Από το γεμιστό αρνάκι μέχρι τη γαλατόπιτα, η Καλλιόπη Μπεζαντέ πιστεύει ότι η ελληνική κουζίνα έχει πολλές γεύσεις που αξίζουν να γίνουν viral. Μιλά για τη Νάξο, το MasterChef, το νέο της βιβλίο με τις 365 συνταγές και την ανάγκη να αναδείξουμε περισσότερο τη δική μας γαστρονομική παράδοση.

Η Καλλιόπη Μπεζαντέ μεγάλωσε στη Νάξο, με τη μυρωδιά του δυόσμου από την κουζίνα της γιαγιάς της και τον κοκκινιστό κόκορα να την περιμένει κάθε φορά που επέστρεφε στο νησί. Από μικρή ονειρευόταν να ταξιδεύει, να μαγειρεύει και να ανακαλύπτει τις ιστορίες πίσω από κάθε συνταγή. Σήμερα, έχοντας περάσει από το MasterChef και με δύο βιβλία μαγειρικής στο ενεργητικό της, συνεχίζει να αναζητά τρόπους να φέρει την ελληνική κουζίνα πιο κοντά στο σύγχρονο κοινό. Όπως μας λέει, δεν μας λείπουν ούτε τα προϊόντα ούτε οι συνταγές, αλλά ο τρόπος να τα αναδείξουμε.

«Δεν θέλω απλώς να μαγειρεύω, θέλω να λέω τις ιστορίες των φαγητών»

-Καλλιόπη, πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με τη μαγειρική; 

-Η πορεία μου θεωρώ πως ήταν ήδη προδιαγεγραμμένη από την ώρα που γεννήθηκα. Είχα ανέκαθεν το μικρόβιο της μαγειρικής μέσα μου. Ξεκίνησα ως ένα κοριτσάκι από τον Άγιο Αρσένιο της Νάξου παρακολουθώντας την εκπομπή «Μπουκιά & Συγχώριο» και έλεγα «να σαν τον κύριο Ηλία θα ήθελα να γίνω». Να ταξιδεύω, να μαγειρεύω και να γνωρίζω ανθρώπους. Δόξα τω Θεώ με πολλή δουλειά έχω καταφέρει να μάθω αρκετά πράγματα, με αποτέλεσμα να με εμπιστεύονται επιχειρηματίες και διοργανωτές και να μαγειρεύω σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

-Ποια είναι η πρώτη γευστική ανάμνηση που σου έρχεται στο μυαλό όταν σκέφτεσαι τα παιδικά σου χρόνια;

-Όταν αναπολώ τα παιδικά μου χρόνια δύο γεύσεις μου έρχονται: η πρώτη είναι αυτή η φρεσκάδα του δυόσμου, κυρίαρχο υλικό στην κουζίνα της γιαγιάς Πόπης και η δεύτερη γεύση είναι εκείνη του κοκκινιστού κόκκορα. Πάντα όταν φτάναμε με το καράβι στο νησί μας περίμενε ο κοκκινιστός κόκκορας με πατάτες τηγανιτές και φυσικά γραβιέρα Νάξου.

-Πριν περάσουμε στη σημερινή σου πορεία, τι σου άφησε τελικά η εμπειρία του MasterChef; Υπάρχει κάτι που έμαθες εκεί και εξακολουθεί να σε ακολουθεί μέχρι σήμερα;

-Η εμπειρία του MasterChef μού άφησε μια γλυκόπικρη γεύση, έφυγαν άνθρωποι που θεωρούσα φίλους και οικογένεια, και μου έφερε άλλους ανθρώπους που αποδείχθηκαν καλύτεροι. Με δυνάμωσε πολύ ως άνθρωπο. Έμαθα να εμπιστεύομαι και να πιστεύω περισσότερο στις δυνάμεις μου. Όταν βρίσκεσαι με τόσους αγνώστους για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα καταλαβαίνεις πως έχεις για παρέα μόνο τον εαυτό σου. Επομένως έμαθα να με εκτιμώ περισσότερο.

-Έχεις επιλέξει να συνδυάσεις τη μαγειρική με τη δημοσιογραφία και την έρευνα. Τι είναι αυτό που σε γοητεύει περισσότερο στην ιστορία πίσω από ένα φαγητό;

-Όταν ήμουν μικρή, μου είχαν δώσει έναν άτυπο τίτλο της «ανακρίτριας», διότι πάντα μα πάντα ρωτούσα: «Γιατί η ντομάτα είναι κόκκινη;», «Γιατί ο μπακλαβάς λέγεται έτσι;», «Από πού είναι το τζατζίκι;». Αργότερα άρχισα να τα ψάχνω μόνη μου όλα αυτά. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ να μαθαίνω την ιστορία του κάθε υλικού και του κάθε φαγητού, ώστε να καταλάβω γιατί πρέπει να μαγειρευτεί έτσι. Η δημοσιογραφία ήρθε στην ζωή μου, ώστε όχι μόνο να μαθαίνω αλλά και να μπορώ να μεταδώσω, έστω και μέσω των social media, τις ιστορίες των φαγητών.

