και μη Κομοτηναία. Οπότε είναι θέμα άλλης συζήτησης.
– Όταν άρχισες να ασχολείσαι με τα χωράφια, πώς σε αντιμετώπισαν οι υπόλοιποι παραγωγοί; Χρειάστηκε να αποδείξεις ότι μπορείς να κάνεις αυτή τη δουλειά; Έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι ήσουν γυναίκα, από την Αθήνα και χωρίς αγροτικό παρελθόν;
– Ήμουν τυχερή που είχα τον Κώστα δίπλα μου, που ήταν άντρας και γεωπόνος. Για μένα ήταν και είναι έμπνευση η δουλειά του στο χωράφι. Είναι δάσκαλος. Έτσι, στο χωράφι δεν ήμουν ποτέ επικεφαλής. Αυτό φυσικά «βόλεψε» γιατί «κρύφτηκα» πίσω του και δεν έδωσα τη μάχη να με αποδεχθούν σαν αγρότισσα.
Χρειάστηκε να τη δώσω βέβαια από άλλο μετερίζι. Αυτό της γυναίκας που επιχειρεί στην παραγωγή. Πέρασε σίγουρα μία πενταετία μέχρι να αναλάβω εγώ τις σχέσεις του Grizo & Prasino με άλλους παραγωγούς. Και ήταν πολύ ανακουφιστικό όταν αποδέχθηκαν όλοι τον ρόλο μου σε κάθε στάδιο.

– Θυμάσαι την πρώτη φορά που χρειάστηκε να δουλέψεις πραγματικά στο χωράφι; Τι σου φάνηκε πιο δύσκολο και ποιο ήταν το μεγαλύτερο λάθος που έκανες από απειρία;
– Θυμάμαι φυσικά. Θυμάμαι και τις φορές που η δουλειά μου έμοιαζε διασκέδαση και σίγουρα θυμάμαι και την πρώτη φορά που κουράστηκα πραγματικά πολύ. Ήταν στην περίοδο της καραντίνας που έπρεπε οι δυο μας με τον Κώστα να δουλεύουμε καθημερινά και στο χωράφι γιατί τα φυτά δεν μας περίμεναν. Θυμάμαι να μαζεύω καλέντουλα και να πονάει η μέση μου φριχτά και αυτή να μην τελειώνει. Να σηκώνω το βλέμμα για να δω πόσο έμεινε και να βλέπω μόνο πορτοκαλί βούλες.
Θυμάμαι ότι αναρωτιόμουν αν τελικά έκανα καλά και μήπως εγώ τελικά ήμουν μόνο για τα γραφεία. Έλεγα στον εαυτό μου «πώς την πάτησες έτσι ενώ ήσουν τόσο καλή μαθήτρια;». Τα θυμάμαι και γελάω, αλλά νομίζω τότε ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι το χωράφι δεν είναι καθόλου ρομαντικό και οι αγρότες δεν τρέχουν χαρούμενοι στα λιβάδια απολαμβάνοντας τη φύση.
Έλεγα στον εαυτό μου «πώς την πάτησες έτσι ενώ ήσουν τόσο καλή μαθήτρια;».
– Το 2012 ξεκινήσατε με τον Κώστα την πρώτη σας προσπάθεια με τα βότανα, παράλληλα με τις δουλειές σας. Πώς προέκυψε η ιδέα και πότε κατάλαβες ότι αυτό που ξεκίνησε σχεδόν σαν χόμπι μπορούσε να γίνει η κύρια δουλειά σου;
– Αυτή η προσπάθεια του 2012 ήταν το μεγαλύτερο σχολείο και η μεγαλύτερη οικονομική αιμορραγία που έχουμε βιώσει ποτέ. Τα κάναμε όλα λάθος, σε όλα τα επίπεδα, αλλά δεν είχε κανείς μας αγροτικό background ούτε επιχειρηματικό, και είχαμε και τις «κανονικές» μας δουλειές να ασχοληθούμε. Όταν πια τα είχαμε πάθει και μάθει σχεδόν όλα, αποφασίσαμε ότι θέλουμε να δοκιμάσουμε αλλιώς. Δεν κατάλαβα ποτέ ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να γίνει κύρια δουλειά μου. Ούτε ήταν! Ρίσκαρα. Είπα ότι θα κάνω αυτό που μου «βγαίνει», όπως το θέλω, για να είμαι περήφανη γι’ αυτό. Και αν βγει, βγήκε. Και ο Κώστας πείστηκε και με στήριξε. Είχα πάντα και την ασφάλεια του «είμαι δουλευταρού και αν δεν πάει καλά θα βρω κάτι άλλο να κάνω».
Τα κάναμε όλα λάθος, σε όλα τα επίπεδα, αλλά δεν είχε κανείς μας αγροτικό background ούτε επιχειρηματικό, και είχαμε και τις «κανονικές» μας δουλειές να ασχοληθούμε.