Καλλιόπη Μπεζαντέ

-Το καινούριο σου βιβλίο με τίτλο: «Τι να μαγειρέψω σήμερα;», περιέχει 365 συνταγές, μία για κάθε ημέρα του χρόνου. Αν έπρεπε να επιλέξεις μόνο μία από αυτές ως τη συνταγή που σε αντιπροσωπεύει περισσότερο, ποια θα ήταν;

-Πολύ εύκολα και γρήγορα θα απαντήσω το σπιτικό burger προβατίνας. Διότι λατρεύω το street-food και τα burgers. Ταξίδεψα μέχρι την άλλη άκρη της γης για να γευτώ ένα original burger και γιατί ως γνήσιο παιδί χωριού αγαπώ την προβατίνα σε ό,τι μορφή κι αν έχει.

«Το γεμιστό αρνάκι με τις πατατούλες είναι ό,τι καλύτερο έχουμε»

-Έχεις μιλήσει για την επιθυμία σου να κάνεις τα ελληνικά φαγητά και γλυκά viral. Ποιο ελληνικό πιάτο θεωρείς ότι παραμένει αδικημένο και θα ήθελες να δεις να γίνεται η επόμενη μεγάλη γαστρονομική τάση;

-Πολύ σωστά, είναι μια από τις επιθυμίες μου και αυτό γιατί έχουμε μάθει να θεοποιούμε τα υλικά και τα φαγητά από τις ξένες χώρες μη γνωρίζοντας καλά καλά τα δικά μας προϊόντα. Για παράδειγμα, το γεμιστό αρνάκι με τις πατατούλες και μυρωδικά του, που είναι ό,τι καλύτερο έχουμε, το υποβαθμίζουμε διότι το έθιμο στο εξωτερικό είναι η γεμιστή γαλοπούλα. Η γαλατόπιτα που είναι από τα πιο ιδιαίτερα γλυκά μας και μπορεί να τροποποιηθεί και να «παντρευτεί» με άπειρες χειροποίητες μαρμελάδες και γλυκά του κουταλιού έχει αντικατασταθεί από τα viral βάσκικα cheesecake.

-Τι πιστεύεις ότι χρειάζεται ώστε η ελληνική κουζίνα να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη διεθνή αναγνώριση; 

-Αυτό που χρειάζεται είναι να δώσουμε περισσότερη αγάπη και καλύτερο marketing. Παραδείγματος χάρη το δικό μας κεφαλοτύρι στην Νάξο, για όσους γνωρίζουν, δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει την ιταλική παρμεζάνα. Όμως, πρέπει να παραδεχτούμε πως οι Ιταλοί έχουν πολύ μα πολύ καλύτερο marketing για το συγκεκριμένο τυρί. Ακόμη ένα παράδειγμα, αντί να προωθήσουμε το καρίκι της Τήνου έχουμε σαν τοπ το ξενόφερτο ροκφόρ.

-Στην εποχή του Instagram και του TikTok, πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το φαγητό;

-Η αλλαγή αυτή είναι εμφανής καθώς όταν πάμε να φάμε -βάζω και τον εαυτό μου μέσα- δεν πάμε με κριτήριο να γευτούμε κάτι νέο, κάτι διαφορετικό αλλά να το φωτογραφίσουμε. Έτσι λοιπόν μπαίνουμε σε μια διαδικασία ακόμη κι όταν μαγειρεύουμε να κοιτάμε πρώτα με το μάτι και μετά με το στόμα.

-Όταν κλείνουν οι επαγγελματικές κουζίνες και επιστρέφεις στο σπίτι, τι είναι αυτό που πραγματικά θέλεις να φας; 

-Όταν σβήνουν τα φώτα και μπαίνω στο σπίτι αυτό που πραγματικά έχω ανάγκη είναι να βγάλω την στολή και να φάω ένα καυτό σουβλάκι. Μπροστά στη θέα της λαδωμένης σακούλας και της μυρωδιάς του τζατζικιού σταματάει κάθε σκέψη μου για δημιουργικότητα κι επικρατεί ένα αίσθημα γαλήνης.

Διαβάστε επίσης:

Ειρήνη Σπανούλη: Η οικονομολόγος που άφησε την Αθήνα για να γίνει αγρότισσα στη Λάρισα

Δημήτρης Κατριβέσης: «Στο Salt House θέλω να γεύεστε την Κέα, όχι την τεχνική»