– Ποια ήταν η πιο δύσκολη περίοδος; Υπήρξε στιγμή που σκέφτηκες ότι είχατε κάνει λάθος επιλογή;
– Τα χρόνια μέχρι να εγκαταλείψει και ο Κώστας τη δική του δουλειά ως σύμβουλος γεωπόνος και να αφιερωθούμε και οι δύο στο Grizo & Prasino ήταν μαύρα. Μην τα διαβάζετε σαν ρομαντική ιστορία που πέτυχε. Ήταν μαύρα και άραχνα και δεν θα γύριζα πίσω ούτε στιγμή σε αυτά. Δουλεύαμε τρελές ώρες χωρίς να βλέπουμε φως στο τούνελ. «Χτίζαμε σπίτι με τα χέρια μας» χωρίς να είμαστε οικοδόμοι και χωρίς να έχουμε κεφάλαιο για οικοδομικά υλικά.
Θυμάμαι τη βοήθεια και την υποστήριξη από τους φίλους και τις οικογένειές μας, αλλά θυμάμαι και να μη φτάνουν τα χρήματα για να προσλάβεις κάποιον που «ήξερε», ούτε καν για να πάρεις λίγο περισσότερες συσκευασίες και να πετύχεις χαμηλότερη τιμή. Θυμάμαι θυσίες προσωπικές, που ίσως και να έχω μετανιώσει, και εννοείται πως ακόμη σκέφτομαι πολύ συχνά πως θέλω να τα παρατήσω όλα και πως στην Ελλάδα δεν αξίζει να παλεύεις με τόσα εμπόδια.
– Έχεις αναφέρει ότι μια σοβαρή περιπέτεια υγείας σε οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψεις τη δικηγορία. Τι άλλαξε μέσα σου εκείνη την περίοδο; Ήταν δύσκολο να αφήσεις πίσω ένα επάγγελμα για το οποίο είχες σπουδάσει και εργαστεί τόσα χρόνια;
– Αυτή ήταν μια απόφαση δύσκολη και καθοριστική για τη ζωή μου, αλλά είχα ήδη παιδί και χρειάστηκε να μείνω καιρό στο νοσοκομείο, οπότε τελικά ήταν εύκολο να είμαι γενναία. Όταν βρίσκεσαι σε αυτή τη θέση, τα ασήμαντα σβήνουν., λύνονται όλα τα προβλήματα και οι δεύτερες σκέψεις εξαφανίζονται ως δια μαγείας. Ήταν πιο δύσκολο να το δεχτούν οι γονείς μου, νομίζω. Εγώ, είπα απλώς πως όταν βγω από εδώ δεν θα συνεχίσω να κυνηγάω προθεσμίες και θα κάνω κάτι που θα με κάνει χαρούμενη. Χαίρομαι που το έκανα, αν και ακόμη κυνηγάω προθεσμίες για σοδειές, για projects, για νέα προϊόντα. Είναι σημαντικό να ξέρουν τα παιδιά ότι η λάθος επιλογή σχολής ή μια όχι ικανοποιητική επαγγελματική πορεία κάποιων χρόνων δεν είναι και κάτι τόσο τρομερό.
– Έχουν περάσει περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια από τότε που έφυγες από την Αθήνα. Πώς είναι σήμερα η καθημερινότητά σου; Τι αγαπάς περισσότερο στη ζωή σου στην Κομοτηνή και τι εξακολουθεί να σου λείπει από την προηγούμενη ζωή σου;
– Αυτό που αγαπώ και εκτιμώ πιο πολύ σήμερα είναι ότι συνεχίζω να μετακινούμαι πολύ με το ποδήλατο και ταυτόχρονα είμαι κοντά στο βουνό και στη θάλασσα. Δουλεύω πολύ και δεν έχω χαλαρούς ρυθμούς, αλλά αυτό μάλλον είναι κάτι «δικό μου».
Μου λείπει ακόμη ο πολιτισμός και η διασκέδαση. Μάλιστα σε αυτό το κομμάτι, με φωτεινή εξαίρεση το Μέγαρο Μουσικής Κομοτηνής, όλα είναι χειρότερα από όταν πρωτοήρθα στην πόλη. Ο κατάλογος με αυτά που λείπουν από την ελληνική επαρχία είναι μακρύς. Ωστόσο, δεν είναι θρακιώτικο «προνόμιο» να λείπουν οι υποδομές και να πρέπει να είσαι πολυμήχανος για να μπορείς να επιχειρείς στον τόπο σου.
– Τελικά, η δικηγορία σε έχει βοηθήσει να δημιουργήσεις και να διαχειριστείς τη δική σου επιχείρηση; Υπάρχουν στιγμές που αισθάνεσαι ότι η δικηγόρος μέσα σου δεν έφυγε ποτέ;
– Νομίζω, ναι. Με έχει βοηθήσει πολύ. Όχι με την αναμενόμενη έννοια όμως. Εννοώ πως δεν είναι ότι μας προστατεύω ή διαφυλάσσω καλύτερα τα συμφέροντα της επιχείρησής μας. Με έχει μάθει, όμως, να συναλλάσσομαι με το Δημόσιο, να διαβάζω σωστά τα προγράμματα και να κάνω δικαιότερες διαπραγματεύσεις.
Δείτε επίσης:
Άννα Άτσου: Άφησε τη διαφήμιση στην Αθήνα για να καλλιεργήσει μήλα στην Καστοριά
Κτήμα Βίγκα: Ένας θεολόγος και μία παραολυμπιονίκης «καλλιεργούν» το μέλλον τους στη Χίο
